Αντριάνα Παντελή
Οι εξεγέρσεις της γενιάς Ζ σε τουλάχιστον επτά ευρωπαϊκές χώρες απασχολούν εδώ και μία εβδομάδα τη διεθνή δημόσια σφαίρα, έχοντας πυροδοτήσει μαζικές διαδηλώσεις και από άλλες ηλικιακές ομάδες. Το κύμα των κινητοποιήσεων ξεκίνησε από τη Γαλλία στα μέσα Οκτωβρίου και επεκτάθηκε σε Ελλάδα, Ισπανία, Πορτογαλία, Αλβανία, Ιταλία και Βέλγιο. Στη Γαλλία συγκεκριμένα, η κινητοποίηση ξεκίνησε με τους μαθητές να διεκδικούν καλύτερες συνθήκες στο εκπαιδευτικό τους σύστημα. Φαίνεται πως ο κοινός παρονομαστής των διαδηλώσεων ήταν πως στην Ευρώπη κανείς δεν προνοεί για το μέλλον των νέων.
Παρόλη αυτήν την αναταραχή στην Ευρώπη, στην Κύπρο η φωνή της νέας γενιάς περιορίστηκε σε μερικές αναρτήσεις «αλληλεγγύης» στο διαδίκτυο. Ζούμε άραγε σε μια ουτοπία, όπου οι νέοι είναι ικανοποιημένοι όχι μόνο από το εκπαιδευτικό σύστημα αλλά και από όσα τους προσφέρει αυτή η κοινωνία, ούτως ώστε να μην υπάρχει λόγος δικής μας κινητοποίησης; Οι διαχρονικές διαφωνίες ανάμεσα σε μαθητικές/εκπαιδευτικές οργανώσεις και υπουργείο Παιδείας, μόνο αυτό δεν δείχνουν. Εγκαταστάσεις, κλιματιστικά, διορισμοί, εξετάσεις, υποστηρικτικά προγράμματα, είναι μόνο μερικά από τα προβλήματα που σκιάζουν τους ατέλειωτους διαλόγους, οι οποίοι δεν παράγουν κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα. Εκτός από το ζήτημα της παιδείας, έρευνες της Eurostat καταδεικνύουν πως και στην Κύπρο η οικονομική ανασφάλεια και η στεγαστική κρίση απασχολούν τους νέους της όλο και περισσότερο, αφού δεν μπορούν να αντεπεξέλθουν στις σύγχρονες απαιτήσεις.
Ωστόσο, όπως φαίνεται, όλα τα παραπάνω δεν αποτελούν κίνητρο αντίδρασης για τη γενιά Z της Κύπρου, η οποία δεν θορυβήθηκε ιδιαίτερα από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα (για να μην αδικούμε τη συγκεκριμένη γενιά βέβαια, αυτό δεν είναι πρωτόγνωρο φαινόμενο για τη χώρα).
Η βαθιά ριζωμένη νοοτροπία του «κρύψε να περάσουμε» που κληρονομείται από γενιά σε γενιά έχει γίνει αναπόσπαστο κομμάτι του DNA μας. Η ψευδαίσθηση ότι κάτι είναι «γεωγραφικά μακριά» από εμάς, ότι δεν μας αγγίζει, ότι δεν μας αφορά και άρα δεν υπάρχει λόγος «ανούσιας» αναστάτωσης, μας κρατά απομονωμένους στη δική μας πραγματικότητα, εφησυχασμένους στις ιδιωτικές μας «φούσκες». Η εσωστρέφεια που φέρει αυτός ο τρόπος ζωής έχει δημιουργήσει την κοινή εντύπωση πως αν κρατάς χαμηλό προφίλ, τουλάχιστον εσύ θα επιβιώσεις (και αυτό είναι αρκετό). Μέχρι πότε όμως αυτός ο τρόπος ζωής θα εγγυάται την επιβίωση;
Το σύστημα αυτό στο οποίο λειτουργούμε δεν είναι βιώσιμο, καθώς βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στο δίχτυ ασφαλείας που μας παρέχει η κουλτούρα στήριξης από τον οικογενειακό κύκλο. Η αίσθηση της προσωπικής αποκατάστασης αναπτύσσεται με γνώμονα πως σε οποιαδήποτε στιγμή-ορόσημο της ζωής μας θα βρεθεί ένα χέρι βοηθείας, είτε μέσω νεποτισμού, είτε μέσω διαγενεακού πλούτου. Ωστόσο, οδεύουμε προς την εξάντληση των πόρων που εγγυούνται αυτή τη στήριξη. Χωρίς μια έτοιμη περιουσία, ή ένα έτοιμο σπίτι ή μια έτοιμη επιχείρηση, οι οικονομικο-πολιτικές συνθήκες στενεύουν τα περιθώρια για μια «άνετη και ήσυχη» ζωή.
Η απειλή αυτή και η συνειδητοποίηση πως εμείς δύσκολα θα προσφέρουμε τα υλικά που λάβαμε στις επόμενες γενιές, ίσως να αποτελέσει το κλειδί για την επαγρύπνηση της νεολαίας και την ενεργή διεκδίκηση των δικαιωμάτων της. Ίσως πάλι να διογκώσει την ηττοπάθεια και την αποχαύνωσή της.
Φυσικά, υπάρχει και μια μερίδα νέων ανθρώπων που εκφράζουν τους προβληματισμούς τους και την απογοήτευσή τους με το συγκεκριμένο κοινωνικό παράδοξο της κυπριακής κοινωνίας. Ωστόσο, δύσκολα μπορείς να αποδείξεις πως αυτή η μερίδα δεν είναι μειονότητα, καθώς δεν φαίνεται να υπάρχει πρόθεση συσπείρωσης. Ακόμη και σε προσπάθειες συνόλων, μικρών και μεγάλων, ανά τους καιρούς να οργανώσουν μαζικές κινητοποιήσεις, το αποτέλεσμα ήταν συνήθως χλιαρό. Αυτά τα άτομα νιώθουν πως δεν έχουν τον χώρο για να εκπροσωπηθούν και να εκφραστούν, ή πρόκειται για περιπτώσεις ρηχών απόψεων που δεν θα μετουσιωθούν ποτέ;




























