ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 

«Καμπανάκι» για κίνδυνο ύφεσης στη Γερμανία

Σε περίπτωση επιβολής εμπάργκο στους ρωσικούς υδρογονάνθρακες

Kathimerini.gr

Η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης ζει με την αγωνία πως κινδυνεύει να βυθιστεί στη μεγαλύτερη ύφεση που έχει γνωρίσει μετά τον όλεθρο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Και ο λόγος δεν είναι άλλος από την προοπτική να μείνει χωρίς το ρωσικό φυσικό αέριο, αφού πρώτα μείνει οριστικά χωρίς τον ρωσικό άνθρακα και το ρωσικό πετρέλαιο.

Στους κόλπους της Ε.Ε. βρίσκεται σε εξέλιξη η συζήτηση για ενδεχόμενο συνολικό εμπάργκο στους ρωσικούς υδρογονάνθρακες, στο πλαίσιο των τιμωρητικών κυρώσεων κατά της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία. Προ ημερών, μάλιστα, αποκλειστικές πληροφορίες της αμερικανικής εφημερίδας New York Times έφεραν τους αξιωματούχους της Ε.Ε. να συντάσσουν σχετικό σχέδιο με πρότυπο την απαγόρευση στις εισαγωγές άνθρακα από τη Ρωσία. Ακόμη, όμως, κι αν δεν ευοδωθεί το ευρωπαϊκό σχέδιο, η Γερμανία και οι βιομηχανίες της θα μπορούσαν να μείνουν χωρίς τους ρωσικούς υδρογονάνθρακες σε περίπτωση που η Ρωσία αποφασίσει να εκδικηθεί για τις εναντίον της κυρώσεις κάνοντας χρήση του μεγάλου όπλου της, του ενεργειακού πλούτου της.

Και ενώ όλος αυτός ο προβληματισμός συνεχίζεται και εντείνεται, τα μεγαλύτερα οικονομικά ινστιτούτα της Γερμανίας προειδοποιούν για τον κίνδυνο ύφεσης και οι γερμανικές βιομηχανίες αγωνιούν μήπως έρχεται το τέλος τους. Βλέποντας να μην μπορεί πλέον να αποκλείσει κάτι που μέχρι προ διμήνου φαινόταν αδιανόητο, το Βερολίνο έχει ήδη ενεργοποιήσει μηχανισμό που προβλέπει ότι σε περίπτωση ανεπάρκειας ενέργειας θα δοθεί προτεραιότητα στην ηλεκτροδότηση και τη θέρμανση των γερμανικών νοικοκυριών και στη λειτουργία βιομηχανιών που παράγουν είδη αναγκαία για τη διατροφή και την προστασία της υγείας. Αυτό σημαίνει πως σε περίπτωση ελλείψεων ενδέχεται να διακοπεί η λειτουργία των γερμανικών βιομηχανικών κολοσσών.

Μεγάλα οικονομικά ινστιτούτα προειδο-ποίησαν πως ένα πλήρες εμπάργκο της Ε.Ε. θα οδηγήσει τη γερμανική οικονομία σε απώλεια 220 δισ. ευρώ το τρέχον και το επόμενο έτος.

Την περασμένη εβδομάδα τα μεγαλύτερα οικονομικά ινστιτούτα της Γερμανίας προειδοποίησαν πως ένα πλήρες εμπάργκο της Ε.Ε. στους ρωσικούς υδρογονάνθρακες θα οδηγήσει τη γερμανική οικονομία σε απώλεια 220 δισ. ευρώ το τρέχον έτος και το επόμενο, που ισοδυναμεί με μείωση του ΑΕΠ της συνολικά κατά 6,5%. Η ύφεση αυτή θα συνοδεύεται, σύμφωνα πάντα με τα γερμανικά οικονομικά ινστιτούτα, με την απώλεια περισσότερων από 400.000 θέσεων εργασίας στη χώρα. Οι δυσοίωνες προβλέψεις των Γερμανών οικονομολόγων φαντάζουν σχεδόν εσχατολογικές, δεδομένου ότι η μεγαλύτερη ευρωπαϊκή οικονομία φαίνεται ήδη να έχει μπει σε τροχιά τουλάχιστον επιβράδυνσης, αν όχι ύφεσης. Το τελευταίο τρίμηνο του περασμένου έτους το ΑΕΠ της συρρικνώθηκε, καθώς οι βιομηχανίες της δέχθηκαν καίριο πλήγμα από το έμφραγμα στην εφοδιαστική αλυσίδα και τις ελλείψεις μικροεπεξεργαστών και άλλων εξαρτημάτων.

Μιλώντας στους Financial Times ο Μάρτιν Μπρουντερμίλερ, διευθύνων σύμβουλος του ομίλου χημικών βιομηχανιών BASF, ανέφερε πως στον επιχειρηματικό κόσμο της χώρας επικρατεί ο φόβος μιας απότομης διακοπής των ροών φυσικού αερίου. Κάτι τέτοιο, τόνισε ο ίδιος, συνεπάγεται πλήρη παράλυση μεγάλου τμήματος της βιομηχανίας της χώρας. Η βρετανική εφημερίδα παραθέτει, επίσης, την ανησυχία του Μαντς Ρίντερ, διευθύνοντος συμβούλου της Rosenthal, μικρής βιομηχανίας που απασχολεί 600 υπαλλήλους κοντά στα σύνορα της Γερμανίας με την Τσεχία. Οπως υπογραμμίζει ο Ρίντερ, οι γερμανικές βιομηχανίες «δεν έχουν εναλλακτική πηγή ενέργειας». Η Rosenthal, τονίζει ο ίδιος, έχει περάσει πολλές κρίσεις στα δέκα χρόνια της ιστορίας της, αλλά «δεν έχει ξαναδεί κάτι τέτοιο», και στην περίπτωση που διακοπεί η προσφορά ενέργειας από τη Ρωσία «θα σημάνει το τέλος για πολλές βιομηχανίες» που έχουν ήδη επιβαρυνθεί από το υψηλό κόστος των εργατικών και της ενέργειας και αγωνίζονται να επιβιώσουν. Το ίδιο δηλώνει και ο Λέοναρντ Μπίρνμπαουμ, διευθύνων σύμβουλος της γερμανικής ενεργειακής Eon, που τονίζει ότι έχει περάσει πολλά, δύσκολες εποχές, έχει δει το δυστύχημα στη Φουκουσίμα, αλλά «αυτό που βλέπουμε τώρα είναι άνευ προηγουμένου».

Ο φόβος αυτής της παράλυσης βρίσκεται πίσω από τις εντονότατες ενστάσεις που έχει προβάλει η Γερμανία στις προτάσεις για εμπάργκο στους ρωσικούς υδρογονάνθρακες. Στις αρχές του μηνός, ο καγκελάριος Ολαφ Σολτς δήλωσε στο Κοινοβούλιο της χώρας πως η ενεργειακή εξάρτηση της Γερμανίας από τη Ρωσία «έχει καλλιεργηθεί επί πολλές δεκαετίες και δεν μπορεί να τερματιστεί από τη μία μέρα στην άλλη». Την άποψή του συμμερίζονται τα περισσότερα κόμματα της χώρας, με την εξαίρεση ίσως της Εναλλακτικής για τη Γερμανία που καλεί την κυβέρνηση να στραφεί στην πυρηνική ενέργεια για να διακόψει εν μια νυκτί τις εισαγωγές ρωσικού αερίου. Η Γερμανία εγκαινίασε μια ειδική σχέση με την τότε Σοβιετική Ενωση στην καρδιά του Ψυχρού Πολέμου όταν άρχισε να αγοράζει ρωσικό αέριο και σε αντάλλαγμα προσέφερε αγωγούς. Εκτοτε, και μέχρι την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, το 55% του αερίου που εισήγε η Γερμανία προερχόταν από τη Ρωσία. Οσα χρόνια κι αν κρατάει αυτή η αλληλεξάρτηση ανάμεσα στις δύο οικονομίες, θα είναι δύσκολο να την υπερασπιστεί οποιαδήποτε πολιτική παράταξη της χώρας αν συνεχιστεί και κλιμακωθεί περαιτέρω ο πόλεμος στην Ουκρανία.

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS
Ευρώπη  |  Ρωσία  |  Εισβολή  |  Ukraine  |  ΥΠΟΙΚ  | 
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

Άλλα άρθρα συγγραφέα

Kathimerini.gr

Οικονομία: Τελευταία Ενημέρωση