ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 

Κακουργιοδικείο: Εκτροπή από επιτρεπτό πλαίσιο η ανάλυση συνταγματικότητας χωρίς υπόβαθρο γεγονότων

Η διαδικασία συνεχίζεται στις 18 Ιανουαρίου στις 09:30.

ΚΥΠΕ

Το γεγονός και μόνο ότι κάποιος κατηγορείται για αδίκημα δεν σημαίνει ότι δικαιούται σε απόφαση για τη συνταγματικότητα της νομοθετικής πρόνοιας βάσει της οποίας κατηγορείται, αναφέρει το Μόνιμο Κακουργιοδικείο Λευκωσίας στην ενδιάμεση απόφασή του χθες στη δίκη των Πολιτογραφήσεων, σημειώνοντας παράλληλα ότι πρέπει «να διαπιστωθούν πρώτα τα γεγονότα που συνθέτουν την κατηγορία».

«Δεν μας βρίσκει σύμφωνους η θέση ότι, το ζήτημα αντισυνταγματικότητας των επίδικων άρθρων, ως αυτό τέθηκε ενώπιον μας, μπορεί να επιλυθεί ως αμιγώς νομικό ζήτημα είτε από το εκδικάζον Δικαστήριο είτε με παραπομπή στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο», αναφέρει στην απόφασή του το Κακουργιοδικείο, την οποία εξασφάλισε στην ολότητά της το ΚΥΠΕ. Το γεγονός, σημειώνει, «ότι διάδικος μπορεί να εγείρει ζήτημα αντισυνταγματικότητας σε οποιοδήποτε στάδιο δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη, όπως επισημάνθηκε ανωτέρω, ότι κάθε στάδιο της διαδικασίας είναι και το κατάλληλο στάδιο». Όπως αναφέραμε, συνεχίζει, «πρέπει και να είναι ουσιώδες για τη διάγνωση της διαφοράς».

Εν προκειμένω, αποφαίνεται το Δικαστήριο στην απόφασή του, «κρίνουμε ότι καλούμαστε να αποφασίσουμε αφηρημένα, υποθετικά ή ενδεχόμενα ζητήματα σε σχέση με νομοθετικές διατάξεις». Δεν έχει καταδειχθεί, συνεχίζει, «ότι αυτό είναι απαραίτητο ή αναγκαίο, σε αυτό το στάδιο, για την επίλυση της διαφοράς». Το Δικαστήριο «δεν μπορεί και δεν πρέπει να διατυπώσει κανόνα συνταγματικού δικαίου ευρύτερο από αυτό που απαιτείται από τα συγκεκριμένα ενώπιον του γεγονότα».

«Ανάλυση της συνταγματικότητας του νόμου και ιδίως της προβλεπόμενης ποινής χωρίς να υπάρχει σχετικό υπόβαθρο γεγονότων θα αποτελούσε γνωμοδότηση και θα συνιστούσε εκτροπή από το επιτρεπτό πλαίσιο παρέμβασης που θέτει η νομολογία», επισημαίνει.

Οι λεπτομέρειες αδικήματος σε κατηγορητήριο, εξηγεί, «δεν αποτελούν υπόβαθρο γεγονότων, αλλά ισχυρισμούς τους οποίους η Κατηγορούσα Αρχή καλείται να αποδείξει στο πλαίσιο παρουσίασης της υπόθεσης της. Είναι άγνωστο τι θα επιτύχει να αποδείξει και επομένως ανώφελο να ασκήσει κρίση το Δικαστήριο επί πιθανών εκδοχών ή ισχυρισμών».

«Το γεγονός και μόνο ότι κάποιος κατηγορείται για αδίκημα δεν σημαίνει ότι δικαιούται σε απόφαση για τη συνταγματικότητα της νομοθετικής πρόνοιας βάσει της οποίας κατηγορείται», αναφέρει. Πρέπει, σημειώνει το Κακουργιοδικείο στην απόφασή του, «να διαπιστωθούν πρώτα τα γεγονότα που συνθέτουν την κατηγορία».

«Για τους λόγους που αναφέραμε παρέλκει η εξέταση ενδεχόμενης παραπομπής στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο για απόφαση», αποφαίνεται.

Συμπληρωματικά, το Δικαστήριο αναφέρει επίσης ότι «ένσταση που αφορά συνταγματικότητα νόμου δεν μπορεί να ενταχθεί, άνευ ετέρου, στο πλαίσιο εξέτασης ελαττωματικού κατηγορητηρίου δυνάμει τού άρθρου 66 της Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155» και επικαλείται προς τούτο σχετική νομολογία.

Προσθέτει ότι «η παρούσα περίπτωση επίσης διαφοροποιείται από τα γεγονότα της υπόθεσης Αναφορικά με την αίτηση των Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.ά., Πολιτική Αίτηση 69/2017, 2/12/2017, όπου η κατηγορία βασιζόταν, μεταξύ άλλων, σε δευτερογενή νομοθεσία που είχε εκδοθεί από μη νόμιμα συγκροτημένο νομικό πρόσωπο με αποτέλεσμα αυτή να είναι άκυρη».

Στο πλαίσιο του άρθρου 66 του Κεφ. 155, κρίνει, «θα μπορούσε να εξεταστεί μόνο η 2η προδικαστική ένσταση, αν δηλαδή ο Ν.25(ΙΙΙ)/2008 (και δη το άρθρο 18 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών) κατήργησε το αδίκημα που προβλέπεται στο άρθρο 12 της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης που κυρώθηκε με τον Ν. 23(ΙΙΙ)/2000 και ειδικότερα αυτό της κατηγορίας 5».

Εν προκειμένω, αναφέρει το Κακουργιοδικείο, οι δύο νομοθεσίες αφορούν διεθνείς συμβάσεις που έχουν κυρωθεί από την Κυπριακή Δημοκρατία. «Το δίκαιο των διεθνών συμβάσεων διέπει ο περί τής Συμβάσεως της Βιέννης επί του Δικαίου των Συνθηκών (Κυρωτικός) Νόμος, Ν.62/1976 («Σύμβαση της Βιέννης») στον οποίο αναφορά έγινε από την κ. Παπαγαπίου. Όπως ορθά, κατά την άποψη μας, ανέφερε, στις περιπτώσεις διαδοχικών διεθνών συμβάσεων με το ίδιο αντικείμενο ισχύουν οι πρόνοιες του άρθρου 30 της Σύμβασης της Βιέννης», το οποίο και παραθέτει.

Ενώπιον μας, αναφέρει, «δεν έχει τεθεί ότι υπάρχει ταύτιση συμβαλλομένων κρατών, έστω και μερική. Ακόμη όμως και να υπήρχε μερική ταύτιση συμβαλλομένων κρατών αυτό θα αφορούσε ζήτημα επίλυσης μεταξύ των συμβαλλομένων κρατών». Επομένως, προσθέτει, «δεν μπορεί να γίνει δεχτή η θέση για κατάργηση της προγενέστερης Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης που κυρώθηκε με τον Ν.23(ΙΙΙ)/2000 από την κύρωση της μεταγενέστερης Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών με τον Ν.25(ΙΙΙ)/2008».

Αξίζει επίσης να σημειωθεί, σύμφωνα με το Δικαστήριο, «ότι το άρθρο 18 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών που κυρώθηκε με τον Ν.25(ΙΙΙ)/2008, σε αντίθεση με το άρθρο 4 του Ν.23(ΙΙΙ)/2000 που ποινικοποιεί το άρθρο 12 της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης, δεν δημιουργεί ποινικά αδικήματα. Ως εκ τούτου δεν προκύπτει σύγκρουση των προνοιών των κυρωτικών νόμων». Περαιτέρω, συνεχίζει, «σύμφωνα με τα άρθρα 54 και 57 της Σύμβασης της Βιέννης, διεθνής σύμβαση δύναται να τερματιστεί ή να ανασταλεί η ισχύς της, εάν τούτο προνοεί η ίδια η σύμβαση ή με συμφωνία των συμβαλλομένων μερών μετά από διαβούλευση».

Σύμφωνα με το άρθρο 41 της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης που επικυρώθηκε με τον Ν.23(ΙΙΙ)/2000, αναφέρει, «οποιοδήποτε μέρος δύναται, κατά οποιοδήποτε χρόνο, να καταγγείλει τη σύμβαση μέσω ειδοποίησης η οποία απευθύνεται στον Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης». Τέτοια καταγγελία τίθεται σε ισχύ την πρώτη ημέρα του μήνα ο οποίος ακολουθεί τη λήξη περιόδου τριών μηνών μετά την ημερομηνία λήψης της ειδοποίησης από τον Γενικό Γραμματέα.

Η καταγγελία και κατάργηση της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης, σημειώνει, «επομένως προϋποθέτει κυβερνητική πράξη. Ενώπιον μας δεν έχει τεθεί ότι υπήρξε καταγγελία της από τη Δημοκρατία σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο. Αντίθετα, η Βουλή προχώρησε το 2012 (και επομένως μετά την κύρωση της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών με τον Ν.25(ΙΙΙ)/2008) και τροποποίησε τα άρθρα 4, 6 και 7 του Ν.23(ΙΙΙ)/2000 με τον Ν.22(ΙΙΙ)/2012».

«Ως εκ τούτου η επιχειρηματολογία του κ. Παπαϊωάννου για κατάργηση του Ν.23(ΙΙΙ)/2000 δεν μπορεί να γίνει δεκτή», αναφέρει. «Στη βάση των όσων αναφέραμε και οι δύο ενστάσεις απορρίπτονται», καταλήγει στην ενδιάμεση απόφασή του το Κακουργιοδικείο Λευκωσίας.

Υπενθυμίζεται ότι μετά την ανάγνωση της απόφασης, ο συνήγορος υπεράσπισης Χριστάκη Τζιοβάνη Γιώργος Παπαϊωάννου εξέφρασε τη διαφωνία της υπεράσπισης και επιφυλάχθηκε του δικαιώματος επαναφοράς των ίδιων ζητημάτων στο παρόν ή σε μελλοντικό στάδιο της διαδικασίας, θέση που εξέφρασε και ο δικηγόρος του Δημήτρη Συλλούρη, Κρις Τριανταφυλλίδης, ενώ επιφυλάχθηκε και του δικαιώματός του για υποβολή και τρίτης έντασης σε χρόνο που θα αποφασιστεί στην πορεία.

Η διαδικασία συνεχίζεται στις 18 Ιανουαρίου στις 09:30.

 

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

Άλλα άρθρα συγγραφέα

ΚΥΠΕ

Κύπρος: Τελευταία Ενημέρωση