Γράφει ο Στέφανος Κομνηνός*
Η ελληνική οικογένεια έχει χτίσει εδώ και δεκαετίες μια αταλάντευτη πεποίθηση: το πανεπιστημιακό πτυχίο αποτελεί το απόλυτο διαβατήριο για την κοινωνική καταξίωση και την επαγγελματική επιτυχία. Το στερεότυπο είναι βαθιά ριζωμένο: ο “καλός μαθητής” περνά στο πανεπιστήμιο και θα προσφέρει επ’ αμοιβή το πνευματικό τους έργο, ο “αδύναμος” θα …καταλήξει σε ένα χειρωνακτικό επάγγελμα το οποίο στην καλύτερη των περιπτώσεων θα διδαχτεί σε μια τεχνική σχολή. Αυτή η κοινωνική προκατάληψη, σε συνδυασμό με την πολιτική διαχείριση της εκπαίδευσης από διαδοχικές κυβερνήσεις, έχει οδηγήσει τη χώρα σε ένα έντονο παράδοξο: την ίδια στιγμή που η ανεργία των πτυχιούχων καλπάζει, η αγορά εργασίας στερείται απεγνωσμένα από χιλιάδες εξειδικευμένους τεχνίτες και επαγγελματίες.
Ο λαϊκισμός του ΣΥΡΙΖΑ και η εξίσωση της ανεπάρκειας
Με το νόμο 4485/2017 που εισηγήθηκε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ ΑΝΕΛ, όλα τα Τεχνολογικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα εντάχθηκαν οργανικά στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα, με τα τμήματά τους να λειτουργούν πλέον ως πανεπιστημιακά. Η επιχειρηματολογία ήταν ελκυστική: “ανώτατες σπουδές για όλους”, “αναβάθμιση της τεχνολογικής εκπαίδευσης” και βεβαίως, «να μην ξενιτεύονται τα παιδιά μας».
Ήταν όμως μια κίνηση που δεν συνοδεύτηκε από ουσιαστική αναβάθμιση των υποδομών, των εργαστηρίων, του διδακτικού προσωπικού, της διαμονής (φοιτητικές εστίες) ή της σύνδεσης με την αγορά εργασίας, αλλά στόχευε με κυνικό τρόπο, μόνο στο «χάιδεμα» των επιθυμιών του ψηφοφόρου, γονέα και υποψήφιου φοιτητή και ενδεχομένως του προσωπικού των ΤΕΙ. Προσθέτοντας περισσότερους τίτλους σπουδών, χωρίς να αλλάξει το περιεχόμενο, η πρακτική άσκηση ή οι δεξιότητες των αποφοίτων, χιλιάδες νέοι πτυχιούχοι βγήκαν στην αγορά εργασίας με ένα χαρτί στα χέρια τους, αλλά χωρίς πραγματικές τεχνικές γνώσεις ή επαγγελματικές δεξιότητες.
Η «ρελάνς» της ΝΔ με νεοφιλελεύθερο χρώμα
Στη σκιά αυτής της πολιτικής προχειρότητας, η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, με τον νόμο 5094/2024 και τις συμπληρωματικές ρυθμίσεις του 2025, προχώρησε στην ίδρυση μη κερδοσκοπικών – κατά το γράμμα του νόμου – ιδιωτικών πανεπιστημίων. Η ρητορική γνωστή και πάλι: “συγκράτηση των νέων στην Ελλάδα”, “ο ανταγωνισμός θα φέρει αναβάθμιση”, “προσέλκυση ξένων κεφαλαίων”. Στην πράξη, ο νόμος άνοιξε διάπλατα την πόρτα στην περαιτέρω διεύρυνση της ανώτατης παιδείας, με ασαφή κριτήρια ποιότητας, ελλιπή εποπτεία και χωρίς καμία εγγύηση διασύνδεσης με την αγορά εργασίας (όπως θα επέβαλε μια πραγματικά νεοφιλελεύθερη προσέγγιση). Ουσιαστικά, η ΝΔ νομιμοποίησε την κερδοσκοπική ανώτατη παιδεία στην Ελλάδα σε «αντιστάθμιση» του κόστους φοίτησης σε τρίτες χώρες, όμως, δημόσιων κατά κύριο λόγο ΑΕΙ, εντείνοντας έτσι την ψευδαίσθηση, ότι η λύση είναι πάντα ένα ακόμη πτυχίο.
Η αλήθεια των αριθμών: άνεργοι πτυχιούχοι και ακάλυπτες ανάγκες
Η πραγματικότητα, ωστόσο, είναι ανελέητη. Η Ελλάδα κατέχει την πρωτιά στην ανεργία πτυχιούχων στην Ευρωπαϊκή Ένωση: το ποσοστό ανεργίας των αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης διαμορφώνεται στο 7%, έναντι 4,6% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Για τους νέους πτυχιούχους ηλικίας 25-39 ετών, το ποσοστό εκτοξεύεται στο 10,4% – σχεδόν τριπλάσιο από τον μέσο όρο της ΕΕ. Την ίδια στιγμή που η Ελλάδα βρίσκεται στην τελευταία θέση της ΕΕ στην απορρόφηση νέων πτυχιούχων (20-34 ετών), με ποσοστό απασχόλησης 62,4% έναντι ευρωπαϊκού μέσου όρου 83% και η ΕΛΣΤΑΤ καταγράφει 445.000 ανέργους, η αγορά εργασίας προσφέρει πάνω από 200.000 κενές θέσεις εργασίας!
Η αιτία αυτού του παράδοξου βρίσκεται στο αντικείμενο των κενών θέσεων που αφορούν σε συντριπτική πλειοψηφία, τεχνικά επαγγέλματα: ηλεκτρολόγοι, υδραυλικοί, μηχανικοί παραγωγής, οδηγοί βαρέων οχημάτων, ειδικοί συντήρησης βιομηχανικού εξοπλισμού, τεχνίτες οικοδομής. Πάνω από το 93% των επιχειρήσεων στον κλάδο των κατασκευών δυσκολεύεται να βρει εξειδικευμένο προσωπικό, ενώ 8 στους 10 εργοδότες, σε όλους τους κλάδους, δηλώνουν ότι η έλλειψη τεχνικών δεξιοτήτων είναι το μεγαλύτερο εμπόδιο στην ανάπτυξή τους.
Η ειρωνεία: Brain drain και εισαγωγή ξένων εργατών
Η απόλυτη επιβεβαίωση της αποτυχίας της λαϊκίστικης εκπαιδευτικής πολιτικής, βρίσκεται στο ότι, την ίδια ώρα που η Ελλάδα χάνει τα καλύτερα μυαλά της, ταυτόχρονα εισάγει εργατικό δυναμικό από φτωχότερες χώρες για να καλύψει τις ανάγκες της αγοράς.
Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, η Ελλάδα κατέχει τη θλιβερή πρωτιά στην Ευρώπη σε ποσοστό νέων επιστημόνων που εγκαταλείπουν τη χώρα: 75% των Ελλήνων αποφοίτων ΑΕΙ που μεταναστεύουν, είναι ηλικίας 25-39 ετών, έναντι μόλις 45% στην ΕΕ. Το 13% του συνόλου των Ελλήνων πτυχιούχων ζει και εργάζεται πλέον στο εξωτερικό,.
Η χώρα όχι μόνο χάνει τη νέα γενιά επιστημόνων, μηχανικών, γιατρών, ερευνητών, πληροφορικών, αλλά ουσιαστικά χρηματοδοτεί την ανάπτυξη άλλων κρατών – μια απώλεια που κοστίζει στη χώρα, σύμφωνα με εκτιμήσεις, πάνω από 20 δισεκατομμύρια ευρώ σε ανθρώπινο κεφάλαιο την τελευταία δεκαετία.
Την ίδια στιγμή, λόγω της έλλειψης τεχνιτών, εργοταξιακών εργατών, οδηγών, εργατών γης και βιομηχανικού προσωπικού, η Ελλάδα αναγκάζεται να στραφεί σε μαζικές εισαγωγές εργατικού δυναμικού από τρίτες χώρες, όπως Πακιστάν, Μπαγκλαντές, Φιλιππίνες, Αίγυπτο, Νιγηρία, Ινδία. Σύμφωνα με στοιχεία του Υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής, μόνο το 2024 εκδόθηκαν πάνω από 25.000 νέες άδειες εργασίας για υπηκόους τρίτων χωρών, ενώ η ζήτηση για το 2025 εκτιμάται ότι θα ξεπεράσει τις 35.000, με τις μεγαλύτερες ανάγκες να εντοπίζονται στον αγροτικό τομέα, στις κατασκευές, στη φιλοξενία και στη βιομηχανία.
Όμως ακόμη και οι ξένοι εργάτες συχνά δεν διαθέτουν την απαιτούμενη τεχνική κατάρτιση, τη γνώση της γλώσσας, ή την απαραίτητη άδεια εργασίας, ενώ συχνά γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης. Και βεβαίως παραμένει η έλλειψη σε ειδικευμένους τεχνίτες, που κανένα πρόγραμμα μαζικής εισαγωγής δεν μπορεί να την καλύψει.
Ο μύθος του πτυχίου και η πραγματικότητα της αγοράς
Η ελληνική οικογένεια εξακολουθεί να πιέζει τα παιδιά της να κυνηγούν το πανεπιστημιακό πτυχίο, ακόμη και όταν οδηγεί σε επαγγελματικό αδιέξοδο. Αυτή η κοινωνική πίεση, σε συνδυασμό με τις λαϊκίστικες πολιτικές των προηγούμενων κυβερνήσεων και ένα πρακτικά ανύπαρκτο ενδοσχολικό επαγγελματικό προσανατολισμό, έχει δημιουργήσει ένα εκπαιδευτικό οικοσύστημα που παράγει πτυχιούχους χωρίς να καλύπτει τις ανάγκες της παραγωγής. Η μία κυβέρνηση μετέτρεψε τα ΤΕΙ σε ΑΕΙ, η άλλη άνοιξε την πόρτα στα κερδοσκοπικά πανεπιστήμια, ενισχύοντας περαιτέρω την κοινωνική αντίληψη ότι το πτυχίο είναι ο μοναδικός δρόμος προς την επιτυχία. Κανείς την τελευταία δεκαετία δεν ενδιαφέρθηκε για την ουσιαστική εξοικείωση των μαθητών με τις εναλλακτικές επαγγελματικές επιλογές και πολύ περισσότερο με τη διερεύνηση των ξεχωριστών δεξιοτήτων τους. Κανείς δεν επένδυσε στην τεχνική και επαγγελματική εκπαίδευση, στη μαθητεία, στην πρακτική άσκηση, στην πρόσβαση σε εργαστήρια και σύγχρονο εξοπλισμό.
Το αποτέλεσμα είναι διπλό: αφενός μια γενιά σαστισμένων νέων που κρατούν στα χέρια τους έναν ακαδημαϊκό τίτλο χωρίς την παραμικρή επαγγελματική ταυτότητα και προοπτική, αφετέρου μια παραγωγική βάση που φθίνει καθώς αδυνατεί να στελεχώσει θέσεις εργασίας κατάλληλα καταρτισμένων που θα προσφέρουν αξιοπρεπείς αποδοχές και μακροπρόθεσμη προοπτική.
Το πολιτικό έγκλημα στην εκπαίδευση: μια χώρα που χάνει τα παιδιά της και συγχρόνως την παραγωγική της βάση
Οι ΣΥΡΙΖΑ ΑΝΕΛ, μετέτρεψαν τα τεχνολογικά τμήματα σε πανεπιστημιακά, ακυρώνοντας ουσιαστικά τον ρόλο τους στην παραγωγή τεχνιτών και εξειδικευμένων επαγγελματιών που έχει τόσο ανάγκη η οικονομία. Η ΝΔ, με τις κερδοσκοπικές πανεπιστημιακές σχολές, επιδείνωσε την ψευδαίσθηση ότι το πανεπιστημιακό πτυχίο αποτελεί την ύψιστη αξία, ανεξάρτητα από το περιεχόμενο και την απορρόφησή του.
Κανένα από τα δύο κόμματα δεν τόλμησε να στηρίξει έμπρακτα την επαγγελματική εκπαίδευση. Κανένα δεν επένδυσε στην αναβάθμιση των δημόσιων ΙΕΚ, στη μαθητεία, στα σύγχρονα εργαστήρια και στην πιστοποίηση δεξιοτήτων. Αντίθετα, πρόσφεραν λύσεις της μιάς στιγμής, εντυπωσιακές αλλά κενές περιεχομένου, που συντήρησαν την κοινωνική προκατάληψη και απέκρυψαν την πραγματική ανάγκη.
Χρειάζεται μια ριζική αλλαγή παραδείγματος. Οι πολιτικοί, αλλά και οι οικογένειες, πρέπει να κατανοήσουν ότι η επαγγελματική εκπαίδευση δεν είναι μια λιγότερο αξιόλογη επιλογή, αλλά μια επιλογή με τεράστιες προοπτικές, που μπορεί να οδηγήσει σε υψηλά εισοδήματα, σταθερή εργασία και ατομική δημιουργία. Τα σύγχρονα τεχνικά επαγγέλματα απαιτούν γνώσεις πληροφορικής, μηχανοτρονικής, ενεργειακής τεχνολογίας, ρομποτικής. Είναι επαγγέλματα υψηλής τεχνολογίας, προστιθέμενης αξίας και ζήτησης. Δεν είναι τα “χειρωνακτικά” επαγγέλματα του χθες.
Η Πολιτεία οφείλει να επενδύσει στην ουσιαστική αναβάθμιση των ΙΕΚ, των ΣΑΕΚ, της μαθητείας, με σύγχρονο εξοπλισμό, συνεργασία με επιχειρήσεις, εξασφάλιση ποιότητας και, κυρίως, με την άρση του κοινωνικού στίγματος. Οι επιχειρήσεις πρέπει να συμμετέχουν ενεργά στον σχεδιασμό προγραμμάτων σπουδών, προσφέροντας πρακτική άσκηση και εργασιακή εμπειρία. Η κοινωνία ολόκληρη οφείλει να αναγνωρίσει αξία στην τεχνική γνώση, να την ενισχύσει και να την προωθήσει.
Η Ελλάδα χρειάζεται ένα εκπαιδευτικό σύστημα που να παράγει ταυτόχρονα επιστήμονες, τεχνίτες, μηχανικούς και επιχειρηματίες. Ένα σύστημα που να σέβεται και να αξιοποιεί κάθε ταλέντο, κάθε κλίση, κάθε δεξιότητα. Και, κυρίως, ένα σύστημα που να διασφαλίζει στους νέους ότι όχι μόνο θα μάθουν, αλλά θα βρουν και δουλειά, θα αξιοποιηθούν και θα παραμείνουν στον τόπο τους.
Ας μιλήσουμε επιτέλους, όχι μόνο για την είσοδο στην εκπαίδευση, αλλά και για την έξοδο στην απασχόληση. Γιατί, το ζητούμενο σήμερα, δεν είναι το χαρτί που παίρνεις, αλλά η δουλειά που βρίσκεις, ο μισθός που σου εξασφαλίζει και η ζωή που μπορείς να φτιάξεις. Ας αυξήθηκαν, λοιπόν, τα πανεπιστημιακά τμήματα (δημόσια και ιδιωτικά) στην Ελλάδα – ο πτυχιούχος θα βρει δουλειά και η επιχείρηση το προσωπικό της;
* Ο κ. Στέφανος Κομνηνός είναι Αναλυτής Αγοράς και πρώην Γ.Γ. Εμπορίου




























