Τον κ. Ταλάτ τον συνάντησα πολλές φορές ως δημοσιογράφος από το 2003 και εντεύθεν. Η τελευταία ήταν την περασμένη Τρίτη το πρωί. Δηλαδή λίγο μετά την απογείωση του αεροπλάνου του γ.γ. των Ηνωμένων Εθνών, Μπαν Κι Μουν, από τη Λάρνακα. Η συνάντησή μας είχε σκοπό τη συνέντευξη που δημοσιεύεται σήμερα στην «Κ». Φεύγοντας από το γραφείο του, ήξερα πλέον ότι άρχισαν να πέφτουν οι τίτλοι του τέλους. Του τέλους του μύθου που ήθελε την Αριστερά στην Κύπρο να μπορεί να λύσει το Κυπριακό πολύ πιο εύκολα από τους υπόλοιπους. Κι αυτό γιατί πολλοί από τους υπόλοιπους και στις δύο πλευρές ήσαν άνθρωποι που ενεπλάκησαν στα δεινά που επισυνέβησαν ανάμεσα στις δύο κοινότητες από τη δεκαετία του ’50 και μέχρι το 1974. Το ότι μάλιστα η Αριστερά ένθεν και ένθεν του συρματοπλέγματος θεωρείτο ως η δύναμη που ευκολότερα των άλλων πολιτικών σχηματισμών θα μπορούσε να φέρει λύση, το πίστευαν και άνθρωποι πέραν της Αριστεράς. Αποτέλεσμα, ο Δημήτρης Χριστόφιας που διεκδίκησε τις τελευταίες προεδρικές εκλογές κάτω από το σύνθημα του «υποψηφίου λύσης» βρίσκεται σήμερα στην Προεδρία της Κυπριακής Δημοκρατίας. Μετά τον Φεβρουάριο του 2008, πολλοί θεωρούσαν ότι για τους Χριστόφια και Ταλάτ η υπόθεση Κυπριακό ήταν ζήτημα μηνών. Αγνοούσαν τρία πράγματα: Πρώτον, ότι η γεύση της εξουσίας είναι παραδείσιος καρπός ακόμα και για τους κομμουνιστές. Άπαξ και τον γεύτηκες, μπαίνει πρώτος στις προτεραιότητές σου. Δεύτερον, ότι όσο και να ήθελε ο σύντροφος Ταλάτ, δεν θα μπορούσε μόνος να πάει σε λύση και πως η Τουρκία τώρα δεν θα βρισκόταν στη θέση που ήταν το 2004. Και τρίτον, ότι η Αριστερά θα διαχειριζόταν την εξουσία με δεξιά συνταγή και ελαττώματα. Δηλαδή προσφορές του Δημοσίου σε ημετέρους, διορισμοί ημετέρων όπου δη, αναξιοκρατία και άθλια οικονομική διαχείριση.
Αυτά τα τελευταία έφαγαν από την εξουσία των Κατεχομένων τη λεγόμενη κυβέρνηση του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος του Φερντί Σαμπίτ Σογιέρ. Από την άλλη, η νόμιμη κυβέρνηση Χριστόφια φαίνεται να ακολουθεί κατά πόδας το παράδειγμα της παράνομης κυβέρνησης του Φερντί. Μιλούσαν για δημοσιονομικό έλλειμμα της τάξεως του 1%, τώρα το πήγανε στο 6% και τα ίχνη του εγκλήματος δείχνουν στον οικονομικό ορίζοντα ένα ολοστρόγγυλο 10%, σε πέντε με έξι μήνες. Κάτι, δηλαδή, όπως είναι σήμερα η Ελλάδα, που κρατά τα σώβρακά της με τα δυο της χέρια, κατά τον Πάγκαλο. Όσο για το Κυπριακό, το συμπέρασμα που προκύπτει από τα όσα μαθαίναμε τους τελευταίους 18 μήνες της συνεύρεσης Χριστόφια-Ταλάτ είναι ότι προσπαθούσαν να το λύσουν έξω από την οποιανδήποτε διαλεκτική ανάλυση των δεδομένων που είχαν ενώπιόν τους. Προσπαθούσαν να λύσουν το Κυπριακό όχι ως σύντροφοι, αλλά ως αντίπαλοι, φωνάζοντας και κοντράροντας ο ένας τον άλλον. Όταν προσπαθείς να λύσεις το Κυπριακό ως σύντροφος και φίλος, το πρώτο που κάνεις είναι να εντοπίσεις και να αναγνωρίσεις τα λάθη που έκαμες. Μετά κάνεις ένα κοινό σχεδιασμό, για να οδηγήσεις μέσα από κοινές δράσεις τα πράγματα σε λύση. Μόνο έτσι θα μπορούσε η λύση να είναι κυπριακής ιδιοκτησίας. Μόνο έτσι δεν θα μπορούσαν Τουρκία, Ελλάδα, Βρετανία ή και άλλοι να παρέμβαιναν στη λύση, αφού και οι δύο ηγέτες από κοινού θα απαιτούσαν από τις εγγυήτριες δυνάμεις π.χ. να φύγουν όλα τα στρατεύματα από την Κύπρο ή να μείνουν πέντε χιλιάδες από κάθε πλευρά ή να φέρουν Εσκιμώους κυανόκρανους!
Κι όμως, Χριστόφιας και Ταλάτ δεν τόλμησαν καν να πάνε μαζί σε μια τελετή αγνοουμένων που παραδίδονται στις οικογένειές τους, τα χρόνια που βρίσκονται επικεφαλής των κοινοτήτων τους. Πώς να τολμήσουν να κάμουν την επανάστασή τους από κοινού; Κάποιος θα πει ότι η Άγκυρα θα «αποκεφάλιζε» τον Ταλάτ και θα έβαζε άλλον στη θέση του. Ίσως. Θα έφευγε όμως σαν ήρωας, διατηρώντας και την τιμή του και την τιμή της Αριστεράς και όχι όπως θα φύγει τον Απρίλη, σαν στυμμένη λεμονόκουπα. Τα ίδια και παρόμοια θα ισχύσουν – δυστυχώς για την Κύπρο – και για τον Δημήτρη Χριστόφια, ο οποίος είναι μάλλον δύσκολο να μαντέψει πόσο δύσκολη θα είναι η εποχή Έρογλου στο τραπέζι των συνομιλιών.
Τέλος εποχής, λοιπόν, για την Αριστερά στο Κυπριακό, διότι το διαχειρίστηκε σαν αδέξια Δεξιά…
paraschosa@kathimerini.com.cy |