ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
Τελευταία Ενημέρωση: 22:58
 

«Συνήθως ό,τι δεν καταλαβαίνουμε, δυστυχώς, το απορρίπτουμε»

Οι τέσσερις συντελεστές της παράστασης «Αντρόνικος ή ο ζωγκράφος» μιλούν στην «Κ»

Του Απόστολου Κουρουπάκη

Του Απόστολου Κουρουπάκη

Ανεβαίνει σε μία νέα σκηνή από τη θεατρική ομάδα Σόλο για Τρεις η παράσταση «Αντρόνικος ή ο ζωγκράφος» που είναι βασισμένη στη ζωή του ζωγράφου Κώστα Στάθη. Ο καλλιτέχνης και η ζωή του «ζωντανεύουν» στη σκηνή μέσα από τη σύμπραξη τεσσάρων ανθρώπων του θεάτρου και της μουσικής, ο καθένας με τη δική του διαδρομή στον χώρο. Για την παράσταση μάς μίλησαν οι τέσσερις βασικοί συντελεστές του έργου, μέσα από τον δικό του ρόλο στην παράσταση.


ΕΥΡΥΔΙΚΗ ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

–Το έργο «Αντρόνικος ή ο ζωγκράφος» έγινε από μία πιστή καταγραφή μέσα από μαρτυρίες ανθρώπων;
–Σε ένα θεατρικό έργο ή οποιασδήποτε μορφής λογοτεχνικό έργο, πιστεύω πως θα αποτύχεις γράφοντάς το, αν κρατήσεις μονάχα την πιστή καταγραφή γεγονότων. Αν το κάνεις, θα έχεις μια μαρτυρία, ένα άλλου είδους κείμενο, όχι μυθιστορηματικό, όχι ποιητικό, όχι θεατρικό. Το έργο είναι εμπνευσμένο από τη ζωή και το έργο του ζωγράφου αλλά με μια εντελώς δική του μυθοπλασία, κρατώντας ισορροπίες μεταξύ πραγματικότητας και φανταστικού για ευνόητους λόγους.
–Γιατί ο Αντρόνικος ή ο ζωγκράφος; Τι κάνει ξεχωριστό τον άνθρωπο Κώστα Στάθη και τι τον ζωγράφο Κώστα Στάθη;
–Είναι αλήθεια πως χάνομαι κι εγώ πολλές φορές ανάμεσά τους. Εκεί που συνομιλώ με τον ένα, πετάγεται ο άλλος να με διορθώσει. Γεννήθηκε καλλιτέχνης ο Κωστής. Αυτό δεν σηκώνει αμφισβήτηση. Δεν μπορεί να ερμηνευτεί διαφορετικά το γεγονός ότι μαθητής ακόμα στήνει με επιτυχία δύο εκθέσεις ζωγραφικής στο ΤΡΑΣΤ και τον ΑΠΟΕΛ. Εκείνο που τον καθιστά ξεχωριστό σαν άνθρωπο, ήταν η επιμονή του να σπουδάσει ζωγραφική στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών στην Αθήνα το 1936. Φανταστείτε με τι είχε να αντιπαλέψει. Το θαυμαστό στον ζωγράφο είναι πως μέσα από την απομόνωσή του στο χωριό, που έζησε τα τελευταία 30 χρόνια της ζωής του με κλονισμένη την υγεία του, ζωγραφίζει αριστουργήματα. Μακριά από εικαστικά κέντρα και ρεύματα, με ό,τι κουβαλούσε μέσα του. Τη γνησιότητα. Τώρα γιατί Αντρόνικος ή ο ζωγκράφος, ας αφήσουμε και κάτι να αποκαλυφθεί στην παράσταση.
–Το έργο από πολυπρόσωπο έγινε μονόλογος. Τι σας οδήγησε σε αυτήν τη μεταμόρφωση;
–Με το πολυπρόσωπο έργο εποχής κάπου τον έχασα μέσα στις παράλληλες ιστορίες που περνούσε η κοινωνικοπολιτική ιστορία του τόπου μας και ήταν κρίμα. Η ανάγκη να τον δω να ζωγραφίζει, να μιλάει με τον εαυτό του, δημιουργώντας, να βιώσω παράλληλα ώς το μεδούλι το μεγαλείο ενός τεράστιου αλλά παραγκωνισμένου καλλιτέχνη. Τώρα, με τον μονόλογο, πιστεύω πως ξεκαθάρισε το τοπίο.

ΜΑΡΙΑ ΚΑΡΣΕΡΑ
–Έχετε συμβάλει στην προσπάθεια της κ. Περικλέους Παπαδοπούλου να μετατρέψει το έργο σε μονόλογο.
–Διαβάζοντάς το ένιωθα ότι ο χαρακτήρας του Αντρόνικου χανόταν μέσα στις πολλές ιστορίες που εκτυλίσσονταν παράλληλα με τη δική του. Το στοίχημα στην αναδόμηση του κειμένου ήταν να φανεί καθαρά η πορεία του ζωγράφου, ο χαρακτήρας και η εξέλιξή του, οι σχέσεις του με τους άλλους, πώς τον επηρέασαν στη ζωή του. Θελήσαμε να φτιάξουμε μια ιστορία που να κρατά το ενδιαφέρον του θεατή, για το τι σήμαινε για αυτόν η τέχνη του και πόσο σκληρά πάλεψε για να «πετύχει» σαν ζωγράφος. Βάζω το πετύχει σε εισαγωγικά γιατί το έργο του Αντρόνικου δεν αξιολογήθηκε ποτέ ενόσω ήταν εν ζωή. Πάλευε με την τέχνη του, σαν ερημίτης, ζώντας απομονωμένος στο χωριό του. Με αυτά στο μυαλό μου, σαν κατευθυντήριες γραμμές προς τη συγγραφέα, η διαμόρφωση του ανθρώπου Αντρόνικου ήρθε με πολλή δουλειά, σκληρή και επίμονη για 7 - 8 μήνες.
–Πώς «κόβονται» οι άλλοι ρόλοι και πώς «πλουτίζει» ο ένας; Και εντέλει σε τι βαθμό είναι υπαρκτό άτομο και σε τι δημιούργημα της φαντασίας;
–Δεν ήταν εύκολο εγχείρημα, ιδιαίτερα στο πώς και γιατί «κόβεις» ρόλους. Όμως, αρκετοί από τους χαρακτήρες του πρωτότυπου «κρατήθηκαν» ώστε να αναδείξουν είτε σημαντικά σημεία στη ζωή του ή γιατί ήταν αυτοί που διαμόρφωσαν την πορεία του, όπως π.χ. η μητέρα, ο πατέρας, ο Ηλιόφωτος, οι γυναίκες της ζωής του. Παρόλο που το έργο είναι εμπνευσμένο από τη ζωή του ζωγράφου Κώστα Στάθη, ο ήρωας, για μένα στο έργο είναι ο Αντρόνικος, ένας χαρακτήρας που έχει τη δική του αυτόνομη οντότητα. Κάποια συμβάντα στην πλοκή είναι μέχρι και βιογραφικά, μπορώ να πω, το πότε πήγε Αθήνα ή το πότε επέστρεψε, τι έκανε στη Λευκωσία και κάποια πρόσωπα που εμφανίζονται είναι υπαρκτά, αλλά αυτό έγινε για να τονιστεί η ιστορικότητα της εποχής που έζησε. Το ενδιαφέρον για εμάς ήταν να μπούμε μέσα στον εσωτερικό κόσμο του ζωγράφου, να τον ερευνήσουμε, να δούμε τις λειτουργίες του μυαλού του. Και όταν μπαίνεις σε αυτές τις περιοχές, εισέρχεσαι πλέον στις περιοχές της φαντασίας. Ο ήρωάς σου δεν είναι πια πραγματικός αλλά αληθινά ένα δημιούργημα της φαντασίας σου.
–Ένας μονόλογος αποτελεί πρόκληση για έναν σκηνοθέτη; Πιο δύσκολο το πολυπρόσωπο ή ο μονόλογος; Τι πρέπει να προσέξει, θεωρείτε, ο σκηνοθέτης;
–Σίγουρα, ένας μονόλογος είναι μια διαφορετική πρόκληση για τον σκηνοθέτη. Σε έναν μονόλογο από πλευράς σκηνοθέτη απαιτείται λεπτομερής δουλειά μαζί με τον ηθοποιό, γιατί είναι το μοναδικό του εργαλείο πάνω στη σκηνή και που έχει στα χέρια του για να υλοποιήσει το όραμά του. Αυτό που ιδιαίτερα πρέπει να προσεχθεί είναι να μην πέσεις στην παγίδα του αφηγηματικού θεάτρου που γίνεται περιγραφικό, αλλά να δημιουργήσεις τον χώρο εκείνο για τον ηθοποιό να εξερευνήσει πώς κινείται ο ήρωάς του, τα κίνητρά του, τα γιατί του, τα θέλω του, πώς να δημιουργηθούν δράσεις, ατμόσφαιρες, όπου ο ηθοποιός μπορεί να λειτουργήσει μέσα στο δραματικό κόσμο του ήρωά του. Όχι πως το αφηγηματικό θέατρο είναι κακό, αλλά σε έναν μονόλογο ο θεατής θέλει ποικιλία, θέλει ρυθμό, θέλει να συμβαίνουν πράγματα στη σκηνή, θέλει εναλλαγές συναισθημάτων, θέλει εντάσεις, συγκρούσεις, θέλει αποκαλύψεις, κάτι που είναι πιο δύσκολο να το βγάλεις με ένα ηθοποιό, αλλά που όπως και να το κάνουμε είναι η πρόκληση.
–Μετά την Τζεμαλιγιέ, επιλέγετε να σκηνοθετήσετε ένα ακόμη κυπριακό έργο. Μάλλον πιστεύετε αρκετά στη νέα κυπριακή θεατρική γραφή.
–Πιστεύω πως αν δεν ενθαρρύνουμε και στηρίξουμε την κυπριακή γραφή δεν έχουμε αληθινά δικό μας θέατρο. Το κυπριακό έργο είναι ο πολιτισμός μας, είναι η ταυτότητά μας, είναι όλα όσα αντικατοπτρίζουν την ζωή μας είτε αυτή ανήκει στο παρελθόν, στο παρόν ή στο μέλλον. Χωρίς κυπριακό έργο δεν υπάρχουν σημεία αναφοράς για τον θεατή. Για μένα η «Τζεμαλιγιέ» ήταν μια αποκάλυψη. Ευελπιστώ να έχει την ίδια απήχηση στο κοινό και ο «Αντρόνικος» με την έννοια του ότι είναι ένα έργο που μιλά άμεσα στον θεατή για έναν άνθρωπο δικό μας αλλά άγνωστο.
–Η «Τζεμαλιγιέ» μπορεί να ήταν πολυπρόσωπο έργο, αλλά το όλον αριστοτεχνικά περιστρεφόταν και το απορροφούσε η μία, η Τζεμαλιγιέ. Εδώ εστιάζετε ξανά σε ένα υπαρκτό πρόσωπο της κυπριακής πραγματικότητας.
–Πρόκειται για δύο διαφορετικούς χαρακτήρες, και οι δύο όμως προέρχονται από την κυπριακή πραγματικότητα. Έζησαν και έδρασαν εδώ και ανήκουν στον ίδιο τόπο και την ιστορία του. Είναι άνθρωποι που με τη ζωή τους σημάδεψαν τον τόπο ως αναπόσπαστο μέρος της ιστορίας και της κουλτούρας μας. Και επειδή το θέατρο είναι μια μορφή τέχνης άμεση και ζωντανή που απευθύνεται σε μια πλατιά μερίδα του κοινού, οφείλουμε με την πρώτη ευκαιρία να αναδεικνύουμε την αξία και τη συμβολή αυτών των ανθρώπων που αποτελούν την ιστορία μας, είναι οι ρίζες μας, οι παραδόσεις μας, η ταυτότητά μας.

 

Σε έναν μονόλογο ο θεατής θέλει ποικιλία, θέλει ρυθμό, θέλει να συμβαίνουν πράγματα στη σκηνή, θέλει εναλλαγές συναισθημάτων, θέλει εντάσεις, συγκρούσεις, θέλει αποκαλύψεις.

 

ΜΙΧΑΛΗΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗΣ
–Ποια είναι η εσωτερική διαδικασία ενός συνθέτη στη μουσική διείσδυση που αφορά τον συγκεκριμένο «κόσμο» ενός θεατρικού έργου;
–Η μουσική στο θέατρο λειτουργεί σαν ένας αόρατος ρόλος που συμπράττει ενισχύει συμπάσχει και πολλές φορές συμπληρώνει το κείμενο του έργου. Το θέατρο είναι κατ’ αρχήν λόγος και η καλή μουσική στο θέατρο είναι αυτή που γεννιέται μέσα απ’ τον λόγο. Ο συνθέτης δεν πρέπει ποτέ να το ξεχνά αυτό. Αν δεν ξέρεις καλά την τεχνική του θεάτρου είναι καλύτερα να μη γράφεις μουσική για το θέατρο όσο καλός μουσικός κι αν είσαι. Αν οι θεατές μετά την παράσταση πουν «το έργο ήταν μέτριο αλλά η μουσική πολύ καλή», τότε έχεις αποτύχει ως συνθέτης.
–Υπάρχει κάποια μέθοδος στον τρόπο «δουλειάς» ή σε κάθε άλλο έργο η διαδικασία διαφοροποιείται;
–Κάθε θεατρικό έργο έχει πίσω του ένα ιδεολόγημα, ένα στυλ, που πρέπει ο συνθέτης να σεβαστεί και να το αναδείξει. Ο σκηνοθέτης όμως είναι αυτός που θα ισορροπήσει τα υλικά που θα έχει στα χέρια του. Χρέος των συνεργατών του είναι να του φτιάξουν καλής ποιότητας υλικά. Λειτουργεί λίγο πολύ σαν ένας καλός μάγειρας που ισορροπεί τις γεύσεις. Αν τα υλικά είναι καλά τότε έχει πιο πολλές πιθανότητες να φτιάξει ένα εκλεκτό πιάτο. Σε αυτόν εξάλλου θα πέσουν οι πιο πολλές ευθύνες, αν το πιάτο αποτύχει. Νομίζω, όμως, ότι η Μαρία είναι μια πολύ καλή chef!
–Τι είναι αυτό που σας ενέπνευσε στο έργο «Αντρόνικος ή ο Ζωγκράφος»; Υπάρχει κάποιο στοιχείο στον «ήρωα» που σας γοήτευσε; Θα ακούσουμε ήχους κυπριακούς;
–Στον Ανδρόνικο έχουμε τη σύγκρουση ενός ιδιαίτερου εσωτερικού κόσμου με την κοινωνία και η μόνη διέξοδος που δίνεται είναι η τέχνη. Ο Ανδρόνικος είναι μέσα στην παράδοση των μεγάλων ηρώων του θεάτρου και είναι μάλιστα στο συγκεκριμένο έργο η επιτομή του αντιήρωα. Ο ήρωας συνομιλεί με τα χρώματα και τα σχήματα και ανακαλύπτει τα κρυφά τους νοήματα, σ’ έναν κόσμο που οι πιο πολλοί άνθρωποι βλέπουν μόνο τις αποχρώσεις του γκρίζου. Το σκηνικό μπορεί να είναι η Κύπρος αλλά το θέμα είναι παγκόσμιο. Δεν έβαλα ιδιαίτερα κυπριακά στοιχεία στη μουσική γιατί δεν ήθελα η μουσική να λειτουργήσει σαν σκηνικό.

ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥ
–Ένας ηθοποιός μόνος του στο σανίδι, νιώθει το βάρος του έργου ή αισθάνεται ελεύθερος να παίξει το δικό του παιχνίδι;
–Στη σκηνή νιώθω απεριόριστη ελευθερία και χαρά. Η αδρεναλίνη διαπερνάει και το τελευταίο μου κύτταρο, νιώθω ζωντανός. Η ανάγκη μου να πω ιστορίες, να επικοινωνήσω με το κοινό, και να τους ταξιδέψω σε κόσμους φανταστικούς μα συνάμα αληθινούς, νίκησαν τον αρχικό μου φόβο και δισταγμό. Οι προσωπικές ιστορίες που είχε να διηγηθεί ο Αντρόνικος με ταξίδεψαν σε ένα χώρο γεμάτο μυρωδιές, χρώματα, τοπία και συναισθήματα, που μου ήταν αδύνατο να αντισταθώ στην πρόκληση του να βρεθώ μόνος σε μία σκηνή. Ανέκαθεν με γοήτευαν οι προκλήσεις, και θέλω να δοκιμάζω τον εαυτό μου σε δύσκολα εγχειρήματα. Μόνο έτσι νιώθω πως εξελίσσομαι προσωπικά και καλλιτεχνικά.
–Υπάρχει κάποιο σημείο στον χαρακτήρα που σκέφτηκες ότι σε εκφράζει ή σε συγκλονίζει;
–Από την πρώτη κιόλας φορά που ήρθα σε επαφή με το έργο αυτό συγκλονίστηκα. Όλη η πορεία της ζωής του είναι συγκλονιστική. Τα ξέγνοιαστα παιδικά χρόνια, τα ζωηρά μαθητικά, τα φοιτητικά χρόνια της εξερεύνησης, τα χρόνια της επιστροφής στο χωριό, και τέλος τα σκοτεινά χρόνια της απομόνωσης. Κυρίαρχη σχέση της ζωής του, αυτή με τον πατέρα του που τον σημάδεψε βαθιά. Αυτό, ωστόσο, που με συγκλονίζει περισσότερο, είναι που ένας καλλιτέχνης σαν και αυτόν «έφυγε» εγκαταλελειμμένος, μέσα στη μοναξιά και την απομόνωση, στερημένος από αυτά που αναλογούσαν στο μέγεθός του.
–Τι είναι τελικά ο Αντρόνικος;
–Ο Αντρόνικος είναι πολλά πράγματα, μα κυρίως είναι ένας καλλιτέχνης που αφέθηκε στο περιθώριο. Μια καλλιτεχνική ιδιοφυΐα που δεν έγινε κατανοητή από τον περίγυρο. Και συνήθως ό,τι δεν καταλαβαίνουμε, δυστυχώς, το απορρίπτουμε. Είναι μια ψυχή που κουβαλά βαρύ φορτίο, ένα βάσανο για αυτά που ήθελε να κάνει και να μάθει, μα του τα στέρησαν οι συγκυρίες. Ένας νέος γεμάτος πάθος για τη ζωή και όνειρα, ένας καλλιτέχνης που ανέπνεε μέσα από τη ζωγραφική. Αν υπήρχε μία λέξη που θα τον χαρακτήριζε, και που ταυτίζομαι με αυτήν, είναι η ελευθερία. Κάπως οξύμωρο, μιας και έζησε απομονωμένος σε ένα χωριό, και ίσως μέσα στο ίδιο του το μυαλό. Πολλές φορές ένιωσα να μοιράζομαι κοινά στοιχεία με τον Αντρόνικο, όπως για παράδειγμα το πάθος του για την τέχνη του, το πείσμα του, και η απόφαση του να ακολουθήσει αυτό που του έλεγε η καρδιά του, παρά τα όσα του έλεγαν οι γύρω του.

Πληροφορίες:
Η Θεατρική ομάδα Σόλο για Τρεις σε Πρεμιέρα ανεβάζει το κυπριακό έργο «Αντρόνικος ή ο ζωγκράφος» της Ευρυδίκης Περικλέους Παπαδοπούλου, σε σκηνοθεσία Μαρίας Μανναρίδου Καρσερά, τον ζωγράφο υποδύεται ο ηθοποιός Νεκτάριος Θεοδώρου, σκηνικά: Κωνσταντίνος Κουννής, κοστούμια: Μαρίνα Νικολαΐδου. Τη μουσική υπογράφει ο Μιχάλης Χριστοδουλίδης. Πρεμιέρα Παρασκευή, 7 Οκτωβρίου, ώρα 8:30 μ.μ. Κέντρο Τέχνης και Πολιτισμού-Κοραή 1 (απέναντι από το Παγκύπριο Γυμνάσιο). 

Παραστάσεις:

ΛΕΥΚΩΣΙΑ
Παραστάσεις από 7 έως 26 Οκτωβρίου
Τετάρτη-Παρασκευή-Σάββατο, στις 8:30 μ.μ. Κυριακή στις 6:30 μ.μ.

ΛΕΜΕΣΟΣ*
Σάββατο, 5 Νοεμβρίου 2016, ώρα  8:30 μ.μ.
Κυριακή, 6 Νοεμβρίου 2016, ώρα 6:30 μ.μ.

*Τεχνοχώρος της ΕΘΑΛ

Τηλ. κρατήσεων: 99544934

Διαβάζονται σήμερα

Άλλα άρθρα συγγραφέα

Του Απόστολου Κουρουπάκη

Σχόλια αναγνωστών

#PoliticsBlog Ο πιο εύκολος αντίπαλος, η Λουτ και το αγνοούμενο πόρισμα

«Εσύ και ο συνομιλητής σου, που πολύ βολικά δεν αναφέρεις ποιος είναι, πρέπει να αντιληφθείτε ότι ανήκετε ...»
Yiannos  |  10:15

Γ. Εισαγγελέας: Καμιά σχέση με συγκεκριμένη πώληση τεμαχίου στον Πωμό

«Κάτι μου λέει ότι δεν είναι τυχαία που άρχισε η υπόσκαψη του Γ.Ε. Μετά από διαφωνίες του με κάποιες ...»
CGA  |  09:36

Ζητά βοήθεια η Ερευνητική Επιτροπή για ΣΚΤ

«Eλπίζω όταν αυτή η Επιτροπή τελειώσει το έργο που ανέλαβε, να μην ντρέπεται να κυκλοφορεί στους ...»
knak  |  20:51

Θέατρο-Χορός: Τελευταία Ενημέρωση