ΠΗΓΗ: Ανακοινώσεις
Τη διαφωνία του με την οριζόντια εφαρμογή της απόφασης για αφαίρεση από τις νέες ταυτότητες των ονομάτων του πατέρα και της μητέρας εκφράζει και ο Κοινοβουλευτικός Εκπρόσωπος του Δημοκρατικού Κόμματος, Πανίκος Λεωνίδου.
«Πρόκειται για ένα ζήτημα που δεν αφορά απλώς μια διοικητική μεταβολή, αλλά αγγίζει την ταυτότητα του πολίτη, τον θεσμό της οικογένειας και τη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ κράτους και κοινωνίας», δηλώνει σε ανακοίνωσή του.
Ο κ. Λεωνίδου επισημαίνει πως «η οικογένεια αποτελεί τον θεμελιώδη πυρήνα της κοινωνίας. Η αναγραφή των ονομάτων των γονέων στις ταυτότητες υπήρξε επί δεκαετίες ένα στοιχείο που συνέδεε τον πολίτη με τη φυσική και οικογενειακή του αναφορά, χωρίς αυτό, να παραβιάζει την προστασία των προσωπικών δεδομένων».
Ωστόσο, αναφέρει πως αναγνωρίζει ότι υπάρχουν ιδιαίτερες περιπτώσεις στις οποίες η μη αναγραφή των στοιχείων αυτών μπορεί να είναι απολύτως δικαιολογημένη. «Γι' αυτό θεωρώ ότι η Πολιτεία θα μπορούσε να προβλέψει τη δυνατότητα επιλογής για όσους πολίτες το επιθυμούν, χωρίς όμως η εξαίρεση να μετατρέπεται σε γενικό κανόνα», σημειώνει.
Συνεχίζει λέγοντας πως «η προστασία των προσωπικών δεδομένων αποτελεί αδιαπραγμάτευτη υποχρέωση ενός σύγχρονου κράτους δικαίου. Το ίδιο, όμως, ισχύει και για τον σεβασμό της οικογένειας ως βασικού θεσμού της κοινωνίας μας. Οι δύο αυτές αρχές δεν είναι αντικρουόμενες, μπορούν και πρέπει να συνυπάρχουν μέσα από ισορροπημένες λύσεις που σέβονται τόσο τα δικαιώματα όσο και τις ευαισθησίες των πολιτών».
Για τους λόγους αυτούς, θεωρεί ότι θα ήταν ορθό να ανασταλεί προσωρινά η εφαρμογή της απόφασης, μέχρι να ολοκληρωθεί ένας ουσιαστικός δημόσιος και κοινοβουλευτικός διάλογος και να υπάρξει πλήρης ενημέρωση της κοινωνίας.
«Οι αλλαγές που αφορούν βασικά στοιχεία της σχέσης του πολίτη με το κράτος πρέπει να στηρίζονται στη διαφάνεια, στην τεκμηρίωση και στη μεγαλύτερη δυνατή κοινωνική και πολιτική συναίνεση. Μόνο έτσι ενισχύεται η εμπιστοσύνη των πολιτών προς τους θεσμούς και διασφαλίζεται ότι οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις υπηρετούν πραγματικά το δημόσιο συμφέρον», καταλήγει ο κ. Λεωνίδου.




























