ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 

Βρετανία: Η βαριά οικονομική «κληρονομιά» που αφήνει πίσω της η Λιζ Τρας

Αυξανόμενο κόστος δανεισμού, διψήφιος πληθωρισμός και ύφεση στη Βρετανία

Οποιος και αν είναι ο νικητής στην κούρσα για την αντικατάσταση της Λιζ Τρας, θα είναι χαμένος. Ο επόμενος πρωθυπουργός της Βρετανίας θα κληρονομήσει μια οικονομία που θα πιέζεται στο άμεσο μέλλον από το αυξανόμενο κόστος δανεισμού της χώρας, το εξοντωτικό κόστος της ενέργειας, τους υψηλούς φόρους και την έλλειψη στρατηγικής για την τόνωση της ανάπτυξης. Ο καινούργιος πρωθυπουργός θα κληθεί να εκπονήσει σχέδιο για να σώσει τη Βρετανία από την ύφεση, στην οποία ίσως βρίσκεται ήδη. Κληρονομεί έναν πληθωρισμό που είναι διψήφιος για πρώτη φορά μετά 40 χρόνια και αναμένεται να επιταχυνθεί περαιτέρω μέσα στον χειμώνα, αναγκάζοντας την Τράπεζα της Αγγλίας να συνεχίσει τις αυξήσεις των επιτοκίων. Οι φοροαπαλλαγές που σχεδίαζε η Τρας έχουν ανακληθεί, αλλά το υπουργείο Οικονομικών έχει να αντιμετωπίσει ένα διογκωμένο δημοσιονομικό έλλειμμα και οι επενδυτές απαιτούν αυτοσυγκράτηση.

Η Λιζ Τρας ανέλαβε καθήκοντα πριν από έξι εβδομάδες υποσχόμενη να αναθερμάνει την οικονομία με φοροαπαλλαγές, αλλά φάνηκε πως δεν έλαβε υπ’ όψιν τον ταχύτατο πληθωρισμό και δεν διέθετε σχέδιο για να καλύψει το κόστος αυτών των φοροαπαλλαγών. Ακολούθησε πανικός στις αγορές, που ανάγκασε την Τρας σε πλήρη αναδίπλωση και οι φόροι επανήλθαν στα υψηλότερα επίπεδα μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι περισσότεροι αναλυτές προεξοφλούν παρατεταμένη ύφεση που θα επιδεινώνεται καθώς το υπουργείο Οικονομικών, αντί να επικεντρώνεται στην τόνωση της ανάπτυξης, θα προσπαθεί να δει πώς θα καλύψει το δημοσιονομικό κενό των 25 δισ. στερλινών.

Σχολιάζοντας σχετικά ο Τζέιμι Ρας, οικονομολόγος του Bloomberg, επισήμανε πως ο αντικαταστάτης της Τρας θα αντιμετωπίσει μεγάλη πίεση για να εξισορροπήσει τα οικονομικά του κράτους. «Είναι θετικό», τονίζει ο ίδιος, «ότι το δημοσιονομικό κενό είναι μικρότερο από όσο νομίζαμε ακόμη και πριν από λίγες ημέρες. Είναι αρνητικό, όμως, ότι πρέπει να γίνουν περικοπές δαπανών, γιατί τόσο οι περικοπές δαπανών όσο και οι αυξήσεις φόρων είναι πάντα επώδυνες και προκαλούν διαμάχες. Και ο επόμενος πρωθυπουργός θα πρέπει να τις επιβάλει χωρίς καν να έχει την εντολή των ψηφοφόρων κι ενώ το Συντηρητικό Κόμμα βρίσκεται σε αναβρασμό και οι αγορές είναι έτοιμες να τιμωρήσουν κάθε παραπάτημα. Δεν θα είναι εύκολο».

Τα νοικοκυριά αγωνίζονται να αντιμετωπίσουν το αυξανόμενο κόστος της διαβίωσης, που υπονομεύει περαιτέρω τη δημοτικότητα της κυβέρνησης. Το κόστος προϊόντων και υπηρεσιών αυξάνεται πολύ πιο γρήγορα από τους μισθούς και οι εργαζόμενοι βλέπουν την αγοραστική τους δύναμη να μειώνεται. Οι επενδυτές εκτιμούν πως τα επιτόκια θα φτάσουν στο 5% και οι οικονομολόγοι της Bloomberg Economics προβλέπουν μείωση 0,4% του βρετανικού ΑΕΠ μέσα στο επόμενο έτος. Ενδεχομένως η συρρίκνωση να είναι και μεγαλύτερη. Οι περισσότεροι οικονομολόγοι εκτιμούν πως δεν θα υπάρξει σημαντική ανάπτυξη το δεύτερο εξάμηνο του 2023 και το μόνο στο οποίο μπορεί να ελπίζει ο διάδοχος της κ. Τρας είναι πως η λιτότητα θα δώσει τη θέση της σε κάποιες φοροαπαλλαγές όταν θα πλησιάζουν οι εκλογές. Πέραν της επώδυνης βραχυπρόθεσμης πραγματικότητας, το χειρότερο είναι πως όσοι παράγοντες στήριξαν τη Βρετανία τις τελευταίες τρεις δεκαετίες, τα φθηνά προϊόντα, τα φθηνά εργατικά χέρια, η φθηνή πίστωση και η φθηνή ενέργεια, αντιστρέφονται όλα.

Η βρετανική οικονομία γνώρισε την ευημερία τη δεκαετία του 1990 και στις αρχές της δεκαετίας του 2000 παράλληλα με τις αυξανόμενες εμπορικές συναλλαγές με την Ε.Ε. και τις χώρες της Ασίας, που μείωσε το κόστος προϊόντων και υπηρεσιών. Σε συνδυασμό με την πτώση των τιμών του πετρελαίου και του φυσικού αερίου και την ελεύθερη διακίνηση εργαζομένων από την Ε.Ε., είδε τον πληθωρισμό να υποχωρεί και τα επιτόκια να συμπιέζονται σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα. Τώρα όλα αυτά αντιστρέφονται πλήρως. Οι εμπορικές διενέξεις με την Ε.Ε. και την Κίνα, σε συνδυασμό με το χάος στις εφοδιαστικές αλυσίδες, έχουν οδηγήσει στα ύψη το κόστος των προϊόντων.

Ο πόλεμος ανάμεσα στη Ρωσία και στην Ουκρανία οδήγησε στην ενεργειακή κρίση. Κι ενώ η ανεργία έχει υποχωρήσει στα χαμηλότερα επίπεδα των τελευταίων 48 ετών, τουλάχιστον 300.000 εργαζόμενοι εγκατέλειψαν τις θέσεις τους και την αγορά εργασίας εν μέσω της πανδημίας, δυσκολεύοντας όσες επιχειρήσεις ήθελαν να προσλάβουν προσωπικό και να επεκταθούν. Σήμερα, αντί να οικοδομεί νέες βιομηχανίες, η Βρετανία διαρρηγνύει τους δεσμούς της με τον σημαντικότερο εμπορικό της εταίρο, υποβαθμίζει τις σχέσεις της με την Κίνα και δεν αναμένεται να συνάψει εμπορική συμφωνία με τις ΗΠΑ στο εγγύς μέλλον.

Πηγή: Bloomberg

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

Οικονομική: Τελευταία Ενημέρωση