ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
ΚΛΕΙΣΙΜΟ
 

15 Ιουλίου 1974: Το προοίμιο της κυπριακής τραγωδίας

47 χρόνια από το πραξικόπημα που άνοιξε τον δρόμο στον Αττίλα και στην καταστροφή της Κύπρου

Του Απόστολου Κουρουπάκη

Του Απόστολου Κουρουπάκη

kouroupakisa@kathimerini.com.cy

«Έλληνες, επενέβη σήμερον η Εθνική Φρουρά διά να σταματήσει τον αδελφοκτόνον πόλεμον μεταξύ των Ελλήνων. Πάσα αντίστασις εις την νήσον έχει εκλείψει. Ο Μακάριος είναι νεκρός. Ο κύριος σκοπός της Εθνικής Φρουράς είναι η επιβολή της τάξεως. Το θέμα είναι εσωτερικόν, μεταξύ των Ελλήνων και μόνον» ανακοινωθέν του Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου, στις 15 Ιουλίου 1974.

«Ελληνικέ κυπριακέ λαέ, εν ονόματι Θεού και ανθρώπων και κατόπιν τιμητικής επιλογής μου υπό των ενόπλων δυνάμεων του λαού μας ανέλαβον σήμερον την προεδρίαν της Κυπριακής Δημοκρατίας» διάγγελμα του πραξικοπηματία προέδρου Νικόλαου Σαμψών.

«Ελληνικέ κυπριακέ λαέ, γνώριμη είναι η φωνή που ακούεις, γνωρίζεις ποίος ομιλεί, είμαι ο Μακάριος» αναγγέλλει από τον σταθμό Κοραλλίων ο νόμιμος πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας αρχιεπίσκοπος Μακάριος Γ΄.

Τρία διαγγέλματα που σημάδεψαν βαθιά την Κύπρο, αφήνοντας ανεξίτηλο το στίγμα τους. Στις 8:20 το πρωί της 15ης Ιουλίου, μετά από εντολές της χούντας των Αθηνών, η ΕΟΚΑ Β΄ και χουντικά στελέχη της Εθνικής Φρουράς (Ελλαδίτες αξιωματικοί) με έφοδο ειδικών δυνάμεων, αρμάτων και βαρέων όπλων επιτίθενται στο Προεδρικό Μέγαρο, στην Αρχιεπισκοπή, στο ΡΙΚ και στους αστυνομικούς σταθμούς και άλλες σημαντικές υπηρεσίες. Η Προεδρική Φρουρά και το λεγόμενο Εφεδρικό αντιστάθηκαν και έτσι δόθηκε η ευκαιρία στον αρχιεπίσκοπο Μακάριο και πρόεδρο της Δημοκρατίας να διαφύγει. Στις μάχες του Προεδρικού –ας μας επιτραπεί η έκφραση – ο αδελφός πυροβολούσε τον αδελφό, τα πάθη που σοβούσαν για χρόνια αίφνης εμφανίστηκαν απροκάλυπτα πλέον, γράφοντας απλώς τον θλιβερό πρόλογο του δράματος της Κύπρου. Εκείνες τις ημέρες έπεσαν νεκροί 90-100 στρατιώτες Ε/κ και Ελλαδίτες και πολίτες και τραυματίστηκαν περίπου 250, νεκροί και από τις δύο πλευρές… βαρύς ο φόρος αίματος...

Την απόφαση για το πραξικόπημα, όπως αναφέρεται στον 1ο τόμο του «Φακέλου της Κύπρου» έλαβαν οι Φαίδων Γκιζίκης, χουντικός πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας, Αδαμάντιος Ανδρουτσόπουλος, πρωθυπουργός, Δημήτριος Ιωαννίδης αρχηγός της Χούντας των Αθηνών, και Γρηγόριος Μπονάνος, αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων. Αυτοί μαζί με τους εν Κύπρω συνεργούς τους αποφάσισαν ότι ο εκλεγμένος πρόεδρος Μακάριος έπρεπε να εξοντωθεί. Το σύνθημα ήταν το «Αλέξανδρος εισήχθη στο νοσοκομείο», τα πάντα ήταν έτοιμα, ο αρχηγός της Εθνικής Φρουράς, στρατηγός Γ. Ντενίσης, ο διοικητής της ΕΛΔΥΚ και ο πρέσβης της Ελλάδας στην Κύπρο, Ευστάθιος Λαγάκος, είχαν προσκληθεί σε παραπλανητική σύσκεψη στην Αθήνα στις 13 Ιουλίου, ουδέν θα γινόταν απούσης της στρατιωτικής ηγεσίας… Ο ταξίαρχος Μιχαήλ Γεωργίτσης, που αναπλήρωνε τον Ντενίση στην αρχηγία του ΓΕΕΦ, και ο συνταγματάρχης Κ. Κομπόκης, διοικητής των κυπριακών δυνάμεων καταδρομών, προχώρησαν στις απαιτούμενες ενέργειες, που αποσκοπούσαν στην εξόντωση του Μακαρίου και την ανατροπή της κυβέρνησής του.

Το πρωί λοιπόν της 15ης Ιουλίου 1974 και ενόσω ο Μακάριος ξεναγούσε μαθητές από την Αίγυπτο στο Προεδρικό Μέγαρο ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις Καταδρομών έλαβαν εντολή να καταλάβουν την προεδρική κατοικία, με άρματα μάχης να βάλλουν εναντίον του κτηρίου. Οι αδερφοφάδες μάχες ήταν σφοδρές με τον Μακάριο να καταφέρνει να διαφεύγει. Ο «Αλέξανδρος πήγαινε καλά» και πολύ σύντομα και όπως λέγεται ελλείψει άλλου προσώπου, πρόεδρος της Δημοκρατίας διορίστηκε ο δημοσιογράφος Νικόλαος Σαμψών, ο οποίος στο διάγγελμά του την ημέρα εκείνη θα πει: «[…] με ιδιαιτέραν υπερηφάνειαν αναλαμβάνω σήμερον τα υψηλά μου καθήκοντα πεπεισμένος, ότι το δοκιμαζόμενον σκάφος της Κύπρου θα οδηγηθή εις τον λιμένα της ψυχικής ενότητος και ηρεμίας Λαού και Στρατού». Ωστόσο, η καταφυγή του Μακαρίου στην Πάφο άλλαξε άρδην τα πράγματα, πλέον ο «Αλέξανδρος ασθενούσε», τότε διατάχθηκαν στρατιωτικά τμήματα να προχωρήσουν προς την Πάφο για σύλληψη του Μακαρίου, και η ακταιωρός «Λεβέντης» να πλεύσει στην περιοχή και να βομβαρδίσει τον ραδιοφωνικό σταθμό. Ο Μακάριος τελικά μέσω βάσεων και Μάλτας θα βρεθεί στο Λονδίνο, όπου θα αρχίσει τον αντι-πραξικοπηματικό αγώνα του. Στην αγγλική πρωτεύουσα σύντομα θα βρεθεί και ο Μπουλέντ Ετζεβίτ, ο οποίος αναζήτησε τη βρετανική συμβολή για από κοινού αντίδραση. Από το Λονδίνο θα διατάξει το Γενικό Επιτελείο Στρατού της Τουρκίας, να αρχίσει τις προετοιμασίες για εισβολή, αν δεν λάβει διαφορετικές διαταγές έως τη 19η Ιουλίου.

Νέα οκταήμερος… κυβέρνηση

Ο Νίκος Σαμψών θα διορίσει νέα κυβέρνηση, η οποία φυσικά θα είναι η πλέον βραχύβια της ιστορίας της νεότερης Κύπρου, μιας και η Τουρκία δεν άργησε να αντιδράσει. Σε ερώτηση δημοσιογράφου προς τον Νικόλαο Σαμψών στις 1 Ιουλίου 1974, αν η κινητοποίηση στρατευμάτων στα νότια της Τουρκίας δημιουργεί τη δυνατότητα εισβολής στην Κύπρο ο διορισμένος πρόεδρος Σαμψών απάντησε: «Δεν βλέπω τον λόγον διατί η Τουρκία να επέμβη στρατιωτικώς εις Κύπρον, δεδομένου ότι η Τουρκική κοινότης της Κύπρου ουδένα κίνδυνον διατρέχει. Διεκηρύξαμεν ότι η προσπάθειά μας είναι να εξεύρωμεν ειρηνικήν λύσιν μέσω των ενισχυμένων ενδοκυπριακών συνομιλιών». Εν τω μεταξύ στην Τουρκία στις 16 Ιουλίου, μία ημέρα δηλαδή από το πραξικόπημα, ο πρωθυπουργός της χώρας Μπουλέτ Ετζεβίτ ζήτησε εκτάκτως τη σύγκληση της Τουρκικής Εθνοσυνέλευσης. Μάλιστα, από τις 17 Ιουλίου είχε αρχίσει στο λιμάνι της Μερσίνας στη νότια Τουρκία η συγκέντρωση και ο εξοπλισμός αρματαγωγών και αποβατικών πλοίων. Η σύγκληση τελικώς για τις 19 Ιουλίου αναβλήθηκε … και τα ξημερώματα της 20ής Ιουλίου η Τουρκία εισέβαλε στην Κύπρο, ως εγγυήτρια δύναμη για την προστασία των Τουρκοκυπρίων.

Το Ψήφισμα 353

 Στις 16 Ιουλίου ο γενικός γραμματέας του ΟΗΕ απηύθυνε επιστολή προς τον πρόεδρο του Συμβουλίου Ασφαλείας, ζητώντας να συγκαλέσει το Σώμα ώστε να το ενημερώσει για την κατάσταση στην Κύπρο, όπως αυτή του γνωστοποιήθηκε από τον ειδικό εκπρόσωπο του γ.γ. στην Κύπρο και του επικεφαλής της ΟΥΝΦΙΚΥΠ. Την ίδια μέρα επιστολή απέστειλε και ο μόνιμος αντιπρόσωπος της Κύπριου στον ΟΗΕ Ζήνων Ρωσσίδης. Με την επιστολή του ο διπλωμάτης ενημέρωνε ότι από τις πρόσφατες ενέργειες στην Κύπρο τίθεται εν κινδύνω η Δημοκρατία, αλλά και η διεθνής ειρήνη και ασφάλεια στην περιοχή. Ο Ζήνων Ρωσσίδης ζητούσε από το Σ.Α. του ΟΗΕ τη λήψη άμεσων μέτρων ώστε να προστατευτεί η ανεξαρτησία και η εδαφική ακεραιότητα της Κύπρου. Σημειώνεται ότι στις 17 Ιουλίου ανακοινώθηκε ότι ο Ζήνων Ρωσσίδης αντικαταστάθηκε από τον Λουκή Παπαφιλίππου, κάτι που δεν αποδέχθηκαν τα Η.Ε. με τον γ.γ. να υποδέχεται τον Μακάριο ως αρχηγό κράτους.

Μάλιστα, ο γ.γ. του ΟΗΕ έκανε γνωστά πανομοιότυπα τηλεγραφήματα που απέστειλε στους πρωθυπουργούς της Ελλάδας και της Τουρκίας, με τα οποία εξέφραζε την ανησυχία του για την κατάσταση, και καλούσε τις κυβερνήσεις τους να δείξουν αυτοσυγκράτηση και να αποφύγουν περαιτέρω κλιμάκωση της έντασης. Στις επιστολές απάντησής τους ο μεν Έλληνας πρωθυπουργός σημείωνε στις 16 Ιουλίου ότι η ανεξαρτησία και η εδαφική ακεραιότητα θα διατηρηθούν. Είναι, όπως σημειωνόταν στην επιστολή, βαθιά πεποίθηση της Ελλάδας ότι το κυπριακό πρόβλημα θα πρέπει να επιλυθεί με ειρηνικό τρόπο, διά συνομιλιών. Από την πλευρά της η Άγκυρα στην απαντητική της επιστολή στις 17 Ιουλίου σημείωνε πως ανησυχεί για τη δημιουργηθείσα κατάσταση, και ότι με το ένοπλο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου η Ελλάδα έχει άμεση σχέση, αν δεν το ξεκίνησε. Ο Τούρκος πρωθυπουργός τόνιζε ότι η ασφάλεια της τουρκικής κοινότητας τίθεται σε κίνδυνο, τονίζοντας πως το πρόσωπο που ανέλαβε την εξουσία, δηλαδή ο Νίκος Σαμψών ήταν γνωστός για την αφοσίωσή του στην ιδέα της Ένωσης. Πρόσθετε δε πως τα Η.Ε. θα πρέπει να λάβουν μέτρα και να διασφαλίσουν ότι η ΕΛΔΥΚ δεν θα ενισχυθεί περαιτέρω σε άνδρες και πολεμικό υλικό. Κλείνει δε την επιστολή του ο Τούρκος πρωθυπουργός υπογραμμίζοντας πως η μοναδική νόμιμη συνταγματική οντότητα/θεσμός στο νησί ήταν η τ/κ διοίκηση.

Τελικά, στις δύο συνεδρίες του Σ.Α. (1779 και 1780) της 16ης και 19ης Ιουλίου εκτέθηκαν τα γεγονότα του πραξικοπήματος και της επισφαλούς πια κατάστασης που επικρατούσε στο νησί. Ο αρχιεπίσκοπος Μακάριος μέσω Μάλτας και Λονδίνου έφτασε στην Νέα Υόρκη, και συμμετείχε στη σύσκεψη της 19ης Ιουλίου, καταγγέλλοντας ότι η Χούντα των Αθηνών «έχει βάναυσα παραβιάσει την ανεξαρτησία της Κύπρου» το πραξικόπημα και ζήτησε από το Σ.Α. να αποκαταστήσει την τάξη. Τελικά, το Συμβούλιο Ασφαλείας κατά τη 1781η συνεδρία του στις 20 Ιουλίου 1974 υιοθέτησε ομόφωνα το ψήφισμα 353, το οποίο μεταξύ άλλων καλούσε όλα τα κράτη να σεβαστούν την κυριαρχία, την ανεξαρτησία και την εδαφική ακεραιότητα της Κύπρου, συνιστούσε τα κράτη να δείξουν τη μέγιστη αυτοσυγκράτηση και να αποφύγουν κάθε ενέργεια που θα μπορούσε να επιδεινώσει περαιτέρω την κατάσταση, και απαιτούσε τον άμεσο τερματισμό της ξένης στρατιωτικής επέμβασης στην Κυπριακή Δημοκρατία, καθώς και την άμεση αποχώρηση του ξένου στρατιωτικού προσωπικού.

 

Ομαλότης μηδέν

Ο Νίκος Σαμψών δήλωνε στους δημοσιογράφους στις 18 Ιουλίου: «Η ομαλότης επανέρχεται και η ζωή συνεχίζεται με τον κανονικό της ρυθμό. Ό,τι έχει όμως μεγίστην σημασίαν είναι ότι αποκαθίσταται τώρα η ψυχική ενότης του λαού», μόνο που 47 χρόνια μετά ούτε η ζωή συνεχίστηκε εν ομαλότητι και φευ! δεν επετεύχθη ούτε η ψυχική ενότης του λαού, αλλά τα πράγματα μοιάζουν να είναι το ίδιο δύσκολα με εκείνον τον Ιούλιο του 1974.

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
Login with email
Login with Facebook

Άλλα άρθρα συγγραφέα

Του Απόστολου Κουρουπάκη

Κύπρος: Τελευταία Ενημέρωση