ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 

Η άνοιξη της Βαρσοβίας

Αψηφώντας το τσουχτερό κρύο ανακαλύπτουμε ένα ανερχόμενο ευρωπαϊκό προορισμό

Newsroom Κ, Αθήνα

Αψηφώντας το τσουχτερό κρύο, επιβιβαζόμαστε σε ένα Nysa της δεκαετίας του 1950, παρακολουθούμε μαθήματα πολωνικής ιστορίας και ανακαλύπτουμε το χρώμα πίσω από το γκρίζο ενός από τους πιο ανερχόμενους ευρωπαϊκούς προορισμούς.

Η απόσταση που χωρίζει τα κτίρια στις δύο πλευρές της κεντρικής λεωφόρου Marszalkowska είναι τόσο μεγάλη που σε κάνει να νιώθεις όχι απλώς μικρός, αλλά και ευάλωτος. Η αίσθηση αυτή μάλλον δεν είναι τυχαία, αφού ο αστικός σχεδιασμός της πόλης αποτελεί «κληρονομιά» του σοσιαλιστικού παρελθόντος της. Περπατώντας κατά μήκος των μονότονων, γκρίζων σοβιετικών κτιρίων του κέντρου, ομολογώ ότι αναρωτήθηκα αν θα πλήρωνα ακριβά την επιλογή του συγκεκριμένου προορισμού – ο λόγος που είχα αποφασίσει να ταξιδέψω έως εδώ ήταν απλώς το χαμηλό κόστος του αεροπορικού ναύλου. Το έντονο κρύο, το εκ πρώτης όψεως αδιάφορο κέντρο και το σκοτάδι που πέφτει από νωρίς το απόγευμα έτσι κι αλλιώς δεν βοηθούν να εγκλιματιστείς στην πόλη. Και η αληθινή προσωπικότητά της αποτυπώνεται σε στοιχεία που πρέπει να ψάξεις για να τα βρεις.

AΠΟ ΤΗ ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ 1950 ΜΕ ΑΓΑΠΗ

Eίναι ήδη 10 η ώρα το πρωί, αλλά ο ουρανός είναι σκοτεινός σαν να έχει μόλις χαράξει. Στέκομαι έξω από ένα γκρίζο ξενοδοχείο, με το βλέμμα καρφωμένο στην τεράστια αλλά έρημη λεωφόρο, ελπίζοντας να μην καθυστερήσει στο ραντεβού μας ο Ανταμ, ξεναγός της Warsaw Adventure Tours. Ξεχνώ ακαριαία το κρύο, όταν βλέπω ένα όχημα Nysa της δεκαετίας του 1950, με τις καρτουνίστικες καμπύλες και το φωτεινό χρώμα του, να κινείται με θόρυβο και ταχύτητα προς το μέρος μου.

Από το παράθυρο του μίνι βαν ξεπροβάλλει το κεφάλι του Ανταμ, που μου κάνει νόημα να ανέβω γρήγορα. «Η μηχανή δεν έχει ζεσταθεί καλά ακόμα και το κρύο δεν βοηθά», απολογείται καθώς στριμώχνομαι σε ένα από τα καθίσματα στο πίσω μέρος του φορτηγού. Μέσα από τον καθρέφτη βλέπω μόνο τα μάτια του και τη λέξη «Polska» κεντημένη με μεγάλα γράμματα πάνω στον μαύρο του σκούφο. Η πόλη δείχνει πιο χαρούμενη μέσα από το Nysa, ακόμα κι αν πολλές φορές χρειάζεται να σκύψεις για να «χωρέσουν» τα αξιοθέατα μέσα στα μικρά και θαμπωμένα του παράθυρα.

Τη στιγμή που ο Ανταμ παλεύει με το βαρύ τιμόνι του αυτοκινήτου για να παρκάρει για την πρώτη στάση της ξενάγησης στην πλατεία Grzybowski, ξεκινά να πέφτει ένα χιόνι λεπτό σαν αλάτι. Το μονότονο αστικό τοπίο αποκτά γρήγορα μια διαφορετική, πιο ανάλαφρη αίσθηση. Στην πλατεία αυτή, που αποτελούσε προπολεμικά την καρδιά της πόλης, σήμερα δεν κυκλοφορεί ψυχή.

«Η εκκλησία των Αγίων Πάντων είναι η μεγαλύτερη της Βαρσοβίας και το άγαλμα του Πάπα Ιωάννη Παύλου Β΄ συνδέεται με μία από τις ιστορικές του επισκέψεις στην πόλη», μου εξηγεί με πάθος ο Ανταμ, υπογραμμίζοντας τον ρόλο που έπαιξε τόσο η συγκεκριμένη προσωπικότητα όσο και ο καθολικισμός στην αντίσταση των Πολωνών ενάντια στο σοσιαλιστικό καθεστώς. Διστάζω να κάνω ερωτήσεις, γιατί ντρέπομαι που αγνοώ τα σχετικά επεισόδια της ευρωπαϊκής ιστορίας, και ξαφνιάζομαι ακόμα περισσότερο όταν ανακαλύπτω ότι η συγκεκριμένη περιοχή αποτελούσε μέρος του εβραϊκού γκέτο της Βαρσοβίας το 1940.

«Βασικό κλειδί για να κατανοήσεις την πόλη είναι να μπορέσεις να καταλάβεις σε ποια εποχή ανήκει το κάθε κτίριο», μου κλείνει το μάτι ο Ανταμ και παραθέτει τις τρεις βασικές επιλογές: προπολεμική, σοσιαλιστική και σύγχρονη Βαρσοβία. Στις προσόψεις πολλών οικημάτων υπάρχουν ακόμα τα σημάδια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ψηλαφώ τις τρύπες που άφησαν οι σφαίρες στον τοίχο ενός κομψού νεοκλασικού οικήματος, αλλά και τα πλαστικά ομοιώματα αυτοκόλλητων επιδέσμων που τοποθέτησε επάνω τους κάποιος καλλιτέχνης ως εικαστική παρέμβαση. Πλησιάζω στη φαρδιά ξύλινη πόρτα ενός άλλοτε μεγαλοπρεπούς κτιρίου και, κοιτάζοντας μέσα από τη χαραμάδα, διακρίνω ένα χρωματιστό άγαλμα της Παναγίας, στολισμένο με λουλούδια και κεριά.

«Η θρησκεία έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο κατά τη διάρκεια του πολέμου», εξηγεί ο Ανταμ. «Εκεί έβρισκαν ελπίδα οι άνθρωποι. Οι μικροί αυτοί υπαίθριοι ναοί είναι χαρακτηριστικοί της αρχιτεκτονικής των εσωτερικών αυλών των κτιρίων της εποχής που η Βαρσοβία αποτελούσε το “Παρίσι της Ανατολής”. Πρόκειται για μια πόλη στην οποία θριαμβεύει η ειρωνεία της ιστορίας», συνεχίζει, λέγοντάς μου ότι το εμβληματικό και γιγαντιαίο Μέγαρο Πολιτισμού και Επιστημών που «δώρισαν» οι Σοβιετικοί στον λαό της Πολωνίας οικοδομήθηκε με τρόπο τέτοιο που να επισκιάζει τον καθολικό ναό των Αγίων Πάντων.

Μάλιστα, μία σειρά από άχαρα παραλληλόγραμμα κτίρια ανεγέρθηκαν έτσι ώστε να κρύβουν τη θέα της εκκλησίας από το Μέγαρο, αλλά να επιτρέπουν τη θέα του Μεγάρου από την εκκλησία. Περνώντας πια στον 21ο αιώνα, η αλλαγή στην ισορροπία των δυνάμεων προίκισε τη Βαρσοβία με μια σειρά από ουρανοξύστες πολυεθνικών εταιρειών, οι οποίοι και απέσπασαν, με τη σειρά τους, από το Μέγαρο τον τίτλο του ψηλότερου κτιρίου της πόλης.

Η βόλτα μας συνεχίζεται για ώρα στους δρόμους του κέντρου και στην «εναλλακτική» γειτονιά της Praga, στις ανατολικές όχθες του ποταμού Βιστούλα, για να ολοκληρωθεί με μια επίσκεψη στο μικρό Μουσείο του Κομμουνισμού. Συλλογές αντικειμένων χαρακτηριστικών της ζωής υπό το σοβιετικό καθεστώς παρουσιάζονται, μαζί με τις ιστορίες τους, σε χώρους που προσομοιάζουν σε ένα διαμέρισμα, ένα γραφείο και ένα παντοπωλείο.

«Ποιο είναι για σένα το χειρότερο κομμάτι της πολωνικής ιστορίας;» τον ρωτώ. «Οι Γερμανοί μάς σκότωσαν, αλλά οι Ρώσοι μάς πήραν την ψυχή», απαντά χωρίς δεύτερη σκέψη και με κερνά μια nalewnka, βότκα με γεύση φρούτων, για να μην αφήσει την κουβέντα να βαρύνει υπερβολικά. «Διάβαζα σε μια έρευνα ότι οι Πολωνοί και οι Ελληνες είμαστε οι δύο πιο δύσπιστοι λαοί της Ευρώπης», μου λέει τη στιγμή που αποχαιρετιζόμαστε με μια αγκαλιά. «Ισως έχουμε περισσότερα κοινά απ’ ό,τι αντιλαμβανόμαστε», του απαντώ συνωμοτικά.

Μόνη πια, καθώς περιμένω το φανάρι να ανάψει πράσινο στην πεζοδιάβαση της Aleje Jerolimskie, συνειδητοποιώ ότι έχω συμφιλιωθεί τελικά με τις αχανείς διαστάσεις της, που έτσι κι αλλιώς κυριαρχούν στην πόλη. Ειδικά όταν τη διασχίζουν με ταχύτητα τα κιτρινοκόκκινα τραμ, η λεωφόρος μοιάζει με μια ευθεία γραμμή πάνω στην οποία πηγαινοέρχονται ακόμα αναμνήσεις από την πρόσφατη ευρωπαϊκή ιστορία.

ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΠΟΛΩΝΙΚΟ DESIGN

Δύο μέρες αργότερα, αν και το κρύο στη Βαρσοβία παραμένει τσουχτερό, νιώθω ότι κάπως το έχω συνηθίσει. Κάποιοι λένε ότι ακόμα και ο παγωμένος αέρας οφείλεται στους Σοβιετικούς, αφού η διαπλάτυνση των κεντρικών λεωφόρων δημιούργησε νέα ρεύματα στην πόλη. Περπατώ μέχρι την πλατεία Zbawiciela για το ραντεβού μου με τη Μαγδαλένα, μέλος της ομάδας συγγραφέων και designers που σχεδίασαν ένα από τα πιο μοντέρνα καταλύματα της πόλης, τα Autor Rooms.

Ξαφνιάζομαι αντικρίζοντας μια διστακτική κοπέλα με «αυστηρό» ντύσιμο, αλλά η Μαγδαλένα αποδεικνύεται απροσποίητα φιλόξενη. «Η διετία 2006-2008 υπήρξε η πιο δημιουργική περίοδος στην πρόσφατη ιστορία της πόλης», παρατηρεί, αναφέροντας ως μικρό αλλά χαρακτηριστικό παράδειγμα αστικής εξωστρέφειας τα καλοκαιρινά πάρτι δίπλα στον Βιστούλα που άρχισε να διοργανώνει εκείνη την εποχή το δημιουργικό γραφείο Mama Studio, το οποίο βρίσκεται πίσω από τα Autor Rooms. Περπατάμε μαζί στην οδό Lwowska, έναν από τους ελάχιστους δρόμους που γλίτωσαν από τους βομβαρδισμούς κατά τη διάρκεια του πολέμου. Η εξωτερική όψη του κτιρίου στο οποίο στεγάζεται το ξενοδοχείο, δείγμα αρχιτεκτονικής του βερολινέζικου μοντερνισμού, είναι κάτι παραπάνω από εντυπωσιακή.

Πριν περάσουμε στο εσωτερικό, μου εφιστά την προσοχή στα στοιχεία που θυμίζουν μεσαιωνικό κάστρο. Η ομάδα των σχεδιαστών φρόντισε να χρησιμοποιήσει όσο το δυνατόν περισσότερα αντικείμενα πολωνικού design, αλλά και να δημιουργήσει απρόσμενες αρχιτεκτονικές εκπλήξεις, που διαδέχονται η μία την άλλη στα ευρύχωρα, ψηλοτάβανα δωμάτια. Και έχει πράγματι ενδιαφέρον, μεταξύ άλλων, ο ευφάνταστος τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίστηκε η ανάγκη δημιουργίας επιπρόσθετων μπάνιων στο ιστορικό κτίριο.

Η Μαγδαλένα ανοίγει την πόρτα μιας γιγαντιαίας μαύρης «ντουλάπας» πρισματικού σχήματος και αποκαλύπτει ένα μπάνιο-εικαστική παρέμβαση, με όλα τα γνώριμα είδη υγιεινής σε απρόσμενη διάταξη. Περί πολωνέζικου design ο λόγος, λοιπόν. Μου δείχνει φωτογραφίες της κλασικής πολυθρόνας RM58 του Roman Modzelewski, την οποία και παράγει πλέον μαζικά η εταιρεία Vzor, το σκαμνί Plopp του Oskar Zieta αλλά και τις παραδοσιακού τύπου κούπες της Mamsam. Την προσοχή μου τραβά και η έκδοση WarszaWarsaw, ο καλλιτεχνικός οδηγός πόλης που δημιούργησε πρόσφατα η ομάδα των Autor Rooms, με σκοπό να μοιραστεί με φίλους και επισκέπτες κάποια από τα πιο ιδιαίτερα σημεία της Βαρσοβίας.

«PRZEPRASZAM» ΘΑ ΠΕΙ «ΣΥΓΓΝΩΜΗ»

Για το τελευταίο μου γεύμα στη Βαρσοβία αποφασίζω να ακολουθήσω μία από τις πιο παραδοσιακές συστάσεις του WarszaWarsaw. Προσπερνώ τα μοδάτα εστιατόρια της οδού Mokotowska και προχωρώ προς το Bambino Milk Bar, ένα από τα εναπομείναντα «σοσιαλιστικά μαγειρεία» της πόλης. Τα milk bars είναι από τα λίγα, ενδεχομένως, στοιχεία του κομμουνιστικού παρελθόντος που οι Πολωνοί θέλησαν να διατηρήσουν ζωντανά. Στην αρχική τους μορφή, σέρβιραν οικονομικά γεύματα με βάση τα γαλακτοκομικά, κυρίως, προϊόντα. Σήμερα, στην κουζίνα τους αχνίζουν δεκάδες κατσαρόλες με σούπες, pierogi (γεμιστά ζυμαρικά) και ποικιλία πιάτων με βασικά συστατικά την πατάτα, το λάχανο και το κρέας.

Η ουρά μπροστά στο ταμείο του Bambino είναι τεράστια και η εξυπηρέτηση σελφ σέρβις. Πληρώνω για μία σούπα zurek και μία μερίδα pierogi με σπανάκι και όταν πια έρχεται η σειρά μου, δίνω το χαρτάκι της απόδειξης σε μία από τις μαγείρισσες για να παραλάβω την παραγγελία μου. Κάθομαι στο τελευταίο ελεύθερο τραπέζι και απολαμβάνω τη νοστιμιά αυτής της ιδιαίτερης σούπας, φτιαγμένης με προζύμι, μυρωδικά και κρέμα γάλακτος. Γοητευμένη από τη φινετσάτη γεύση της, επιστρέφω στο ταμείο για μια δεύτερη μερίδα, αλλά αυτή τη φορά η παραγγελία μου καθυστερεί. Πλησιάζω στο παράθυρο της κουζίνας, επαναλαμβάνοντας παρακλητικά τη μοναδική λέξη που ξέρω στα Πολωνέζικα: «Ζurek;».

Η μαγείρισσα με κοιτά βλοσυρά και ξεκινά μια αποτυχημένη –ελλείψει κοινού γλωσσικού εδάφους– προσπάθεια συνεννόησης, που δεν καταλήγει πουθενά. Κάνω να φύγω –δεν θέλω να χάσω την πτήση μου για ένα zurek– και τρέχει ξοπίσω μου. «Ρrzepraszam», λέει κοιτώντας με στα μάτια και τείνει προς το μέρος μου μία μερίδα σούπας σε πακέτο. Είναι η δεύτερη λέξη που μαθαίνω στα Πολωνέζικα και σημαίνει «συγγνώμη». Ακόμα κι αν δεν προλαβαίνω πια να απολαύσω τη σούπα, αποτελεί μέρος των μαθημάτων ευρωπαϊκής ιστορίας που μου προσέφερε η Βαρσοβία. Χαμογελώ και την αποδέχομαι.

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS

Διαβάζονται σήμερα

Άλλα άρθρα συγγραφέα

Newsroom Κ, Αθήνα

Σχόλια αναγνωστών

Με απλά λόγια

««αν δεν μπορείς να το εξηγήσεις με απλά λόγια, ούτε εσύ ο ίδιος το έχεις καταλάβει πολύ καλά». H κατάσταση ...»
jim  |  09:45

Με απλά λόγια

«Αυτό που μου αρέσει στον κ. Παράσχο είναι η διαφορετική ματιά του. Χαίρομαι που δεν είμαι ο μόνος που ...»
CP  |  09:43

Άλλα λόγια να αγαπιόμαστε

«Δ.Δ.Ο. ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΕΥΡΩΠΑΙΚΩΝ ΑΞΙΩΝ Οι Τουρκοκύπριοι αντιλαμβάνονται ότι η Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία ...»
Ανδρεας Κωνσταντινιδης, Β.Α, Μ.Α.  |  19:38

Ένας διεκπεραιωτής υπουργός

«Ακριβως οπως τα λες!»
Αγγελα  |  14:41

Ταξίδια: Τελευταία Ενημέρωση

Αυτά που ξεχωρίζουν είναι τα γεμάτα ζωή σοκάκια της πρωτεύουσας

Road trip στην Πορτογαλία

Οκτώ ημέρες, χίλια πεντακόσια χιλιόμετρα, εννιά πόλεις-σταθμοί σε μια χορταστική περιήγηση
Newsroom Κ, Αθήνα
 |  ΤΑΞΙΔΙΑ
Η Ύδρα είναι χτισμένη αμφιθεατρικά γύρω από το λιμάνι της.

Υδρα και φέτος

Aδυναμία των καλλιτεχνών, αλλά και εκείνων που αγαπούν την τέχνη σε όλες τις εκφάνσεις της
Newsroom Κ, Αθήνα
 |  ΤΑΞΙΔΙΑ