
Έκτορας Γεωργίου
Παράπονα για υπηρεσίες που δεν καλύπτονται μέσω του ΓεΣΥ, καταγγελία για αναφώνηση προσωπικών δεδομένων σε φαρμακεία, προβλήματα σχετικά με έκδοση παραπεμπτικού για εξέταση, όπως επίσης και καταχωρήσεις για εγχειρήσεις που δεν πραγματοποιηθήκαν, συνθέτουν τις καταγγελίες που δέχθηκε η Ομοσπονδία Συνδέσμων Ασθενών Κύπρου για τον μήνα Δεκέμβριο 2025.
Συγκεκριμένα τον μήνα Δεκέμβριο η ΟΣΑΚ, έλαβε συνολικά 37 παράπονα, μεταξύ αυτών, ασθενής ανέφερε ότι υποβλήθηκε στο παρελθόν σε χειρουργική επέμβαση εντός ΓεΣΥ κατά την οποία ενημερώθηκε ότι κατά την εγχείρηση έγινε και συγκεκριμένη ιατρική πράξη που επιβαλλόταν. Πρόσφατα χρειάστηκε νέα επέμβαση στο ίδιο σημείο από άλλον γιατρό λόγω συνεχιζόμενων προβλημάτων και της επιμονής των συμπτωμάτων. Σύμφωνα με τον δεύτερο γιατρό, στο σύστημα εμφανίζεται καταχωρημένη η ιατρική πράξη που ο πρώτος γιατρός ισχυρίστηκε ότι προέβη κατά το χειρουργείο, ωστόσο τα ιατρικά ευρήματα του δεύτερου γιατρού υποστηρίζουν ότι δεν έχει διενεργηθεί η πράξη.
Σε άλλη περίπτωση, πολίτης κατάγγειλε περιστατικό ανεπαρκούς εξυπηρέτησης και φροντίδας της συζύγου του σε νοσηλευτήριο, μετά από σοβαρή επιπλοκή που εμφάνισε έπειτα από χειρουργική επέμβαση. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η γυναίκα παρουσίασε οξύ πόνο και έντονα συμπτώματα μόλυνσης, με αποτέλεσμα να καλέσουν ασθενοφόρο. Παρά τη σοβαρότητα της κατάστασης, η ασθενής παρέμεινε για περίπου τέσσερις ώρες στον χώρο αναμονής, μέχρι να εισαχθεί για εξέταση. Κατά τη νοσηλεία, όπως αναφέρεται, υπήρξε δυσκολία επικοινωνίας με το προσωπικό και περιορισμένη υποστήριξη. Η ασθενής έλαβε φαρμακευτική αγωγή και έλαβε εξιτήριο, παρά τις ανησυχίες για επιδείνωση της υγείας της. Την επόμενη ημέρα, η κατάσταση της γυναίκας επιδεινώθηκε, οδηγώντας σε νέα κλήση ασθενοφόρου και μεταφορά στο νοσοκομείο. Ωστόσο, σημειώθηκαν εκ νέου καθυστερήσεις και δυσκολίες στην εξεύρεση κλίνης, σύμφωνα με την καταγγελία. Τελικά, η ασθενής εισήχθη και ξεκίνησε εξειδικευμένη θεραπεία.
Επιπλεόν, πολίτης καταγγέλλει την πρακτική που ακολουθείται σε φαρμακεία, όπου ζητείται η ημερομηνία γέννησης και ο αριθμός ταυτότητας των πολιτών. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η απαίτηση αυτή συνιστά παραβίαση προσωπικών δεδομένων και εκθέτει τους πολίτες σε σοβαρούς κινδύνους, καθώς πρόκειται για ιδιαίτερα ευαίσθητες πληροφορίες που μπορούν εύκολα να υποκλαπούν από τρίτους εντός του χώρου των φαρμακείων. Όπως επισημαίνει, σε συνδυασμό με στοιχεία όπως ο αριθμός τηλεφώνου και το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, τα δεδομένα αυτά δύνανται να αξιοποιηθούν από κακόβουλα άτομα για τη διάπραξη ηλεκτρονικών εγκλημάτων, με απρόβλεπτες συνέπειες για τους πολίτες. Ο καταγγέλλων ζητεί την άμεση εξέταση του θέματος από τον Επίτροπο Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, τον Οργανισμό Ασφάλισης Υγείας (ΟΑΥ), το Υπουργείο Υγείας, καθώς και άλλους αρμόδιους φορείς. Τονίζει ότι, εν έτει 2025, είναι επιτακτική ανάγκη να βρεθεί μια σύγχρονη και ασφαλής λύση, η οποία δεν θα απαιτεί την καθημερινή έκθεση ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων των πολιτών. Δεν είναι απαραίτητο οι δικαιούχοι να ανακοινώνουν προσωπικά τους στοιχεία (όπως ημερομηνία γέννησης ή αριθμό ταυτότητας) προφορικά στα φαρμακεία για την εξεύρεση συνταγών.
Μετά απο επικοινωνία με τον ΟΑΥ διευκρινίστηκε ότι η ενδεδειγμένη πρακτική είναι η επίδειξη της ταυτότητας στον φαρμακοποιό, ώστε να γίνεται η ταυτοποίηση με ασφάλεια, ή εναλλακτικά η χρήση του αριθμού συνταγής, τον οποίο ο δικαιούχος μπορεί να βρει μέσω της Πύλης Δικαιούχων ή στην εκτυπωμένη συνταγή.
Παράλληλα, ο ΟΑΥ εξετάζει πρόσθετους τρόπους για περαιτέρω διευκόλυνση των δικαιούχων και καλύτερη προστασία των προσωπικών τους δεδομένων, όπως:
• χρήση barcode ή QR code για σάρωση της συνταγής
• αξιοποίηση της εφαρμογής «Ψηφιακός Πολίτης»
• και μελλοντικά, εφαρμογή κινητού για πρόσβαση στις ανοικτές συνταγές
Ασθενής, είχε σοβαρό παράπονο σχετικά με πρακτικές κατάχρησης απο συγκεκριμένους γιατρούς στο ΓεΣΥ, αναφέροντας ότι δηλώνουν δεύτερη επίσκεψη για τον ίδιο ασθενή την ίδια ημέρα. Επισημαίνει ότι ορισμένοι ιατροί φαίνεται να καταχωρούν μεγάλο αριθμό εξετάσεων, με αποτέλεσμα υψηλές ημερήσιες και μηνιαίες απολαβές και ζητούν επανεξέταση του ασθενή χωρίς ουσιαστικό ιατρικό λόγο. Η εισήγηση του είναι να γίνεται έλεγχος στους ιατρούς με πολύ υψηλές απολαβές.
Παρέμβαση Κυπριακής Εταιρεία Χειρουργικής Ορθοπαιδικής και Τραυματολογίας
Σε παρέμβαση της Κυπριακή Εταιρεία Χειρουργικής, αναφορικά με την καταγγελία ορθοπαιδικού χειρουργού για ψευδείς δηλώσεις ιατρικής επέμβασης, τονίζει ότι η δημόσια στοχοποίηση, οι γενικεύσεις και τα υπονοούμενα ενοχής πριν ολοκληρωθούν οι διαδικασίες δεν προστατεύουν τους ασθενείς. Προσθέτοντας ότι εάν και εφόσον αποδειχθεί παρατυπία ή υπάρξει καταδίκη ή πειθαρχική απόφαση σε βάρος οποιουδήποτε ιατρού, τότε συμφωνούμε πλήρως πως πρέπει να υπάρξουν ξεκάθαρες συνέπειες και αυστηρή εφαρμογή όσων προβλέπει ο νόμος.
Αυτούσια η ανακοίνωση:
Ως ΚΕΧΟΤ νιώθουμε την ανάγκη να τοποθετηθούμε με νηφαλιότητα και σεβασμό, γιατί τέτοιες δημόσιες συζητήσεις αγγίζουν ευαίσθητα θέματα και επηρεάζουν άμεσα την εμπιστοσύνη των πολιτών στην υγεία.
Κατανοούμε απόλυτα την αγωνία των ασθενών. Την ακούμε και την σεβόμαστε. Οι ασθενείς έχουν δικαίωμα να απαιτούν ασφάλεια, ποιότητα, διαφάνεια και λογοδοσία. Αυτό είναι αδιαπραγμάτευτο.
Την ίδια ώρα, όμως, οφείλουμε όλοι - τα ΜΜΕ, οι εκπρόσωποι φορέων και η πολιτεία - να είμαστε εξαιρετικά προσεκτικοί στον τρόπο που τοποθετούμαστε, ειδικά όταν μιλάμε δημόσια για συγκεκριμένους επαγγελματίες ή υποθέσεις που βρίσκονται υπό διερεύνηση. Υπάρχει το τεκμήριο της αθωότητας. Δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι θεμελιώδης αρχή δικαίου και πρέπει να τη σεβόμαστε στην πράξη, όχι μόνο στα λόγια. Οι έλεγχοι και η διερεύνηση πρέπει να γίνονται από τους αρμόδιους θεσμούς και με βάση στοιχεία.
Η δημόσια στοχοποίηση, οι γενικεύσεις και τα υπονοούμενα ενοχής πριν ολοκληρωθούν οι διαδικασίες δεν προστατεύουν τους ασθενείς. Αντίθετα, δημιουργούν φόβο, σύγχυση και αδικία. Εάν και εφόσον αποδειχθεί παρατυπία ή υπάρξει καταδίκη ή πειθαρχική απόφαση σε βάρος οποιουδήποτε ιατρού, τότε συμφωνούμε πλήρως πως πρέπει να υπάρξουν ξεκάθαρες συνέπειες και αυστηρή εφαρμογή όσων προβλέπει ο νόμος. Χωρίς εκπτώσεις, χωρίς συγκάλυψη.
Η κοινωνία χρειάζεται αλήθεια, δικαιοσύνη και θεσμική σοβαρότητα. Αυτό είναι το μόνο πλαίσιο που προστατεύει πραγματικά τους ασθενείς, αλλά και τη σοβαρότητα της ιατρικής πράξης.




























