Kathimerini.gr
Με φόντο την παγκόσμια κρίση εφοδιασμού και τις ισχυρές πιέσεις που προκαλεί ο κλιμακούμενος πόλεμος στο Ιράν στις τιμές των καυσίμων, η κυβέρνηση Τραμπ λαμβάνει έκτακτα μέτρα για την ενίσχυση της προσφοράς πετρελαίου. Με τις διεθνείς τιμές του αργού να ξεπερνούν πλέον τα 100 δολάρια το βαρέλι (σ.σ.: η τιμή του Brent ξεπέρασε χθες το φράγμα των 118 δολαρίων) και τα Στενά του Ορμούζ να παραμένουν ουσιαστικά κλειστά από τις 28 Φεβρουαρίου, οπότε ξεκίνησαν οι αμερικανο-ισραηλινές επιθέσεις, η Ουάσιγκτον προχωράει σε ριζική αναθεώρηση της εξωτερικής και εμπορικής πολιτικής της, επιχειρώντας να ανακουφίσει τους καταναλωτές.
Χθες, κι ενώ ο πόλεμος εισήλθε πλέον σε νέα φάση με μια σειρά από εκατέρωθεν επιθέσεις στις ενεργειακές υποδομές του Κόλπου, ο Ντόναλντ Τραμπ προχώρησε σε μία ακόμη στοχευμένη παρέμβαση για την ανάσχεση της ενεργειακής ακρίβειας, «παγώνοντας» τον αμερικανικό νόμο για τη ναυτιλία. Πιο συγκεκριμένα, ενέκρινε την προσωρινή άρση του Jones Act για διάστημα 60 ημερών, επιτρέποντας τη μεταφορά καυσίμων και ενεργειακών προϊόντων μεταξύ αμερικανικών λιμανιών από ξένα πλοία. Ο νόμος του 1920 επιβάλλει ότι τέτοιες μεταφορές πρέπει να πραγματοποιούνται αποκλειστικά από πλοία αμερικανικής κατασκευής, ιδιοκτησίας και σημαίας – περιορισμός που αυξάνει σημαντικά το κόστος logistics. Με την εξαίρεση αυτή, η Ουάσιγκτον επιχειρεί να μειώσει το κόστος μεταφοράς και να απορροφήσει μέρος των πιέσεων στις τιμές. Το μέτρο αφορά ένα ευρύ φάσμα προϊόντων, από αργό πετρέλαιο και προϊόντα διύλισης μέχρι φυσικό αέριο, LNG, άνθρακα και λιπάσματα, δηλαδή κρίσιμες πρώτες ύλες για την ενεργειακή και βιομηχανική δραστηριότητα.
Επιτρέπει στην κρατική εταιρεία πετρελαίου της Βενεζουέλας να πουλάει απευθείας πετρέλαιο σε αμερικανικές εταιρείες και στις διεθνείς αγορές
Σύμφωνα με εκπροσώπους της ναυτιλιακής βιομηχανίας, ο νόμος στηρίζει εκατοντάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας και ενισχύει σημαντικά την αμερικανική οικονομία, οι επικριτές του όμως, που δεν είναι λίγοι, υποστηρίζουν ότι αυξάνει το κόστος ζωής, επηρεάζοντας τα πάντα – από τα τρόφιμα μέχρι τα αυτοκίνητα. Η απόφαση ελήφθη με φόντο τους έντονους κλυδωνισμούς στην παγκόσμια αγορά ενέργειας, καθώς ο πόλεμος με το Ιράν έχει πλήξει τις ροές πετρελαίου. Το κλείσιμο του Ορμούζ έχει περιορίσει σοβαρά τη διακίνηση, επηρεάζοντας έως και 15 εκατ. βαρέλια ημερησίως και ενισχύοντας το ράλι των τιμών.
Στο πλαίσιο αυτό και με το βλέμμα στραμμένο στις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου στις ΗΠΑ, η κυβέρνηση Τραμπ ανακοίνωσε επίσης ότι επιτρέπει στο εξής στην κρατική εταιρεία Petróleos de Venezuela SA (PDVSA) να πουλάει απευθείας πετρέλαιο σε αμερικανικές εταιρείες και στις διεθνείς αγορές. Η κίνηση αυτή, που έρχεται μετά την ανατροπή του Νικολάς Μαδούρο και την εγκαθίδρυση μιας νέας δομής διακυβέρνησης υπό την επιρροή των ΗΠΑ, αποσκοπεί στην αναζωογόνηση ενός τομέα που τα τελευταία χρόνια είδε την παραγωγή του να καταρρέει. Παρόλο που οι κυρώσεις δεν έχουν αρθεί ολοκληρωτικά, η νέα εξουσιοδότηση επιτρέπει σε εταιρείες που προϋπήρχαν της 29ης Ιανουαρίου του 2025 να συμμετέχουν σε συναλλαγές, υπό την προϋπόθεση ότι οι πληρωμές θα κατατίθενται σε ειδικούς λογαριασμούς ελεγχόμενους από τις ΗΠΑ.
Παράλληλα, ο πρόεδρος Τραμπ προχώρησε σε μια εξίσου αμφιλεγόμενη απόφαση όσον αφορά τη Ρωσία. Προκειμένου να συγκρατηθεί το ενεργειακό κόστος που απειλεί την αμερικανική οικονομία, η Ουάσιγκτον ανακοίνωσε την προσωρινή άρση των κυρώσεων στο ρωσικό πετρέλαιο. Το μέτρο αυτό, το οποίο ο υπουργός Οικονομικών χαρακτήρισε «στενά προσαρμοσμένο και βραχυπρόθεσμο», επιτρέπει την αγορά ρωσικού αργού που βρίσκεται ήδη σε διαδικασία μεταφοράς στη θάλασσα. Αν και η κίνηση προκάλεσε έντονες αντιδράσεις από την πλευρά της Ε.Ε. και της Ουκρανίας, οι οποίες φοβούνται πως θα ενισχυθεί με τον τρόπο αυτό η ρωσική πολεμική μηχανή, ο Λευκός Οίκος επιμένει ότι η σταθεροποίηση της παγκόσμιας αγοράς είναι επιτακτική ανάγκη, που δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς τη ρωσική συνδρομή στην προσφορά.
Στο πλαίσιο αυτό, ο Τραμπ προετοιμάζεται να επικαλεστεί εξουσίες της εποχής του Ψυχρού Πολέμου με στόχο να προλειάνει το έδαφος για την επανέναρξη της παραγωγής πετρελαίου στα ανοικτά των ακτών της νότιας Καλιφόρνιας, σε μια προσπάθεια με αβέβαιη έκβαση, όπως αναφέρει το Bloomberg. Ο Αμερικανός πρόεδρος πρόκειται σύντομα να επικαλεστεί τις αρχές που απορρέουν από τον νόμο περί αμυντικής παραγωγής (Defense Production Act), προκειμένου να υπερκεράσει τους πολιτειακούς νόμους και να διευκολύνει την αδειοδότηση της Sable Offshore Corp., μιας εταιρείας με έδρα το Χιούστον, που επιδιώκει να επανεκκινήσει σημαντική παραγωγή από υπεράκτιες εξέδρες στην Καλιφόρνια.
Συμπληρωματικά προς αυτές τις κινήσεις, οι Ηνωμένες Πολιτείες σε συνεργασία με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας αποφάσισαν την απελευθέρωση ιστορικών ποσοτήτων από τα στρατηγικά τους αποθέματα, φτάνοντας στα 400 εκατ. βαρέλια. Ολες οι παραπάνω κινήσεις σημειώθηκαν καθώς ο Αμερικανός πρόεδρος αντιμετωπίζει έντονες πολιτικές πιέσεις για τις αυξανόμενες τιμές των καυσίμων ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου, οι οποίες θα κριθούν σε μεγάλο βαθμό από τη στάση των Αμερικανών απέναντι στο κόστος ζωής.




























