ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...

Δεν μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα για διακριτική μεταχείριση φοιτήτριας

Τι αναφέρει σε έκθεσή της η Επίτροπος Διοικήσεως

ΚΥΠΕ

Δεν μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα περί διακριτικής μεταχείρισης λόγω αναπηρίας σε βάρος φοιτήτριας με σοβαρή οπτική αναπηρία, κατά τη συμμετοχή της στο Πρόγραμμα Σχολικής Εμπειρίας Νηπιαγωγών του Πανεπιστημίου Κύπρου, αναφέρει σε Έκθεσή της η Επίτροπος Διοικήσεως και Προστασίας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Μαρία Στυλιανού-Λοττίδη. Ως εκ τούτου, σημειώνει ότι δεν δικαιολογείται δεσμευτική σύσταση προς το Πανεπιστήμιο Κύπρου στη βάση διακριτικής μεταχείρισης λόγω αναπηρίας.

Η Επίτροπος διατυπώνει σειρά εισηγήσεων προς το Πανεπιστήμιο, επισημαίνοντας ότι παραμένουν αμφιβολίες ως προς το κατά πόσο επετράπη να παρασχεθεί στη φοιτήτρια εξατομικευμένη υποστήριξη από τη συνοδό της.

Μεταξύ άλλων, εισηγείται να καταβληθεί προσπάθεια επαναξιολόγησης της βαθμολόγησης της φοιτήτριας, όπου αυτό είναι εφικτό και στο μέτρο του δυνατού, καθώς και την υποχρεωτική εκπαίδευση εποπτών και μεντόρων σε θέματα ίσης μεταχείρισης ατόμων με αναπηρία και εξατομικευμένων εύλογων προσαρμογών.

Η Έκθεση αφορά παράπονο φοιτήτριας του Τμήματος Επιστημών της Αγωγής, στην Προδημοτική Εκπαίδευση, η οποία είναι άτομο με σοβαρής μορφής οπτική αναπηρία.

Η φοιτήτρια υποστήριξε ότι οι εύλογες προσαρμογές που της παρασχέθηκαν από το Πανεπιστήμιο κατά τη συμμετοχή της στο Πρόγραμμα Σχολικής Εμπειρίας Νηπιαγωγών δεν ήταν εξατομικευμένες.

Ισχυρίστηκε επίσης ότι η υποστήριξη που της επιτρεπόταν να λαμβάνει από τη συνοδό της ήταν ελλιπής, καθώς παρεμβάσεις της συνοδού διακόπτονταν, γεγονός που, κατά τη θέση της, επηρέασε την ομαλή συμμετοχή της στην πρακτική άσκηση και την τελική αξιολόγησή της.

Κατά την παραπονούμενη, οι διευκολύνσεις που παρέχονταν ήταν οριζόντιες και τυποποιημένες και όχι εξατομικευμένες.

Υποστήριξε ακόμη ότι οι αδυναμίες που παρουσίασε κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της συνδέονταν άμεσα με τη φύση της αναπηρίας της, ενώ ανέφερε ότι πριν από την ολοκλήρωση της πρακτικής και της αξιολόγησής της ενημερώθηκε πως ενδέχεται να μην της απονεμηθεί πτυχίο.

Στο πλαίσιο της διερεύνησης, η Επίτροπος έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς της φοιτήτριας, τις εγκεκριμένες εύλογες προσαρμογές που της είχαν παρασχεθεί, τις απαντητικές επιστολές του Πανεπιστημίου, καθώς και τις μαρτυρίες που λήφθηκαν.

Από τη μελέτη 24 εντύπων ανατροφοδότησης της διδασκαλίας σε οκτώ γνωστικά αντικείμενα προέκυψε ότι σε αριθμό περιπτώσεων καταγράφηκαν αδυναμίες ως προς τη γνώση του περιεχομένου του ημερήσιου μαθήματος, τον προγραμματισμό και την πραγμάτωση της διδασκαλίας, την ανατροφοδότηση προς τα παιδιά και τη διαχείριση του χρόνου.

Ως θετικό στοιχείο καταγράφηκε ο τρόπος προσέγγισης και επικοινωνίας της φοιτήτριας με τα παιδιά.

Σύμφωνα με την Έκθεση, στα έντυπα ανατροφοδότησης δεν γίνεται αναφορά στα περιστατικά κατά τα οποία επιχειρήθηκε η παροχή βοήθειας από τις συνοδούς και αυτή διακόπηκε έπειτα από παρεμβάσεις, ούτε στο κατά πόσο η βοήθεια αυτή υπερέβαινε τα όρια στήριξης στο πλαίσιο των εύλογων προσαρμογών.

Ως εκ τούτου, η Επίτροπος αναφέρει ότι δεν είναι δυνατό να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα ως προς το κατά πόσο τα περιστατικά αυτά λήφθηκαν υπόψη ή επηρέασαν τον τρόπο βαθμολόγησης της φοιτήτριας.

Σημειώνει ακόμη ότι από το περιεχόμενο των ανατροφοδοτήσεων δεν προκύπτει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς της συνοδού και των αρνητικών σχολίων, τα οποία σχετίζονταν με τη γνώση του περιεχομένου που διδασκόταν και την προετοιμασία της διδασκαλίας.

Παράλληλα, η Επίτροπος καταγράφει αντιφάσεις στις διά ζώσης μαρτυρίες που λήφθηκαν στο πλαίσιο της διερεύνησης.

Ειδικότερα, αναφέρει ότι η μαρτυρία της μέντορα του Δημόσιου Νηπιαγωγείου Τσερίου δεν συμφωνούσε, ως προς τα γεγονότα, με τις υπόλοιπες μαρτυρίες και ιδιαίτερα με εκείνες των εποπτών που παρακολούθησαν τη φοιτήτρια.

Σύμφωνα με την Έκθεση, οι δύο επόπτες παραδέχθηκαν ότι έκαναν παρατηρήσεις στη συνοδό, καθώς κατά την άποψή τους, ξεπερνούσε τα όρια της παρέμβασής της ως συνοδός ατόμου με αναπηρία.

Αντίθετα, η μέντορας αρνήθηκε ότι υπήρξε οποιαδήποτε παρέμβαση από επόπτη, υποστηρίζοντας ότι όλα κυλούσαν ομαλά.

Η Επίτροπος αναφέρει ακόμη ότι η μέντορας απέκρυψε το γεγονός ότι στην τάξη βρίσκονταν άλλα δύο παιδιά με αναπηρία με παρουσία συνοδού, γεγονός το οποίο, σύμφωνα με την Έκθεση, ανέφερε άλλη επόπτρια και επιβεβαίωσε η παραπονούμενη.

Σημειώνει επίσης ότι παρόλο που η μέντορας είχε βαθμολογήσει τη φοιτήτρια και η βαθμολογία της συνυπολογίστηκε στην τελική αξιολόγηση, δεν μπορούσε να ανακαλέσει στη μνήμη της τη βαθμολογία που είχε δώσει.

Σε σχέση με το κατά πόσο η φοιτήτρια είχε εκφράσει στους επόπτες τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε κατά την υλοποίηση δραστηριοτήτων λόγω της οπτικής αναπηρίας της, η Έκθεση αναφέρει ότι δεν μπορούν να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα. Η παραπονούμενη υποστήριξε ότι είχε εκφράσει τις δυσκολίες της, ενώ οι επόπτες ανέφεραν το αντίθετο.

Το γεγονός ωστόσο ότι είχε συζητηθεί το ζήτημα του χρόνου υλοποίησης του μαθήματος, με τη φοιτήτρια να ζητεί παράταση, συνηγορεί, σύμφωνα με την Επίτροπο, υπέρ του ισχυρισμού της ότι είχε εκφράσει τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε ως άτομο με αναπηρία.

Παρά τις πιο πάνω διαπιστώσεις, η Επίτροπος αναφέρει ότι ούτε η αναξιοπιστία της μέντορα ούτε η αναχαίτιση των παρεμβάσεων της συνοδού από τους επόπτες μπορούν να οδηγήσουν σε ασφαλές συμπέρασμα ότι η τελική αξιολόγηση της φοιτήτριας θα ήταν διαφορετική εάν η συνοδός είχε αφεθεί να λειτουργήσει ελεύθερα στο πλαίσιο της συνεργασίας της με την παραπονούμενη.

Για τον λόγο αυτό, καταλήγει ότι δεν παρέχεται περιθώριο κατάληξης σε διακριτική μεταχείριση λόγω αναπηρίας.

Όπως εξηγεί, οι παρατηρήσεις στις ανατροφοδοτήσεις αφορούσαν τη γνώση του περιεχομένου που διδασκόταν και την προετοιμασία της διδασκαλίας και όχι την πρακτική εκτέλεση του μαθήματος, όπου ο ρόλος της συνοδού θα μπορούσε να είναι καταλυτικός.

Ως εκ τούτου, σύμφωνα με την Έκθεση, δεν δικαιολογείται δεσμευτική σύσταση προς το Πανεπιστήμιο Κύπρου στη βάση διακριτικής μεταχείρισης της φοιτήτριας λόγω αναπηρίας.

Η Επίτροπος επισημαίνει ότι οι διαφορετικοί ισχυρισμοί και προσεγγίσεις της παραπονούμενης και των εποπτών ως προς το περιθώριο και τα όρια της αναγκαίας παρέμβασης των συνοδών, καθώς και η αναξιοπιστία που αποδίδει στη μέντορα, δημιουργούν εύλογες αμφιβολίες ως προς το κατά πόσο επετράπη τελικά να παρασχεθεί εξατομικευμένη υποστήριξη από τη συνοδό, η οποία να συνάδει πλήρως με την οπτική αναπηρία της φοιτήτριας.

Η Επίτροπος εισηγείται στο Πανεπιστήμιο Κύπρου να ληφθούν επαρκώς υπόψη οι πρακτικές δυσκολίες που αντιμετώπισε η φοιτήτρια λόγω της οπτικής αναπηρίας της, με στόχο την περαιτέρω υποστήριξή της κατά την επανάληψη της πρακτικής άσκησης και, ειδικότερα, την εξεύρεση λύσης για τη διαχείριση του προκαθορισμένου χρόνου υλοποίησης του μαθήματος.

Εισηγείται επίσης τη δρομολόγηση διαδικασιών για την υποχρεωτική εκπαίδευση των εποπτών του Πανεπιστημίου Κύπρου και του προσωπικού των νηπιαγωγείων που εκτελεί χρέη μέντορα σε θέματα ίσης μεταχείρισης ατόμων με αναπηρία και, ειδικότερα, στις εξατομικευμένες εύλογες προσαρμογές που πρέπει να παρέχονται.

Τέλος, λόγω των αμφιβολιών που παρέμειναν ως προς την έκταση της εξατομικευμένης βοήθειας που μπορεί να παρέχεται από τους συνοδούς ανάλογα με το είδος της αναπηρίας, η Επίτροπος εισηγείται να καταβληθεί προσπάθεια για επαναξιολόγηση της βαθμολόγησης της φοιτήτριας στο σύνολο των γνωστικών αντικειμένων από τους επόπτες, όπου αυτό είναι εφικτό και στο μέτρο του δυνατού.

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

NEWSROOM

Άλλα άρθρα συγγραφέα

ΚΥΠΕ

Κύπρος: Τελευταία Ενημέρωση

X

Μπες στο μυαλό των
αγαπημένων σου αρθρογράφων

Λάβε στο email σου το τελευταίο τους άρθρο τη στιγμή που δημοσιεύεται.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Απόκτησε συνδρομή με €50 τον χρόνο για πρόσβαση στην έντυπη έκδοση.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ