ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...

Γιώργος Βαρδινογιάννης: Παναθηναϊκός, ευαισθησία, παντοκρατορία

Η θυελλώδης διαδρομή του από το μακρινό 1979 που ανέλαβε την ομάδα μέχρι το 2000 που την παράδωσε στην επόμενη γενιά της οικογένειας Βαρδινογιάννη, ήταν σημείο αναφοράς στα δρώμενα του ποδοσφαίρου

Γράφει ο Χρήστος Κοντός

Η απώλεια του Γιώργου Βαρδινογιάννη σήμανε το τέλος μιας εποχής για τον Παναθηναϊκό και το ελληνικό ποδόσφαιρο, εντελώς διαφορετικής από τη σημερινή όπου τα πράγματα κυλούν περισσότερο με τεχνοκρατικό χαρακτήρα παρά με κίνητρο τη βαθιά αγάπη για μια ομάδα και γενικότερα το άθλημα. Ο «καπετάνιος» έφυγε από τη ζωή στα 90 του χρόνια, έπειτα από μια ολιγοήμερη επιδείνωση της υγείας του, λίγο διάστημα μετά την τελευταία φορά που εμφανίστηκε στο γήπεδο για να παρακολουθήσει από κοντά έναν ακόμη αγώνα του αγαπημένου του Παναθηναϊκού. Το όνομά του δέθηκε μ’ αυτήν την ομάδα και η θυελλώδης διαδρομή του από το μακρινό 1979 που την ανέλαβε μέχρι το 2000 που την παράδωσε στην επόμενη γενιά της οικογένειας Βαρδινογιάννη, ήταν σημείο αναφοράς στα δρώμενα του ελληνικού ποδοσφαίρου.

Μύθος το τάβλι

Ο Γιώργος Βαρδινογιάννης δεν πήρε τον Παναθηναϊκό μετά από μια χαμένη παρτίδα τάβλι με τον Σταύρο Νταϊφά, όπως θέλουν κάποιοι να λένε. Ήταν φανατικός οπαδός του Παναθηναϊκού και η φιγούρα του στις εξέδρες της Λεωφόρου ήταν γνώριμη πολλά χρόνια πριν η οικογένειά του αποκτήσει το πλειοψηφικό πακέτο των μετοχών του, όταν έγινε το 1979 η μετάβαση από το ερασιτεχνικό στο επαγγελματικό ποδόσφαιρο. Ενθουσιώδης χαρακτήρας όπως ήταν, ουκ ολίγες φορές έμπαινε μέσα στον αγωνιστικό χώρο για να πανηγυρίσει μια μεγάλη νίκη των «πρασίνων», με αποκορύφωμα τον νικηφόρο ημιτελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών με τον Ερυθρό Αστέρα στη Λεωφόρο, όταν σήκωνε στις πλάτες του παίκτες του Παναθηναϊκού για να κάνουν τον γύρο του θριάμβου στην κατάμεστη Λεωφόρο.

Panathinaikos

Ο Panathinaikos, η μακράν της δεύτερης η πιο αναγνωρίσιμη ελληνική ομάδα στο εξωτερικό για πάρα πολλά χρόνια, είναι δικό του δημιούργημα. Ναι μεν η φανέλα του πήρε λάμψη με τη συμμετοχή του στον ιστορικό τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών με αντίπαλο τον Αγιαξ στο Γουέμπλεϊ στις 2 Ιουνίου 1971, αλλά το ευρωπαϊκό του μέταλλο σφυρηλατήθηκε επί των ημερών του γιατί ο δικός του ευρωπαϊκός Παναθηναϊκός είχε και συνέπεια και συνέχεια. Μετά τον χαμένο τελικό του ’71, ο Παναθηναϊκός έμεινε εκτός ευρωπαϊκής κεντρικής σκηνής για 13 ολόκληρα χρόνια, διάστημα όπου πανηγύρισε μόνο μία πρόκριση, επί της αδύναμης Φλοριάνα από τη Μάλτα, χωρίς να καταφέρει να παραμείνει αγκιστρωμένος στον δρόμο που άνοιξε το έπος του Γουέμπλεϊ.

Η εικόνα αυτή άλλαξε θεαματικά την επόμενη δεκαετία, με αφετηρία τη σεζόν 1984-85 όπου ο Παναθηναϊκός έφτασε μέχρι την ημιτελική φάση της ίδιας διοργάνωσης χωρίς να έχει την πρόσκαιρη λάμψη μιας φωτοβολίδας, αλλά λαμπρή συνέχεια για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα τουλάχιστον 25 χρόνων ακόμα. Την επόμενη δεκαετία ξαναπήγε στην ημιτελική φάση του αναβαθμισμένου Champions League όπου μετά τη νίκη του με 1-0 επί του Αγιαξ μέσα στο Αμστερνταμ λίγο έλλειψε να κλείσει εισιτήριο για τον τελικό της Ρώμης, έχοντας το εντυπωσιακό για την Ελλάδα επίτευγμα ενός τελικού και δύο ημιτελικών μέσα σε 25 χρόνια, με τουλάχιστον μία μεγάλη πορεία ανά δεκαετία.

Στο ενδιάμεσο, ο Παναθηναϊκός προκρίθηκε στην προημιτελική φάση του 1ου πειραματικού Champions League την περίοδο 1991-92 το οποίο είχε διεξαχθεί σε δύο ομίλους με τον νικητή να προκρίνεται απευθείας στον τελικό, ενώ νωρίτερα είχε φτάσει μέχρι τους 8 του Κυπέλλου ΟΥΕΦΑ, αποκλείοντας μεταξύ άλλων τη Γιουβέντους σε διπλά παιχνίδια. Όλα αυτά ήταν πρωτόγνωρες επιτυχίες για το ελληνικό ποδόσφαιρο, σε μονοπάτια που καμιά άλλη ομάδα του δεν μπόρεσε να ακολουθήσει.

Αψύς και εκρηκτικός, ο Γιώργος Βαρδινογιάννης πάντα τραβούσε την προσοχή με την παρουσία του.

Η Παιανία

Τον ευρωπαϊκό του χαρακτήρα ο Παναθηναϊκός τον απέκτησε υπό την ηγεσία του Γιώργου Βαρδινογιάννη και για να συμβεί αυτό, δεν επένδυσε μόνο σε αγωνιστικές επιτυχίες – στηρίχθηκε σε γερά θεμέλια. Από τα πρώτα χρόνια του επαγγελματικού ποδοσφαίρου, όλη η δομή του κτίστηκε πάνω σε ευρωπαϊκά πρότυπα, αρχής γενομένης με την πρόσληψη του Σερ Αλφ Ράμσεϊ σε συμβουλευτικό ρόλο. Ο προπονητής της εθνικής Αγγλίας όταν κατάκτησε το Παγκόσμιο Κύπελλο το 1966 συμβούλεψε και καθοδήγησε τον Βαρδινογιάννη να επενδύσει σε ένα υπερσύγχρονο προπονητικό κέντρο και να δώσει ιδιαίτερο βάρος στην ανάπτυξη των Ακαδημιών του. Η Παιανία εξελίχθηκε βήμα – βήμα σε ένα από τα μεγαλύτερα και πιο σύγχρονα προπονητικά κέντρα της Ευρώπης, όπου στα φυτώρια του αναδείχθηκαν σπουδαίοι ποδοσφαιριστές, αρκετοί από τους οποίους ήταν η βάση της εθνικής μας ομάδας στον θρίαμβο του Euro 2004.

Κοινωνική ευαισθησία

Αν και θεωρούσε ότι η σπατάλη υπέρογκων ποσών για μεταγραφές συνιστά κοινωνική πρόκληση σε εποχές που οι απλοί φίλαθλοι πάλευαν για το μεροκάματο, κατά καιρούς ξέφευγε από τα όρια που όριζε το στενό πάπλωμα του ελληνικού ποδοσφαίρου και έφερε στον Παναθηναϊκό σπουδαίους παίκτες, Ελληνες και ξένους, με μεγάλα συμβόλαια και μεταγραφικό κόστος. Ο επαγγελματισμός πρόσφερε στους ποδοσφαιριστές το δικαίωμα επιλογής που δεν είχαν με το προηγούμενο καθεστώς της πολυετούς «ομηρίας» τους σε μια ομάδα για 12 χρόνια αρχικά και 8 και 5 εν συνεχεία, ανοίγοντας το δρόμο για ηχηρές (και θυελλώδεις ενίοτε) μετακινήσεις από το ένα στρατόπεδο στο άλλο.

Ο Παναθηναϊκός ενισχύθηκε προσφέροντας πλουσιοπάροχα συμβόλαια σε σπουδαίους παίκτες των ανταγωνιστών του όπως οι Γαλάκος, Κυράστας, Σαργκάνης, Αποστολάκης, Βαμβακούλας του Ολυμπιακού, οι Βλάχος, Γεωργαμλής, Εστερχάζι της ΑΕΚ και ο Χρήστος Δημόπουλος του ΠΑΟΚ. Εν ολίγοις, ενισχυόταν αυτός με σημαντικούς Ελληνες παίκτες και αποδυνάμωνε τους αντιπάλους του, γεγονός που είχε στρέψει ένα μεγάλο κομμάτι των φιλάθλων εναντίον του «καπετάνιου» με τη λογική ότι έκανε επίδειξη δύναμης με όπλο το χρήμα. Δεν ήταν όμως μόνο τα παραπάνω χρήματα το δέλεαρ για τους παίκτες προκειμένου να διαβούν τον Ρουβίκονα εν μέσω θυέλλης και τρικυμίας. Η προσέγγισή του, η τρέλα του για την ομάδα, αυτό το κάτι που τον έκανε άνθρωπο του γηπέδου και όχι του γραφείου, μαζί με τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό που έδινε συνειδητά στην ομάδα, αποτελούσαν ισχυρό κίνητρο για να αλλάξουν στρατόπεδο παίκτες – βεντέτες παρότι γνώριζαν ότι ο δρόμος δεν θα έχει επιστροφή.

Αψύς και εκρηκτικός, ο Γιώργος Βαρδινογιάννης πάντα τραβούσε την προσοχή με την παρουσία του. Πήγαινε σε όλα τα γήπεδα χωρίς να φοβάται και δεν δίστασε να στραφεί ουκ ολίγες φορές κατά των οργανωμένων οπαδών της ίδιας της ομάδας του, όταν θεωρούσε ότι η συμπεριφορά τους ξέφευγε από τα όρια και δημιουργούσε προβλήματα στο ποδόσφαιρο. Χαρακτηριστική ήταν η απόφασή του να καταργήσει τους οργανωμένους συνδέσμους και να δημιουργήσει την ΠΑΛΕΦΙΠ, ώστε να βάλει φρένο και να εξαφανίσει από τις εξέδρες της Λεωφόρου οργανωμένους οπαδούς με ακροδεξιές πολιτικές καταβολές. Υπήρξαν στιγμές που δεν δίστασε να σκαρφαλώσει και στα κάγκελα κινούμενος προς τη Θύρα 13 για να σταματήσει ύβρεις και επεισόδια, όπως και να τα βάλει από κοντά με οπαδούς άλλων ομάδων, όπως κάποτε στο γήπεδο της Κορίνθου όταν τον πλησίασαν επικίνδυνα κοντά για να τον αποδοκιμάσουν.

«Παντοκρατορία»

Η παντοκρατορία του Βαρδινογιάννη στο ελληνικό ποδόσφαιρο ήταν ένας μύθος. Είχε όντως ισχύ και υψηλές γνωριμίες, αλλά είχε και έναν ιδιαίτερο κώδικα τιμής που δεν του επέτρεπε να σημαδέψει την τράπουλα και να κερδίσει στημένο παιχνίδι. Απόδειξη αυτής της μάλλον ασυνήθιστης για το ελληνικό ποδόσφαιρο φιλοσοφίας, ήταν τα μόλις 6 πρωταθλήματα που κέρδισε σε 21 χρόνια διαδρομής, με γαρνιτούρα 9 Κύπελλα και 3 Σούπερ Καπ. Και ενώ τα είχε συνδυάσει αυτά με δύο προκρίσεις σε ημιτελικούς και άλλες δύο σε προημιτελικούς ευρωπαϊκών διοργανώσεων, με πορείες που επιβεβαίωναν τη δυναμική των «πρασίνων», οι οπαδοί των αντίπαλων ομάδων τον κατηγορούσαν ότι ήλεγχε το ποδόσφαιρο και οι οπαδοί του Παναθηναϊκού ότι ήταν λίγα τα τρόπαια σε σχέση με αυτά που είχε τη «δύναμη» να πάρει.

Η αποχώρηση του Γιώργου Βαρδινογιάννη από το ποδόσφαιρο έγινε με στενάχωρο τρόπο στις 29 Μαΐου 2000, τονίζοντας ότι φεύγει αρνούμενος να κάνει συμβιβασμούς και να προδώσει τις ηθικές του αξίες. «Ποτέ σου μην ξεχνάς τα πρώτα σκαλοπάτια γιατί μ’ αυτά ανέβηκες εις τα ψηλά παλάτια» ήταν η μαντινάδα που διάλεξε για να αποχαιρετήσει ως πρόεδρος τον Παναθηναϊκό, τον οποίο ακολούθησε μέχρι τις τελευταίες ημέρες του ως πιστός φίλαθλος. Η φιγούρα του πάντα ξεχώριζε στη Θύρα 3 της Λεωφόρου και στα επίσημα του ΟΑΚΑ, απ’ όπου παρακολουθούσε με κάθε συνθήκη τα παιχνίδια της αγαπημένης του ομάδας. Και ακριβώς επειδή δεν ήταν μόνο οπαδός του Παναθηναϊκού ή της εθνικής Ελλάδας, στα παιχνίδια της οποίας εμφανιζόταν πολύ συχνά κι ας μην είχαν βαθμολογική σημασία, η αγάπη του για το ποδόσφαιρο τον έφερνε πολύ συχνά και σε άλλα γήπεδα, ακόμη και ερασιτεχνικών ομάδων.

Όπως γνωστοποίησε η οικογένειά του, η εξόδιος ακολουθία και η ταφή του θα πραγματοποιηθούν σε στενό οικογενειακό κύκλο, γεγονός που θα στερήσει τη δυνατότητα σε πολλούς ανθρώπους του ποδοσφαίρου, απλούς φιλάθλους και «επώνυμους» του χώρου, να τον αποχαιρετήσουν με τον τρόπο που επιθυμούσαν…

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

NEWSROOM

Ελλάδα: Τελευταία Ενημέρωση

X

Μπες στο μυαλό των
αγαπημένων σου αρθρογράφων

Λάβε στο email σου το τελευταίο τους άρθρο τη στιγμή που δημοσιεύεται.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Απόκτησε συνδρομή με €50 τον χρόνο για πρόσβαση στην έντυπη έκδοση.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ