ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...

Ο πόλεμος και η αύξηση του χρέους

Μέρος του προβλήματος είναι η αύξηση του κόστους της άμυνας

ΠΗΓΗ: Reuters

Το Ηνωμένο Βασίλειο εξέδωσε χρέος μετά τους Ναπολεόντειους Πολέμους ώστε να μπορεί να χρηματοδοτήσει τις μάχες που ακολούθησαν. Σήμερα όμως ο ανταγωνισμός των υπερδυνάμεων, των ΗΠΑ με την Κίνα, όπως και οι πόλεμοι στο Ιράν και στην Ουκρανία συμπίπτουν με μια περίοδο στην οποία ο δανεισμός των κυβερνήσεων ανά τον κόσμο βρίσκεται ήδη σε υψηλά επίπεδα.

Οι κυβερνήσεις έχουν αυξήσει τις αμυντικές δαπάνες και περιορίζουν την εξάρτησή της από τους ανταγωνιστές τους, καθώς εντείνονται οι απειλές σε παγκόσμιο επίπεδο. Αυξάνεται έτσι το χρέος τους ως ποσοστό του ΑΕΠ περιορίζοντας τη δυνατότητά τους για προβολή ισχύος. Και το κόστος του δανεισμού τους έχει αυξηθεί. Η απόδοση των δεκαετών ομολόγων του αμερικανικού δημοσίου έχει σχεδόν τριπλασιαστεί τα τελευταία πέντε χρόνια και ανέρχεται πλέον στο 4,3%. Ελάχιστες χώρες δεν έχουν εμπλακεί σε αυτή τη δίνη. ΗΠΑ, Κίνα, Γαλλία, Βρετανία και Ιαπωνία έχουν όλες δημόσιο χρέος ίσο με το ΑΕΠ ενός έτους. Η Ρωσία έχει επιστρατεύσει τα κεφάλαια του κρατικού επενδυτικού της ταμείου για να χρηματοδοτήσει τον πόλεμο κατά της Ουκρανίας. Και τώρα οι χώρες του Κόλπου θα αναγκαστούν να βάλουν βαθιά το χέρι στην τσέπη για να προστατευθούν έναντι του Ιράν.

Μέρος του προβλήματος είναι η αύξηση του κόστους της άμυνας. Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ θέλει να αυξήσει τις δαπάνες των ΗΠΑ κατά 500 δισ. δολ. και να τις φτάσει στο 1,5 τρισ. δολ. το επόμενο έτος. Στο μεταξύ, οι ευρωπαϊκές χώρες που είναι μέλη του ΝΑΤΟ δεσμεύθηκαν πέρυσι ότι θα αυξήσουν τις δαπάνες για την άμυνά τους στο 5% του ΑΕΠ τους μέχρι το 2035, που σημαίνει θεαματική αύξηση σε σύγκριση με τον προηγούμενο στόχο για 2% του ΑΕΠ τους. Παράλληλα, οι κυβερνήσεις προσέχουν όλο και περισσότερο ώστε να μην μπορεί κανείς να τις εκβιάσει. Το τελευταίο παράδειγμα εκβιασμού προς κυρίαρχα κράτη είναι ο έλεγχος που ασκεί το Ιράν στα Στενά του Ορμούζ, από τα οποία διέρχεται υπό κανονικές συνθήκες το ένα πέμπτο του παγκόσμιου πετρελαίου καθημερινώς. Κάποια άλλα παραδείγματα εξίσου γνωστά είναι το σχεδόν παγκόσμιο μονοπώλιο που κατέχει η Κίνα στις σπάνιες γαίες και η εξάρτηση που είχε η Ευρώπη από το φυσικό αέριο της Ρωσίας πριν από την εισβολή στην Ουκρανία. Επιπλέον, πολλές χώρες εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις ΗΠΑ για την άμυνά τους, την τεχνολογία και τον τομέα της χρηματοδότησης που δίνει στην Ουάσιγκτον τη δυνατότητα να τις παρενοχλεί.

Η λογική αντίδραση θα ήταν για τις χώρες αυτές να περιορίσουν την έκθεσή τους σε πιθανώς εχθρικές χώρες. Κάτι τέτοιο όμως είναι δαπανηρό καθώς θα εμποδίσει την ελεύθερη διακίνηση προϊόντων, υπηρεσιών και κεφαλαίων. Οι κυβερνήσεις είτε θα πρέπει να χρηματοδοτήσουν οι ίδιες τη μετάβαση στη νέα κατάσταση είτε να επιβάλουν ελέγχους που θα μειώσουν την οικονομική ανάπτυξη. Ο δανεισμός θα αυξηθεί ή το ΑΕΠ θα μειωθεί και θα είναι μικρότερο από όσο θα ήταν υπό άλλες συνθήκες, οπότε το χρέος θα είναι μεγαλύτερο ως ποσοστό του ΑΕΠ. Και ο δανεισμός για την τεχνητή νοημοσύνη δεν είναι το ίδιο πράγμα. Το ποσοστό του χρέους προς το ΑΕΠ και τα επίπεδα δανεισμού είναι σαφώς καίρια στοιχεία για να αποτιμήσει κανείς τη δημοσιονομική ευρωστία μιας χώρας, αλλά είναι σημαντικοί και κάποιοι άλλοι παράγοντες. Το πώς ακριβώς δαπανά χρήματα η κυβέρνηση είναι καίριας σημασίας. Οι αμυντικές δαπάνες, για παράδειγμα, μπορούν να δώσουν ώθηση στην παραγωγικότητα στην περίπτωση που χρησιμοποιηθούν για έρευνα και ανάπτυξη. Οι ΗΠΑ αποτελούν γνωστό παράδειγμα. Αντιθέτως, οι επιδοτήσεις στην κατανάλωση ενέργειας, που έχουν επιλέξει ορισμένες κυβερνήσεις, δεν προσφέρουν την παραμικρή ώθηση στην ανάπτυξη.

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

NEWSROOM

Άλλα άρθρα συγγραφέα

ΠΗΓΗ: Reuters

Οικονομία: Τελευταία Ενημέρωση

X

Μπες στο μυαλό των
αγαπημένων σου αρθρογράφων

Λάβε στο email σου το τελευταίο τους άρθρο τη στιγμή που δημοσιεύεται.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Απόκτησε συνδρομή με €50 τον χρόνο για πρόσβαση στην έντυπη έκδοση.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ