ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 

Τουρκία: Στις κάλπες με την οικονομία σε δίνη

Ο πληθωρισμός καλπάζει, η κατάρρευση της λίρας τρώει τις καταθέσεις των Τούρκων και η ανάπτυξη επιβραδύνεται

Ρουμπίνα Σπάθη

Δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι την Κυριακή οι εκλογές στην Τουρκία θα κριθούν όντως από τη θλιβερή κατάσταση της τουρκικής οικονομίας, όπως πολλοί έχουν σπεύσει να προεξοφλήσουν. Είναι, όμως, βέβαιο ότι η οικονομία της Τουρκίας νοσεί τόσο ώστε θα αρκούσε πράγματι για να διακυβεύσει το αποτέλεσμα των εκλογών.

Εξίσου βέβαιο είναι πως ο νικητής των εκλογών, όποιος κι αν είναι αυτός, θα βρεθεί αντιμέτωπος με δυσεπίλυτα οικονομικά προβλήματα και θα κληθεί να διαχειριστεί μια οικονομία που πάσχει. Ενας πληθωρισμός που, αν και αποκλιμακώθηκε σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, παραμένει εφιαλτικός, ένα νόμισμα απαξιωμένο που υποχωρεί διαρκώς διαβρώνοντας τις αποταμιεύσεις των τουρκικών νοικοκυριών και τις καταθέσεις των επιχειρήσεων, ένας ρυθμός ανάπτυξης που επιβραδύνεται σημαντικά και ένα διαρκώς διευρυνόμενο έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών που αναμένεται να επιδεινωθεί.

Αυτό είναι το μείγμα ορισμένων από τις παθογένειες της τουρκικής οικονομίας όπως διαμορφώνεται 20 και πλέον χρόνια από όταν ανέλαβε τα ηνία της χώρας ο Ταγίπ Ερντογάν, έπειτα από μια οικονομική κρίση που εξαφάνισε όλο το πολιτικό κατεστημένο της γειτονικής χώρας. Η συγκυρία τότε ευνόησε τον Τούρκο πρόεδρο, καθώς οι αναπτυσσόμενες οικονομίες σημείωναν υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης και προσείλκυαν το ξένο κεφάλαιο. Ετσι, για αρκετά χρόνια υπό τον Ερντογάν η Τουρκία γνώρισε την ανάπτυξη και την ευημερία. Η εικόνα έχει, όμως, πλήρως ανατραπεί και τα δεινά της χρεώνεται ο Ταγίπ Ερντογάν που σε μεγάλο βαθμό είναι πράγματι υπεύθυνος γι’ αυτά. Αποτέλεσμα της ανορθόδοξης πολιτικής του Ταγίπ Ερντογάν, ο πληθωρισμός αποτελεί τον άτυπο πρωταγωνιστή της προεκλογικής εκστρατείας, με τον Τούρκο πρόεδρο να έχει υποσχεθεί πως θα τον περιορίσει σε μονοψήφιο ποσοστό πριν από το τέλος του έτους.

Η Τράπεζα της Τουρκίας είναι σε μεγάλο βαθμό συνυπαίτια για το ύψος του πληθωρισμού, καθώς έχει υπακούσει τυφλά στις προσταγές του Τούρκου προέδρου και έχει μειώσει κατά περισσότερο από 10 ποσοστιαίες μονάδες το κόστος δανεισμού μέσα σε διάστημα μικρότερο των δύο ετών. Και τώρα προσπαθεί προεκλογικώς να θολώσει τα νερά, εμμένοντας στις προβλέψεις για ραγδαία υποχώρηση του πληθωρισμού εντός του έτους. Μέσα στην εβδομάδα ο διοικητής της κεντρικής τράπεζας, Σαχάπ Καβτσίογλου, επανέλαβε πως ο πληθωρισμός στη γειτονική χώρα θα υποχωρήσει στο 22,3% στα τέλη του έτους και στο 8,8% το 2024, αλλά οι εκτιμήσεις της αγοράς είναι πολύ πιο απαισιόδοξες.

 

Επισήμως ο πληθωρισμός, χαίνουσα πληγή της τουρκικής οικονομίας, υποχώρησε κάτω από το 50% τον Απρίλιο και συγκεκριμένα στο 43,7%. Εχει, όμως, προλάβει να συντρίψει την αγοραστική δύναμη και το βιοτικό επίπεδο των Τούρκων, καθώς τα τελευταία χρόνια υπερέβη επανειλημμένως το 100% στις μεγάλες πόλεις της χώρας, ενώ στα τέλη του περασμένου έτους είχε φθάσει στο 85% σε όλη την επικράτεια της Τουρκίας. Το σημαντικότερο όμως για τα τουρκικά νοικοκυριά είναι πως ο πληθωρισμός των τιμών των τροφίμων εξακολουθεί να βρίσκεται γύρω στο 70%, με αποτέλεσμα να ανάγονται τα κρεμμύδια σε σύμβολο αποτυχίας της κυβερνητικής οικονομικής πολιτικής.

Ο ηγέτης της αντιπολίτευσης Κεμάλ Κιλιτσντάρογλου προειδοποιεί πως αν επανεκλεγεί ο Ερντογάν, τα κρεμμύδια θα φθάσουν στα 4,5 ευρώ το κιλό. Και την ίδια στιγμή οι αναλυτές προβλέπουν πως ανεξαρτήτως αποτελέσματος η τουρκική λίρα θα υποχωρήσει περαιτέρω και οι μεγάλες τράπεζες προεξοφλούν πως το δημοσιονομικό έλλειμμα της Τουρκίας θα διευρυνθεί. Σε ό,τι αφορά την τουρκική λίρα, μέσα στην τελευταία πενταετία έχει χάσει περίπου το 75% της αξίας της έναντι του δολαρίου, που ισοδυναμεί με σχεδόν 19,5 λίρες.

Υποβάθμιση από διεθνείς οίκους

Πριν από ένα μήνα, περίπου, στις αρχές Απριλίου, ο οίκος πιστοληπτικής αξιολόγησης S&P υποβάθμισε την προοπτική της Τουρκίας σε «αρνητική» από «σταθερή» επικαλούμενος τις γνωστές παθογένειες της τουρκικής οικονομίας, τα υπερβολικά χαμηλά επιτόκια, τον ανεξέλεγκτο πληθωρισμό, αλλά και τον πρόσθετο αποσταθεροποιητικό παράγοντα που θα αντιμετωπίσει ο νικητής των εκλογών, όποιος κι αν είναι, το κόστος του καταστρεπτικού σεισμού και της ανοικοδόμησης των πληγεισών περιοχών.

Το δημοσιονομικό έλλειμμα της Τουρκίας, που το περασμένο έτος ήταν σχεδόν στο 2% του τουρκικού ΑΕΠ, αναμενόταν να φτάσει στο 3,7% φέτος.

Μετά τους σεισμούς, όμως, αυξήθηκαν οι δαπάνες και μειώθηκαν τα φορολογικά έσοδα και εκτιμάται πως θα εκτοξευθεί τουλάχιστον στο 6% του ΑΕΠ. Και αν τα ποσοστά αυτά φαίνονται ισχνά στις δυτικές οικονομίες, δεν ισχύει το ίδιο για τις αναδυόμενες. Επιπλέον, το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών της χώρας έφτασε πέρυσι στα 50 δισ. δολ. υπερβαίνοντας το 5,5% του ΑΕΠ της.

Καλύφθηκε από εισροές κεφαλαίων αγνώστου προελεύσεως, που πολλοί υποψιάζονται ότι πρόκειται για ρωσικά κεφάλαια. Ολα δείχνουν ότι φέτος θα εκτοξευθεί στα ύψη καθώς από τις αρχές του έτους, τον Ιανουάριο, πλησίασε τα 10 δισ. δολ. και καταδεικνύει πόσο χρειάζεται η Τουρκία το ξένο κεφάλαιο.

Η αντιπολίτευση υπόσχεται να επαναφέρει ξένα κεφάλαια ύψους 300 δισ. δολ., που σύμφωνα με τους δικούς της υπολογισμούς εγκατέλειψαν τη χώρα τα τελευταία χρόνια εξαιτίας της ανορθόδοξης νομισματικής πολιτικής του Ερντογάν και του υψηλού πληθωρισμού, των γεωπολιτικών εντάσεων στις οποίες έχει εμπλακεί η γειτονική χώρα, αλλά και της γενικότερης οικονομικής αβεβαιότητας. Και από την πλευρά της η κυβέρνηση Ερντογάν χαρακτηρίζει εξωπραγματικές αυτές τις υποσχέσεις, επισημαίνοντας ότι στο σύνολο των τελευταίων δύο δεκαετιών οι ξένες επενδύσεις στην Τουρκία ήταν μόνο 250 δισ. δολ. Είναι, πάντως, γεγονός ότι η απώλεια των ξένων επενδύσεων έχει συνδράμει καθοριστικά στην πτώση και απαξίωση του τουρκικού νομίσματος. Και το κόστος ασφάλισης του τουρκικού χρέους, των γνωστών συμβολαίων credit default swaps, έχει εκτοξευθεί στα ύψη, υπερβαίνοντας κατά τουλάχιστον 500 μονάδες βάσης κατά μέσον όρον τα αντίστοιχα επίπεδα άλλων αναδυόμενων αγορών.

Σύμφωνα, ωστόσο, με το Reuters, που επικαλείται κυβερνητικές πηγές και αναλυτές χωρίς να τους κατονομάζει, οι επενδυτές είναι έτοιμοι να επιστρέψουν δυναμικά στην Τουρκία μετά τις εκλογές της επόμενης Κυριακής, καθώς προεξοφλούν στροφή σε πιο ορθόδοξη νομισματική και οικονομική πολιτική.

Πρόκειται κατά κύριον λόγο για επενδυτές από την Ευρώπη, το Ισραήλ και τις χώρες του Περσικού Κόλπου, όπως τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και η Σαουδική Αραβία, οι οποίοι εκδηλώνουν ήδη ζωηρό ενδιαφέρον για επενδύσεις σε υποδομές και ειδικότερα στην ενέργεια.

Δολάρια και bitcoins ψάχνουν απεγνωσμένα οι Τούρκοι

Αναζητώντας απεγνωσμένα καταφύγιο για να προστατεύσουν τις αποταμιεύσεις τους από την πλήρη απώλεια της αξίας τους, οι Τούρκοι στρέφονται προ πολλού στο δολάριο αποδυναμώνοντας άθελά τους περαιτέρω το εθνικό τους νόμισμα, που εμφανίζει τη χειρότερη απόδοση φέτος από όλα τα νομίσματα αναδυόμενων οικονομιών μετά το πέσο της Αργεντινής και το ρούβλι της εμπόλεμης Ρωσίας. Η ζήτηση για το αμερικανικό νόμισμα έχει εκτοξευθεί τελευταία με την εκπνοή των προθεσμιών στους λεγόμενους προστατευμένους λογαριασμούς. Ο λόγος για τους λογαριασμούς που δεσμεύονταν να παραμείνουν σε τουρκικές λίρες για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και η κυβέρνηση θα αναπλήρωνε όποιο τμήμα της αξίας τους έχαναν εξαιτίας της αλλαγής των συναλλαγματικών ισοτιμιών και της υποτίμησης της τουρκικής λίρας. Το μέτρο είχε αποφέρει κάποια αποτελέσματα αρχικά, αλλά με τη λήξη των προθεσμιών όλοι αναζητούν τρόπους να μετατρέψουν τις καταθέσεις τους σε δολάρια. Και βέβαια, η εναλλακτική για όσους δεν κατορθώνουν να βρουν δολάρια ή άλλο σκληρό νόμισμα είναι η μετατροπή των αποταμιεύσεών τους σε κρυπτονομίσματα παρά τα σκάνδαλα που έχουν πλήξει τον κλάδο. Ετσι το ποσοστό κατοχής κρυπτονομισμάτων στην Τουρκία βρίσκεται στο 27,1% και είναι το υψηλότερο στον κόσμο.

Σε μια προσπάθεια να κρατήσει τους ψηφοφόρους του, ο Ερντογάν έχει προεκλογικώς αυξήσει τις δαπάνες με επιδόματα στα χαμηλά εισοδήματα, φοροαπαλλαγές και προγράμματα παράτασης της αποπληρωμής φόρων και προστίμων. Για να κερδίσει τη στήριξη περίπου δύο εκατ. ατόμων που θα είναι οι άμεσα ωφελημένοι, επανέφερε προβλέψεις πρόωρης συνταξιοδότησης που είχαν καταργηθεί από το 1999. Μετά τον καταστρεπτικό σεισμό του Φεβρουαρίου υποσχέθηκε, άλλωστε, πως το κράτος θα στηρίξει την ανέγερση εκατοντάδων χιλιάδων νέων κατοικιών για τους σεισμόπληκτους και όχι μόνον. Εχει υποσχεθεί πως στην Κωνσταντινούπολη θα οικοδομήσει το κράτος 1,5 εκατ. νέες κατοικίες μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια. Και μέσα στον Απρίλιο υποσχέθηκε να προσφέρει σε κάθε νοικοκυριό 25 κυβικά μέτρα δωρεάν φυσικό αέριο τον μήνα για ένα χρόνο.

Ο προϋπολογισμός του τουρκικού κράτους είναι, όμως, ήδη επιβαρυμένος με ένα έλλειμμα ύψους 250 δισ. τουρκικών λιρών, ποσό αντίστοιχο των 12,9 δισ. δολ., που κατεγράφη μέσα στο α΄ τρίμηνο του έτους. Ισοδυναμεί με το 38% του συνολικού ελλείμματος που προέβλεπε η κυβέρνηση για το σύνολο του έτους. Εκτιμάται τώρα πως μέχρι το τέλος του έτους το δημοσιονομικό έλλειμμα θα φτάσει στο ένα τρισ. τουρκικές λίρες, ποσό αντίστοιχο περίπου των 50,4 δισ. δολ. και ισοδύναμο με το 6% του τουρκικού ΑΕΠ.

Για τα κρεμμύδια

Με τις τιμές των βασικών τροφίμων στα ύψη και την αντιπολίτευση να προεξοφλεί πως αν επανεκλεγεί ο Ερντογάν τα κρεμμύδια θα φτάσουν στα 4,67 ευρώ το κιλό, ο Τούρκος πρόεδρος υποστήριξε ότι «σε αυτή τη χώρα δεν υπάρχει πρόβλημα με τα κρεμμύδια, ούτε με τις πατάτες ούτε με τα αγγούρια».

450 δολ.τον μήνα έχουν φτάσει οι μισθοί με τα μέτρα που αποφάσισε ο Ερντογάν.

Το στοίχημα

Ο καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο Σαμπαντσί της Κωνσταντινούπολης Μπερκ Εσέν τονίζει πως, «αν ο Ερντογάν μπορέσει να βρει τρόπο να αντιμετωπίσει το πρόβλημα της οικονομίας, να πείσει τους ψηφοφόρους ότι θα τους γλιτώσει από το οικονομικό ναυάγιο, τότε ίσως καταφέρει να επαναπατρίσει τους ψηφοφόρους του κόμματός του».

10 δισ. δολ. ήταν το συνολικό ύψος του πακέτου μέτρων στήριξης του Ερντογάν.

Μειώσεις

Με την εκτόξευση των τιμών, οι μισθοί έχουν μειωθεί κατά τουλάχιστον 5% από το 2019 και μετά, εκτιμά ο Ερίνκ Γελντάν, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης, ο οποίος επισημαίνει πως οι αυξήσεις των μισθών «εμφανίζονται ως επιτυχίες του Ερντογάν, αλλά είναι αμφίβολο πώς θα χρηματοδοτηθούν και ποιος θα πληρώσει το κόστος».

 

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

Οικονομία: Τελευταία Ενημέρωση