Kathimerini.gr
Ο κόσμος βυθίζεται στην ανασφάλεια που προκαλεί ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή και στην ανησυχία για τον αντίκτυπό του στις τιμές της ενέργειας και στην παγκόσμια οικονομία, αν όχι και γενικότερα για το ενδεχόμενο επέκτασής του σε άλλες χώρες, με καταστρεπτικές επιπτώσεις σε όλη την ανθρωπότητα. Και όμως, οι αμερικανικές μετοχές ανεβαίνουν καταγράφοντας τη μία συνεδρίαση μεγάλων κερδών μετά την άλλη και οι τρεις σημαντικότεροι δείκτες της αμερικανικής αγοράς έχουν επιστρέψει στα προπολεμικά επίπεδα. Και τελευταία οι «επτά υπέροχοι», όπως αποκαλούνται συχνά οι επτά τεχνολογικοί κολοσσοί των ΗΠΑ –Apple, Microsoft, Alphabet, Amazon, Meta Platforms, Nvidia και Tesla– αύξησαν τη χρηματιστηριακή τους αξία κατά 2,5 τρισ. δολ. μέσα σε οκτώ συνεδριάσεις. Πολλοί θα έχουν ακούσει βέβαια τη θεωρία ότι η καλύτερη στιγμή για να επενδύσει κανείς αγοράζοντας μετοχές είναι όταν όλοι οι άλλοι είναι φοβισμένοι. Οπως σχολιάζει, άλλωστε, σχετικό ρεπορτάζ της Wall Street Journal, υπάρχουν εποχές στις οποίες τα κακά νέα για τους άλλους είναι καλά νέα για τις αγορές.
Δεν χρειάζεται να είναι κανείς ιδιαιτέρως απαισιόδοξος για να επισημάνει ότι τα δεξαμενόπλοια που μεταφέρουν πετρέλαιο παραμένουν αποκλεισμένα στα Στενά του Ορμούζ, ότι Ουάσιγκτον και Τεχεράνη εξακολουθούν να ανταλλάσσουν απειλές και ότι οι αμερικανικές δυνάμεις εξακολουθούν να αποκλείουν τα λιμάνια του Ιράν. Κάποιοι θα σπεύσουν να ερμηνεύσουν το παράδοξο, επισημαίνοντας πως στην εποχή μας οι αγορές λειτουργούν όλο και περισσότερο υπακούοντας μηχανικά σε ορισμένους αλγορίθμους, με αποτέλεσμα να αποξενώνονται από την πραγματικότητα ή τουλάχιστον να κωφεύουν στα κακά νέα. Οσοι επενδυτές είναι μεγαλύτεροι στην ηλικία υποστηρίζουν ότι η αισιοδοξία της αγοράς επιβεβαιώνει την παραδοσιακή άποψη ότι η κατάλληλη στιγμή για να επενδύει κάποιος είναι οι περίοδοι αναταραχής.
Προ παντός δεν μπορεί παρά να παρατηρήσει κανείς ότι οι βραχυπρόθεσμες απειλές ωχριούν μπροστά στις αντοχές της αμερικανικής οικονομίας, που τα τελευταία χρόνια υπερβαίνει τη μία κρίση μετά την άλλη. Και βέβαια ότι η τεράστια παραγωγή πετρελαίου και φυσικού αερίου στις ΗΠΑ και ιδιαιτέρως από τις βιομηχανίες σχιστολιθικών υδρογονανθράκων θωρακίζει την αμερικανική οικονομία έναντι πληγμάτων του είδους, που τη δεκαετία του 1970 οδήγησαν στην εκτόξευση του πληθωρισμού και στην επιβράδυνση της ανάπτυξης . Το άλμα που σημειώνουν τώρα οι αγορές αντανακλά την ίδια αυτή τάση των επενδυτών να αγοράζουν μετοχές όταν όλα φαίνονται μαύρα και η οποία εξώθησε ανοδικά τις μετοχές στη διάρκεια της πανδημίας, αλλά και πέρυσι όταν ο Τραμπ προκάλεσε πανικό ανακοινώνοντας ιλιγγιώδεις δασμούς. Οι τέσσερις από τις πέντε μεγαλύτερες ανόδους που έχει σημειώσει τελευταία ο δείκτης S&P 500 κατεγράφησαν εν μέσω του πολέμου.
Για πολλούς διαπραγματευτές, όταν οι μετοχές υποχωρούν είναι η κατάλληλη στιγμή για να αγοράσει κάποιος πολλές μετοχές. Είναι ένα παιχνίδι υψηλού ρίσκου. Ακόμη κι όταν λήξει ο πόλεμος και αρχίσει και πάλι η κανονική κυκλοφορία μέσα από τα Στενά του Ορμούζ, πολλοί αναλυτές εκτιμούν ότι οι τιμές της ενέργειας θα παραμένουν σε υψηλά επίπεδα μέχρι το τέλος του έτους και η νέα αυτή εποχή συγκρούσεων και οικονομικού εθνικισμού μπορεί να βυθίσει τις αγορές στα Τάρταρα και για πολύ περισσότερο καιρό πέραν του τέλους του έτους. Κανείς δεν ξέρει όμως τι θα συμβεί τελικά.




























