ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...

Με χαμηλές προσδοκίες η αυριανή συνάντηση για το σύστημα διορισμών

Κανονικά αναμένεται να πραγματοποιηθεί η διαμαρτυρία των εκπαιδευτικών την ερχόμενη Πέμπτη

Έκτορας Γεωργίου

Έκτορας Γεωργίου

Πραγματοποιήθηκε η κοινή συνέντευξη Τύπου των εκπαιδευτικών οργανώσεων για το νέο σύστημα διορισμών. Κατά την διάρκεια της κοινής δημοσιογραφικής διάσκεψη ΠΟΕΔ, ΟΕΛΜΕΚ και ΟΛΤΕΚ, εξέφρασαν για άλλη μια φορά την δυσαρέσκεια τους για την πρόταση του υπουργείου Παιδείας. Όπως ανέφερε η Πρόεδρος της ΠΟΕΔ Μύρια Βασιλείου, δεν υπήρξε έγκαιρος σχεδιασμός, προσθέτοντας «πως η ηγεσία του υπουργείου δεσμεύτηκε πως θα υπάρχει διάλογος, ωστόσο αυτό που έχουμε απέναντι μας είναι ένα ασαφές κείμενο.» Σύμφωνα με την κα. Βασιλείου, το υπουργείο Παιδείας προχωρά σε ένα επικίνδυνο πείραμα. Το δημόσιο σχολείο χρειάζεται εκπαιδευτικούς που αγαπούν το σχολείο και δεν θα αποθαρρύνονται από την εργασιακή αβεβαιότητα. Αναφορικά με την κινητοποίηση της 8ης Οκτωβρίου, η πρόεδρος της ΠΟΕΔ σημείωσε πως «στέλνει το μήνυμα πως δεν παίζουμε με το δημόσιο σχολείο, δεν μπορούμε να αποφασίζουμε μονομερώς, ούτε έχουμε σκοπό την σύγκρουση».

Από πλευράς του, ο Χάρης Χαραλάμπους γενικός γραμματέας της ΠΟΕΔ, σημείωσε πως «δεν είμαστε αισιόδοξοι ότι η νέα αναθεωρημένη πρόταση του υπουργείου Παιδείας θα έχει κάτι καινούργιο, ενώ την απαισιοδοξία της εξέφρασε και η Πρόεδρος της ΠΟΕΔ. «Με μαθηματική ακρίβεια αν δεν διορθωθούν οι στρεβλώσεις θα έχουμε σχολεία χωρίς εκπαιδευτικούς από το 2027», σημείωσε ο κ. Χαραλάμπους. Μιλώντας κατά την διάρκεια της διάσκεψης ο Πρόεδρος ΟΕΛΜΕΚ Κωνσταντίνος Κωνσταντίνου ανέφερε πως πλήττει την εμπιστοσύνη του υπουργείου Παιδείας το ότι δεν τηρήθηκαν χρονοδιαγράμματα κατά την διάρκεια της διαβούλευσης.

Τα λένε αύριο - Κανονικά η κινητοποίηση

Στο μεταξύ το υπουργείο Παιδείας, προσκάλεσε αύριο και τις τρεις εκπαιδευτικές οργανώσεις προκειμένου να τους παραδώσει την νέα αναθεωρημένη πρόταση για τους διορισμούς, ενώ όπως ανέφερε σε δήλωση της η υπουργός Παιδείας, Αθηνά Μιχαηλίδου θα περιμένει να καταθέσουν γραπτώς τις θέσεις τους. Αξίζει να σημειωθεί πως η προγραμματισμένη κινητοποίηση της Πέμπτης, με τα μέχρι στιγμής δεδομένα αναμένεται να πραγματοποιηθεί κανονικά. Εξάλλου η Πρόεδρος της ΠΟΕΔ, Μύρια Βασιλείου κάλεσε τους εκπαιδευτικούς αλλά και ολόκληρη την κοινωνία, να δώσουν μαζικά το «παρών» στην κινητοποίηση της 8ης Οκτωβρίου.

Αυτούσια η ομιλία της Προέδρου της ΠΟΕΔ

«Σήμερα, 5 Οκτωβρίου, γιορτάζεται σε ολόκληρο τον κόσμο η Παγκόσμια Ημέρα Εκπαιδευτικών. Μια ημέρα αφιερωμένη στους ανθρώπους που καθημερινά βρίσκονται στις σχολικές αίθουσες, δίπλα στα παιδιά και τους νέους ανθρώπους, και υπηρετούν με συνέπεια, ευθύνη και αφοσίωση την εκπαίδευση και την κοινωνία. Η φετινή Παγκόσμια Ημέρα, σηματοδοτεί την επέτειο από την υιοθέτηση της Σύστασης του 1966 της ΔΟΕ/UNESCO για το Καθεστώς των Εκπαιδευτικών, ενός θεμελιώδους διεθνούς πλαισίου που θέτει σαφείς προδιαγραφές για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των εκπαιδευτικών, την αρχική τους προετοιμασία και συνεχή τους επιμόρφωση, τις συνθήκες απασχόλησης, καθώς και το παιδαγωγικό και εργασιακό τους περιβάλλον.

Δεν είναι, λοιπόν, καθόλου τυχαίο ότι επιλέξαμε τη σημερινή ημέρα για να πραγματοποιήσουμε τη δημοσιογραφική μας διάσκεψη. Οι τρεις εκπαιδευτικές οργανώσεις, η ΠΟΕΔ, η ΟΕΛΜΕΚ και η ΟΛΤΕΚ, επιλέγουμε συμβολικά την ημέρα που η παγκόσμια εκπαιδευτική κοινότητα τιμά τον εκπαιδευτικό, για να αναδείξουμε ένα ζήτημα που αφορά άμεσα την αξιοπρέπεια, την εργασιακή ασφάλεια και το μέλλον χιλιάδων εκπαιδευτικών, αλλά και την ίδια τη λειτουργία και την προοπτική του Δημόσιου Σχολείου.

Και εδώ υπάρχει μια σαφής και βαριά πολιτική ευθύνη. Από το 2015, όταν ψηφίστηκε η σχετική νομοθεσία, και από το 2017 που ψηφίστηκαν οι κανονισμοί της νομοθεσίας και εφαρμόστηκε στην πράξη με τις πρώτες εξετάσεις διορισίμων, έχουν περάσει σχεδόν δέκα χρόνια. Σχεδόν δέκα χρόνια, κατά τα οποία οι διαδοχικές πολιτικές ηγεσίες του Υπουργείου Παιδείας γνώριζαν ότι η μεταβατική περίοδος είχε ημερομηνία λήξης, γνώριζαν τα προβλήματα που δημιουργούνταν σε σχέση με την επαρκή στελέχωση των Δημόσιων Σχολείων, αντιλαμβάνονταν τις στρεβλώσεις του συστήματος που ήταν καθόλα εμφανείς και συνεχώς διογκώνονταν και γνώριζαν ότι χιλιάδες εκπαιδευτικοί παρέμεναν σε καθεστώς αβεβαιότητας. Παρ’ όλα αυτά, δεν υπήρξε έγκαιρος, ολοκληρωμένος και υπεύθυνος σχεδιασμός για την οριστική και δίκαιη αντιμετώπιση του ζητήματος.

Η σημερινή πολιτική ηγεσία του ΥΠΑΝ από το 2024 δεσμεύτηκε απέναντι στις Εκπαιδευτικές Οργανώσεις ότι θα υπάρξει διάλογος και ότι θα κατέθετε συγκεκριμένη πρόταση για την οριστική επίλυση του ζητήματος. Δύο χρόνια μετά, αυτό που έχουμε μπροστά μας είναι ένα ασαφές κείμενο, χωρίς τις αναγκαίες εργασιακές διασφαλίσεις και χωρίς ξεκάθαρη απάντηση για το μέλλον χιλιάδων εκπαιδευτικών. Σημειώνεται επίσης, πως τον Σεπτέμβριο του 2024, το ΥΠΑΝ ανέφερε επίσημα πως είχε αποταθεί στη Νομική Υπηρεσία και αναμενόταν απάντηση επί σειράς ερωτημάτων που είχαν κατατεθεί, τον Οκτώβριο του ίδιου έτους. Τελικά, η πολυαναμενόμενη απάντηση από τη Νομική Υπηρεσία, για δύο χρόνια πήγαινε από παράταση σε παράταση και μέχρι και σήμερα το ακριβές περιεχόμενό της δεν έγινε ποτέ γνωστό. Αυτό δεν μπορεί να αποτελεί την απάντηση μιας πολιτικής ηγεσίας που γνώριζε εξαρχής το μέγεθος και την κρισιμότητα του προβλήματος.

Τόσο η εν λόγω πρόταση όσο και οι δημόσιες τοποθετήσεις της Υπουργού, επιβεβαιώνουν δυστυχώς, ότι το εργασιακό μέλλον χιλιάδων εκπαιδευτικών που υπηρετούν για χρόνια το Δημόσιο Σχολείο παραμένει αβέβαιο. Η δημιουργία ενός «κλειστού μητρώου», το οποίο θα παρέχει αποκλειστικά τη δυνατότητα έκτακτου διορισμού, χωρίς προοπτική μονιμοποίησης, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Αλήθεια, ποια υπεύθυνη Κυβέρνηση μπορεί να αποδεχθεί ή και να ενισχύσει διαδικασίες που οδηγούν στη δημιουργία εκπαιδευτικών «εσαεί αορίστου χρόνου»; Μάλιστα, όταν η ίδια η Κυβέρνηση αρνείται να νομοθετήσει την προστασία τους από την απόλυση για σκοπούς πλεονασμού, διαιωνίζοντας μια κατάσταση αδικίας και άνισης μεταχείρισης μεταξύ εργαζομένων στη Δημόσια Υπηρεσία και στην Εκπαιδευτική Υπηρεσία.

Σε ό,τι αφορά τη διόρθωση των στρεβλώσεων που έχουν προκύψει από τις εξετάσεις διορισίμων, σε καμία περίπτωση δεν μπορούμε να αποδεχθούμε ότι αυτή θα γίνει εις βάρος των εκπαιδευτικών που έχουν ήδη παρακαθήσει στις εξετάσεις μέχρι και το 2025. Είναι προφανές ότι η ένταξη στον ίδιο κατάλογο εκπαιδευτικών που εξετάστηκαν με το υφιστάμενο σύστημα και εκπαιδευτικών που θα εξεταστούν με ένα νέο σύστημα, διαφορετικής φιλοσοφίας και χαρακτηριστικών, δημιουργεί σοβαρά ζητήματα άνισης μεταχείρισης και δικαιοσύνης. Δεν μπορεί μια αλλαγή του συστήματος να μετακυλίει το κόστος στους εκπαιδευτικούς που έχουν ήδη ανταποκριθεί με επιτυχία στις απαιτήσεις του υφιστάμενου πλαισίου.

Την ίδια ώρα, τίθεται ένα κρίσιμο ερώτημα: Ποια Εκπαιδευτική Οργάνωση, που έχει ταχθεί διαχρονικά στον αγώνα για την προάσπιση και αναβάθμιση του Δημόσιου Σχολείου, μπορεί να αποδεχθεί πειραματισμούς και πρόχειρες λύσεις, οι οποίες ενδέχεται να δημιουργήσουν σοβαρά προβλήματα στελέχωσης από τον Σεπτέμβριο του 2027 και μετά, με ορατό τον κίνδυνο να υπάρξουν σχολεία χωρίς επαρκή εκπαιδευτική στελέχωση; Τα δεδομένα είναι συγκεκριμένα. Ποιοι εκπαιδευτικοί θα στελεχώσουν τα Δημόσια Σχολεία όταν οι ανάγκες είναι πολλαπλάσιες από τον αριθμό των εκπαιδευτικών που βρίσκονται σήμερα στον κατάλογο διορισίμων σε κλάδους όπως οι δάσκαλοι, οι φιλόλογοι, οι μαθηματικοί και άλλες ειδικότητες; Ποιοι εκπαιδευτικοί θα στελεχώσουν τα Προαιρετικά Ολοήμερα Δημοτικά Σχολεία, όταν εδώ και τρία χρόνια η στελέχωσή τους πραγματοποιείται αποκλειστικά από τον κατάλογο διοριστέων; Αξίζει, μάλιστα, να σημειωθεί ότι οι συμβασιούχοι μερικής απασχόλησης, οι οποίοι αποτελούν σημαντικό μέρος αυτής της στελέχωσης, απουσιάζουν εντελώς από το «κείμενο εργασίας» που έχει κατατεθεί από τον Ιούλιο του 2026.

Όλα αυτά συμβαίνουν σε μια χρονική συγκυρία κατά την οποία όλο και περισσότεροι νέοι απομακρύνονται από το επάγγελμα του εκπαιδευτικού τόσο σε παγκύπριο όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο. Σε μια περίοδο κατά την οποία καταγράφεται μειωμένο ενδιαφέρον ακόμη και από αποφοίτους που έχουν σπουδάσει το αντικείμενο, να ενταχθούν στην Εκπαιδευτική Υπηρεσία και να υπηρετήσουν το Δημόσιο Σχολείο. Και σε μια περίοδο κατά την οποία ήδη εντοπίζονται προβλήματα υποστελέχωσης ως αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης.

Υπό αυτές τις συνθήκες, θα ανέμενε κανείς από το αρμόδιο Υπουργείο να προχωρήσει σε λύσεις που θα λειτουργούσαν υποστηρικτικά και ενθαρρυντικά, τόσο για τους υφιστάμενους όσο και για τους μελλοντικούς εκπαιδευτικούς. Αντί αυτού, το Υπουργείο Παιδείας προχωρεί σε ένα επικίνδυνο πείραμα και σε πρόχειρες λύσεις, οι οποίες αφήνουν χιλιάδες εκπαιδευτικούς αντιμέτωπους με την επαγγελματική ανασφάλεια. Παράλληλα, στερούν από τους νέους αποφοίτους την ευκαιρία να ενταχθούν άμεσα στο Δημόσιο Σχολείο, να προσφέρουν τις γνώσεις και τις δεξιότητές τους και να υπηρετήσουν την εκπαίδευση.

Τελικά, ποιους εκπαιδευτικούς θέλουμε και ποιο Δημόσιο Σχολείο οραματιζόμαστε; Για τις τρεις Εκπαιδευτικές Οργανώσεις, η απάντηση είναι ξεκάθαρη. Το Δημόσιο Σχολείο χρειάζεται εκπαιδευτικούς που αγαπούν αυτό που κάνουν. Χρειάζεται εκπαιδευτικούς που, παρά τις προκλήσεις και τις δυσκολίες, στέκονται δίπλα σε κάθε παιδί, το στηρίζουν και το βοηθούν να προχωρήσει. Χρειάζεται εκπαιδευτικούς που δεν θα αποθαρρύνονται από την εργασιακή ανασφάλεια. Χρειάζεται εκπαιδευτικούς με κύρος, αξιοπρέπεια και επαγγελματική ασφάλεια, που θα μπορούν να διδάξουν στα παιδιά και στους αυριανούς πολίτες ότι είναι χρέος όλων μας να διεκδικούμε ένα καλύτερο αύριο. Εκπαιδευτικούς που αισθάνονται τον σεβασμό από τον εργοδόττη τους, έμπρακτα. Χρειαζόμαστε ένα Δημόσιο Σχολείο ισχυρό, ποιοτικό και επαρκώς στελεχωμένο. Ένα Δημόσιο Σχολείο που δεν θα κινδυνεύει να βρεθεί αντιμέτωπο με σοβαρές ελλείψεις εκπαιδευτικών εξαιτίας πολιτικών επιλογών που δεν λαμβάνουν επαρκώς υπόψη τις πραγματικές ανάγκες της Εκπαίδευσης.

Η κινητοποίηση της 8ης Οκτωβρίου στέλνει ένα ξεκάθαρο μήνυμα: Δεν παίζουμε με το Δημόσιο Σχολείο και τους λειτουργούς του. Στέλνει το μήνυμα ότι δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές μονομερείς αποφάσεις ούτε προτάσεις που δημιουργούν αδικίες ή θυματοποιούν εκπαιδευτικούς. Οι τρεις Εκπαιδευτικές Οργανώσεις θα συνεχίσουν να υπερασπίζονται το Δημόσιο Σχολείο, την ποιότητα της παρεχόμενης εκπαίδευσης και τα δικαιώματα των εκπαιδευτικών.

Και το ξεκαθαρίζουμε: ΠΟΕΔ, ΟΕΛΜΕΚ και ΟΛΤΕΚ ούτε είχαμε ούτε έχουμε ως αυτοσκοπό τη σύγκρουση. Αυτό αποδεικνύεται και από τη διαχρονική συνδικαλιστική μας δράση και τη στάση ευθύνης που έχουμε επιδείξει. Ταυτόχρονα, όμως, ξεκαθαρίζουμε ότι κάθε ενδεχόμενο αδικίας εις βάρος των εκπαιδευτικών θα προκαλέσει την έντονη αντίδραση και την αποφασιστική παρέμβαση των τριών Εκπαιδευτικών Οργανώσεων.

Οι εκπαιδευτικοί που βρίσκονται είτε στον κατάλογο διοριστέων είτε στον κατάλογο διορισίμων, δεν είναι απλοί αριθμοί σε έναν πίνακα. Είναι άνθρωποι που εργάστηκαν, απέκτησαν πολύτιμη εμπειρία, στήριξαν μαθητές και σχολικές μονάδες και συνέβαλαν ουσιαστικά στην εύρυθμη λειτουργία της Δημόσιας Εκπαίδευσης. Δεν μπορεί η Πολιτεία να ζητά από αυτούς τους ανθρώπους να υπηρετούν το Δημόσιο Σχολείο με συνέπεια και αφοσίωση και, την ίδια στιγμή, να τους αντιμετωπίζει ως αναλώσιμους.

Το Δημόσιο Σχολείο χρειάζεται σταθερότητα, σωστό σχεδιασμό, όραμα και σεβασμό στους ανθρώπους που το υπηρετούν. Και αυτή είναι μια ευθύνη που δεν μπορεί να μετακυλίεται στους εκπαιδευτικούς ούτε να αντιμετωπίζεται με πρόχειρες και αποσπασματικές λύσεις.

Καλούμε όλους τους εκπαιδευτικούς, αλλά και ολόκληρη την κοινωνία, να δώσουν μαζικά το «παρών» στην κινητοποίηση της 8ης Οκτωβρίου. Γιατί το ζήτημα δεν αφορά μόνο τους εκπαιδευτικούς. Αφορά το Δημόσιο Σχολείο, τα παιδιά μας και την ποιότητα της Εκπαίδευσης που θέλουμε να τους προσφέρουμε. Η συμμετοχή μας είναι μήνυμα ευθύνης, διεκδίκησης και υπεράσπισης του Δημόσιου Σχολείου.

Τέλος, καλούμε την Κυβέρνηση, να αφουγκραστεί επιτέλους την αγωνία χιλιάδων εκπαιδευτικών, να λάβει σοβαρά υπόψη τις τεκμηριωμένες θέσεις των Εκπαιδευτικών Οργανώσεων και να καταθέσει μια δίκαιη και ολοκληρωμένη πρόταση.»

Δεν μπορεί ο διάλογος να αποτελεί άλλοθι για στασιμότητα

«Ο διάλογος δεν μπορεί να λειτουργεί ως άλλοθι για στασιμότητα ή παλινδρομήσεις», διαμηνύει η Υπουργός Παιδείας, Αθλητισμού και Νεολαίας Αθηνά Μιχαηλίδου, αναφερόμενη στη μεταρρύθμιση του συστήματος διορισμού εκπαιδευτικών, σημειώνοντας παράλληλα ότι το ενδεχόμενο λήψης μέτρων από τις εκπαιδευτικές οργανώσεις δεν μπορεί να προηγείται της αξιολόγησης της αναθεωρημένης πρότασης του Υπουργείου.

Σε γραπτή δήλωσή της, με αφορμή και τη σημερινή Ημέρα του Εκπαιδευτικού, η κ. Μιχαηλίδου χαρακτηρίζει το σύστημα διορισμού «ουσιαστική μεταρρύθμιση» που συνδέεται άμεσα με την ποιότητα του δημόσιου σχολείου, υπογραμμίζοντας ότι «δεν πρόκειται για ένα διοικητικό ή συνδικαλιστικό ζήτημα», αλλά για ένα θέμα που αφορά «το ποιοι άνθρωποι μπαίνουν στις τάξεις και, συνεπακόλουθα, το μέλλον των παιδιών μας».

Η Υπουργός Παιδείας αναφέρει ότι η Κυβέρνηση έχει επιλέξει «συνειδητά τον δρόμο του διαλόγου» για τη βελτίωση της ισχύουσας νομοθεσίας, προσθέτοντας ότι το Υπουργείο έχει ακούσει τις εκπαιδευτικές οργανώσεις, αξιολογήσει τις θέσεις και τις ανησυχίες τους και λάβει υπόψη σημαντικές πτυχές των εισηγήσεών τους, ικανοποιώντας «αρκετά από τα αιτήματά τους».

Σύμφωνα με την Αθηνά Μιχαηλίδου, στο πλαίσιο αυτό οι εκπαιδευτικές οργανώσεις έχουν κληθεί σε νέα συνάντηση την Τρίτη, 6 Οκτωβρίου, κατά την οποία θα παρουσιαστεί και θα επιδοθεί η επικαιροποιημένη πρόταση του ΥΠΑΝ.

«Θέλω, όμως, να είμαι απολύτως σαφής. Ο διάλογος δεν μπορεί να λειτουργεί ως άλλοθι για στασιμότητα ή παλινδρομήσεις. Ο κατάλογος διοριστέων κρίθηκε ήδη αναχρονιστικός από το 2015.  Και πιστεύω ότι το ενδεχόμενο κινητοποιήσεων ή λήψης μέτρων, το οποίο αποτελεί αναφαίρετο βέβαια δικαίωμα των οργανώσεων, δεν μπορεί να προηγείται της αξιολόγησης μιας αναθεωρημένης πρότασης που δεν έχει ακόμη τεθεί προς συζήτηση», τονίζει.

Δηλώνει επίσης ότι σε περίπτωση που εξακολουθήσουν να υπάρχουν σημεία διαφωνίας, το ΥΠΑΝ είναι ανοικτό σε συζήτηση «για μια νόμιμη διευθέτηση του θέματος», η οποία όπως αναφέρει, θα απαλλάσσει τη δημόσια εκπαίδευση «από αναχρονισμούς και πισωγυρίσματα».

Σημειώνει ότι για τον λόγο αυτό, μετά την παρουσίαση της επικαιροποιημένης πρότασης, η οποία διαμορφώθηκε στη βάση των επισημάνσεων της Νομικής Υπηρεσίας, το ΥΠΑΝ θα ζητήσει εκ νέου γραπτώς τις θέσεις των εκπαιδευτικών οργανώσεων.

«Είναι έτοιμο για συζήτηση, αλλά και για τυχόν τελικές διευθετήσεις εάν χρειαστεί», αναφέρει.

Κατά την κ. Μιχαηλίδου, η θέση της Κυβέρνησης είναι ξεκάθαρη πως «το δημόσιο σχολείο χρειάζεται ένα σύστημα διορισμού που να αναγνωρίζει την εμπειρία, να δίνει ουσιαστικές ευκαιρίες στη νέα γενιά εκπαιδευτικών, να στηρίζεται στην αξιοκρατία και να εξασφαλίζει ότι το δημόσιο σχολείο μπορεί να επιλέγει και να αξιοποιεί τους καλύτερους εκπαιδευτικούς».

Όπως αναφέρει, η αλλαγή του συστήματος διορισμού κινείται «με μια πολύ ουσιαστική κατεύθυνση», με στόχο «να προσθέσει αξία στο δημόσιο σχολείο και τη χώρα μας».

Προαναγγέλλει, εξάλλου, ότι το επόμενο διάστημα η τελική πρόταση, όπως αυτή θα διαμορφωθεί, θα σταλεί στη Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας για νομοτεχνικό έλεγχο και στη συνέχεια θα οδηγηθεί στο Υπουργικό Συμβούλιο και στη Βουλή των Αντιπροσώπων, «για συζήτηση, στη βάση της δημοκρατικής, νενομισμένης διαδικασίας».

Καταλήγοντας, η κ. Μιχαηλίδου υπογραμμίζει ότι «το εκπαιδευτικό μας σύστημα χρειάζεται τομές και μεταρρυθμίσεις και όχι ‘μπαλώματα’ και διαιώνιση στρεβλώσεων που όλοι παραδέχονται ότι υπάρχουν και δημιουργούν σοβαρά προβλήματα».

«Με σεβασμό στους εκπαιδευτικούς, με ευθύνη απέναντι στα παιδιά και τις οικογένειές τους, αλλά και με αποφασιστικότητα απέναντι στις αλλαγές τις οποίες έχει ανάγκη η Παιδεία μας, θα συνεχίσουμε τον διάλογο και θα αναλάβουμε την ευθύνη να προχωρήσουμε», καταλήγει.

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

NEWSROOM

Άλλα άρθρα συγγραφέα

Έκτορας Γεωργίου

Παιδεία: Τελευταία Ενημέρωση

X

Μπες στο μυαλό των
αγαπημένων σου αρθρογράφων

Λάβε στο email σου το τελευταίο τους άρθρο τη στιγμή που δημοσιεύεται.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Απόκτησε συνδρομή με €50 τον χρόνο για πρόσβαση στην έντυπη έκδοση.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ