
Δωρίτα Γιαννακού
Σε εξέλιξη βρίσκονται οι διαβουλεύσεις για τη συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση, με ΚΕΒΕ και ΣΕΚ να τονίζουν την ανάγκη για ουσιαστικές συγκλίσεις, χωρίς μειώσεις στις συντάξεις και πρόσθετες επιβαρύνσεις σε εργαζομένους και επιχειρήσεις. Στο επίκεντρο παραμένουν η αναλογιστική προσαρμογή του 12%, η επάρκεια των συνταξιοδοτικών παροχών και ο ρόλος των Ταμείων Προνοίας, με τις δύο πλευρές να ζητούν περαιτέρω βελτιώσεις πριν από την κατάθεση του νομοσχεδίου στη Βουλή.
Οι εργοδότες
Την ανάγκη να εξαντληθεί ο διάλογος για τη συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση, ώστε το νομοσχέδιο να οδηγηθεί στη Βουλή με τις μεγαλύτερες δυνατές συγκλίσεις μεταξύ των κοινωνικών εταίρων, υπογράμμισε ο γενικός γραμματέας του ΚΕΒΕ, Φιλόκυπρος Ρουσουνίδης. Μιλώντας στην εκπομπή ΔΙΑΣΠΟΡΑ ΕΙΔΗΣΕΩΝ στον ΣΠΟΡ FM 95.00 o κ Ρουσουνίδης αναγνώρισε ότι έχουν γίνει θετικά βήματα από πλευράς κυβέρνησης, σημειώνοντας ότι ορισμένες από τις εισηγήσεις του Επιμελητηρίου έχουν ήδη ληφθεί υπόψη. Εξέφρασε, παράλληλα, την αισιοδοξία ότι η διαδικασία κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση, χωρίς ωστόσο να παραγνωρίζει τις επιφυλάξεις που εξακολουθούν να υπάρχουν για συγκεκριμένες πρόνοιες της προτεινόμενης μεταρρύθμισης.
Όπως ανέφερε, πρόκειται για μια ιδιαίτερα σημαντική μεταρρύθμιση, η οποία προωθείται έπειτα από περισσότερα από 46 χρόνια, με επιπτώσεις όχι μόνο στους σημερινούς συνταξιούχους, αλλά και στις επόμενες γενιές. Για τον λόγο αυτό, υπογράμμισε ότι απαιτούνται σοβαρότητα, υπευθυνότητα και προσεκτική εξέταση όλων των παραμέτρων. Ο γενικός γραμματέας του ΚΕΒΕ τόνισε ότι η συζήτηση πρέπει να στηρίζεται σε συγκεκριμένες αρχές: να μην υπάρξουν μειώσεις στις συντάξεις, να μην προκύψουν νέες αυξήσεις στις ασφαλιστικές εισφορές και να διασφαλιστεί η βιωσιμότητα του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στην ανάγκη να μην μεταφερθούν πρόσθετα βάρη στις επόμενες γενιές, επισημαίνοντας ότι οι αποφάσεις που λαμβάνονται σήμερα θα επηρεάσουν τη λειτουργία του συνταξιοδοτικού συστήματος για πολλές δεκαετίες. Την ίδια ώρα όπως επισήμανε παρά τα θετικά βήματα που έχουν καταγραφεί, το ΚΕΒΕ διατηρεί συγκεκριμένες επιφυλάξεις και έχει ήδη καταθέσει τις θέσεις του στο πλαίσιο της διαβούλευσης.
Ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα που θέτει το ΚΕΒΕ αφορά την αναπροσαρμογή του βασικού και του συμπληρωματικού μέρους της σύνταξης. Σύμφωνα με τον κ. Ρουσουνίδη, το Επιμελητήριο έχει ζητήσει νομική γνωμάτευση για τη συνταγματικότητα της ενδεχόμενης μείωσης της συμπληρωματικής σύνταξης, καθώς εκτιμά ότι ενδέχεται να επηρεάζονται δικαιώματα ασφαλισμένων που κατέβαλλαν αυξημένες εισφορές προσδοκώντας αντίστοιχα υψηλότερη συνταξιοδοτική παροχή.
Όπως υποστήριξε, το ανταποδοτικό στοιχείο του συστήματος πρέπει να εξεταστεί προσεκτικά, ώστε να διασφαλιστεί ότι οι ρυθμίσεις δεν θα δημιουργούν αδικίες μεταξύ των ασφαλισμένων. Παράλληλα, το ΚΕΒΕ ζητεί να παρουσιαστούν συγκεκριμένα παραδείγματα για ενδεχόμενες διαφοροποιήσεις στη μεταχείριση εργαζομένων του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα, προκειμένου να αξιολογηθεί κατά πόσο προκύπτουν ζητήματα σε σχέση με την αρχή της ισότητας.
Ο κ. Ρουσουνίδης έθεσε επίσης το ενδεχόμενο, σε περίπτωση που προκύψει ανάγκη αύξησης των ασφαλιστικών εισφορών ή διαφοροποίησης βασικών παραμέτρων του συστήματος, να επανεξεταστούν συνολικά οι σχετικές ρυθμίσεις, περιλαμβανομένου του ορίου συνταξιοδότησης. Κατά την άποψή του, οι βασικές παράμετροι της μεταρρύθμισης είναι αλληλένδετες και δεν θα πρέπει να μεταβάλλονται μεμονωμένα χωρίς συνολική αξιολόγηση των επιπτώσεών τους. Επιφυλάξεις εξέφρασε και για την προτεινόμενη κατάργηση της εξαίρεσης που αφορά συγκεκριμένες πληρωμές και παροχές, υποστηρίζοντας ότι ενδέχεται να αυξηθεί το εργοδοτικό κόστος και να περιοριστούν τα κίνητρα για επιβράβευση της παραγωγικότητας και της απόδοσης.
Ένα ακόμη σημείο διαφωνίας αφορά την επιβολή ασφαλιστικών εισφορών σε μερίσματα εργαζομένων και μετόχων. Το ΚΕΒΕ διαφωνεί με τη συγκεκριμένη προσέγγιση και ζητεί να επανεξεταστεί, εκφράζοντας την ανησυχία ότι θα μπορούσε να δημιουργήσει πρόσθετη επιβάρυνση.
Σε ό,τι αφορά τον δεύτερο πυλώνα του συνταξιοδοτικού συστήματος, ο γενικός γραμματέας του ΚΕΒΕ επανέλαβε ότι η θέση του Επιμελητηρίου είναι τα Ταμεία Προνοίας να παραμείνουν σε εθελοντική βάση. Όπως ανέφερε, θα πρέπει να δοθούν συγκεκριμένα κίνητρα και εργαλεία τόσο στους εργαζομένους όσο και στις επιχειρήσεις, ώστε να διευκολυνθεί η επέκταση του θεσμού, χωρίς να καθίσταται υποχρεωτική η συμμετοχή. Το ΚΕΒΕ έχει αποδεχθεί να προχωρήσει παράλληλα η συζήτηση για τα Ταμεία Προνοίας, χωρίς αυτή να αποτελέσει εμπόδιο στην κατάθεση του νομοσχεδίου που αφορά τον μηδενικό και τον πρώτο πυλώνα. Ωστόσο, ο κ. Ρουσουνίδης υπογράμμισε ότι μια συνολική προσέγγιση, η οποία θα περιλαμβάνει και τους τρεις πυλώνες, θα ήταν προτιμότερη. Διευκρίνισε, πάντως, ότι το Επιμελητήριο δεν είναι δογματικό και παραμένει ανοικτό στον διάλογο, προκειμένου να εξετάσει οποιεσδήποτε εναλλακτικές προτάσεις κατατεθούν.
Αναφερόμενος στα χρονοδιαγράμματα, ο κ. Ρουσουνίδης χαρακτήρισε ιδιαίτερα αισιόδοξο το ενδεχόμενο να ολοκληρωθούν οι διαβουλεύσεις μέχρι το τέλος του έτους με ευρεία συμφωνία. Τόνισε, ωστόσο, ότι η ενδεχόμενη καθυστέρηση ενός ή δύο μηνών δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως το σημαντικότερο ζήτημα, εφόσον συμβάλει στην καλύτερη επεξεργασία μιας μεταρρύθμισης τόσο μεγάλης εμβέλειας. Όπως σημείωσε, προτεραιότητα είναι να εξαντληθούν τα περιθώρια συνεννόησης και το νομοσχέδιο να οδηγηθεί στη Βουλή με όσο το δυνατόν περισσότερα σημεία συμφωνημένα μεταξύ των κοινωνικών εταίρων.
Προειδοποίησε, παράλληλα, ότι ένα νομοσχέδιο που δεν θα έχει εξασφαλίσει ουσιαστική συναίνεση ενδέχεται να βρεθεί αντιμέτωπο με προεκλογικές σκοπιμότητες και πολιτικές αντιπαραθέσεις. Κάλεσε, ως εκ τούτου, τα κόμματα και τους βουλευτές να αντιμετωπίσουν το ζήτημα με τη δέουσα σοβαρότητα, υπογραμμίζοντας ότι η συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση αφορά τα δημόσια οικονομικά, τους σημερινούς και τους μελλοντικούς συνταξιούχους, καθώς και τις επόμενες γενιές.
Οι συνδικαλιστές
Το μεγαλύτερο μέρος της συζήτησης στο σημερινό εργατικό συμβουλευτικό σώμα επικεντρώθηκε στην αναλογιστική προσαρμογή του 12% για όσους επιλέγουν να συνταξιοδοτηθούν πριν από το κανονικό όριο ηλικίας. Σημειώνεται ότι η ΣΕΚ διατηρεί επιφυλάξεις ως προς την πρόταση που έχει κατατεθεί και έχει ήδη υποβάλει συμπληρωματικές εισηγήσεις.
Όπως ανέφερε στην εκπομπή ΔΙΑΣΠΟΡΑ ΕΙΔΗΣΕΩΝ ο Γενικός Γραμματέας της ΣΕΚ Ανδρέας Μάτσας, η πρόθεση για βελτίωση των ρυθμίσεων αποτελεί θετικό σημείο αναφοράς, ωστόσο η ΣΕΚ αναμένει να διαπιστώσει στην πράξη τις αλλαγές που θα περιλαμβάνονται στο αναθεωρημένο πλαίσιο του νομοσχεδίου. Η επόμενη ημέρα θεωρείται σημαντική, καθώς αναμένεται να αποσαφηνιστούν συγκεκριμένες πρόνοιες και να αξιολογηθούν οι προτάσεις που έχουν τεθεί ενώπιον των κοινωνικών εταίρων.
Ο κ. Ματσας επανέλαβε ότι η θέση της ΣΕΚ παραμένει ξεκάθαρη και στηρίζεται σε τρεις βασικές αρχές να μην υπάρξουν μειώσεις στις συντάξεις, να μην επιβληθούν πρόσθετες αυξήσεις στις εισφορές πέραν όσων έχουν ήδη συμφωνηθεί και να μην αλλάξει το όριο συνταξιοδότησης. Όπως εξήγησε, στο πλαίσιο συμφωνίας που επιτεύχθηκε το 2012 προβλέπονται σταδιακές αυξήσεις στις εισφορές προς το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, οι οποίες εκτείνονται μέχρι το 2039 και οδηγούν σε συνολική πρόσθετη αύξηση 1,5 ποσοστιαίας μονάδας. Κατά τη ΣΕΚ, δεν μπορεί η συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση να συνοδεύεται από νέες επιβαρύνσεις για εργαζομένους και επιχειρήσεις.
«Η μεταρρύθμιση πρέπει να βελτιώνει τις συνθήκες και όχι να τις δυσχεραίνει», είναι το σκεπτικό που περιέγραψε, υπογραμμίζοντας ότι ο σχεδιασμός οφείλει να διασφαλίζει ένα ουσιαστικά επωφελές αποτέλεσμα τόσο για τους σημερινούς όσο και για τους μελλοντικούς συνταξιούχους. Ένα από τα θετικά στοιχεία που καταγράφει η ΣΕΚ στις νεότερες ρυθμίσεις είναι η αποτροπή ενδεχόμενων μειώσεων στις συντάξεις μετά την ολοκλήρωση της μεταβατικής περιόδου των πέντε ετών. Παράλληλα, θετική αξιολογείται η μείωση της περιόδου ολοκλήρωσης της παραχώρησης των αυξήσεων από πέντε σε τρία χρόνια, σύμφωνα με τις ρυθμίσεις που έχουν δημοσιοποιηθεί.
Ωστόσο, η συνδικαλιστική πλευρά επισημαίνει ότι τα συγκεκριμένα βήματα δεν αρκούν από μόνα τους για να θεωρηθεί ολοκληρωμένη η μεταρρύθμιση. Παραμένουν ανοικτά ζητήματα τα οποία, κατά την εκτίμησή της, είναι καθοριστικής σημασίας για τη συνολική επάρκεια των συνταξιοδοτικών παροχών. Η ΣΕΚ θεωρεί ότι η επάρκεια των συντάξεων δεν μπορεί να εξασφαλιστεί αποκλειστικά μέσα από τη μεταρρύθμιση του πρώτου πυλώνα, δηλαδή του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Για τον λόγο αυτό ζητεί ενίσχυση της κρατικής παρέμβασης μέσω του λεγόμενου μηδενικού πυλώνα, με στόχο τη βελτίωση της στήριξης προς τους χαμηλοσυνταξιούχους. Παράλληλα, υποστηρίζει ότι ο συνολικός σχεδιασμός πρέπει να περιλαμβάνει και τον δεύτερο πυλώνα, δηλαδή τα Ταμεία Προνοίας, ώστε να διαμορφωθεί ένα ολοκληρωμένο σύστημα συνταξιοδοτικών παροχών. Σύμφωνα με τον κ. Ματσα, το ζήτημα των Ταμείων Προνοίας έχει ήδη συζητηθεί στην Τεχνική Επιτροπή, ενώ αναμένεται να ακολουθήσουν συζητήσεις για τον καθορισμό του πλαισίου και των προϋποθέσεων λειτουργίας τους στο Εργατικό Συμβουλευτικό Σώμα. Επιπλέον, προβληματισμός υπάρχει για τις συντάξεις χηρείας και ειδικότερα για περιπτώσεις συζύγων που έχασαν τον ή τη σύζυγό τους πριν από την 1η Ιανουαρίου 2018 και δεν περιλαμβάνονται, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη συζήτηση, στις προτεινόμενες ρυθμίσεις.
Σε ό,τι αφορά την κατάθεση του νομοσχεδίου στη Βουλή, ο κ. Ματσας απέφυγε να αναφερθεί σε συγκεκριμένη ημερομηνία, επισημαίνοντας ότι τα χρονοδιαγράμματα και οι επιμέρους ρυθμίσεις έχουν διαφοροποιηθεί αρκετές φορές κατά τη διάρκεια των διαβουλεύσεων. Κατά την άποψή του, θα ήταν προτιμότερο να υπάρξει πρώτα συμφωνία στις βασικές αρχές και ρυθμίσεις στο Εργατικό Συμβουλευτικό Σώμα, αντί να διεξάγονται παράλληλα συζητήσεις για το ίδιο θέμα σε διαφορετικά σώματα. Μια τέτοια προσέγγιση, εκτίμησε, θα μπορούσε να περιορίσει τις αντιπαραθέσεις και τις καθυστερήσεις κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου στη Βουλή. Υπογράμμισε, επίσης, ότι η διαδικασία δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται με επικοινωνιακούς όρους, καθώς οι δημόσιες ανακοινώσεις για ποσά και ημερομηνίες καταβολής ενδέχεται να δημιουργήσουν προσδοκίες που δεν θα είναι εφικτό να ικανοποιηθούν στον αρχικά ανακοινωθέντα χρόνο. Πρόθεση, όπως αναφέρθηκε, είναι οι βελτιώσεις στις συντάξεις να δοθούν από την 1η Ιανουαρίου. Σε περίπτωση που αυτό δεν καταστεί τεχνικά εφικτό, εξετάζεται το ενδεχόμενο μιας μικρής καθυστέρησης με αναδρομική καταβολή των αυξήσεων, ώστε να διασφαλιστεί η ορθή εφαρμογή των ρυθμίσεων. Ο κ. Ματσας ξεκαθάρισε ότι η ΣΕΚ δεν προτίθεται να δώσει λευκή επιταγή σε κανέναν και ότι επιδιώκει μια συνολική μεταρρύθμιση, με ορίζοντα τις επόμενες δεκαετίες.




























