Μετά την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ που χαρακτήρισε παράνομους τους δασμούς, ο Ντόναλντ Τραμπ δεσμεύτηκε να τους αποκαταστήσει, μία υπόσχεση που πράγματι υλοποιεί, αλλά όχι με τον πομπώδη, αυτοσχεδιαστικό τρόπο και τις αναρτήσεις αργά τη νύχτα όπως έκανε τους προηγούμενους μήνες. Η ήσυχη, μεθοδική και υπομονετική νέα προσέγγισή του στους δασμούς είναι σκόπιμη και τα νέα εργαλεία που χρησιμοποιεί για να ξαναχτίσει τη «μηχανή» των δασμών είναι πολύ μεγαλύτερης ακριβείας. Αν επιτύχει, οι νέοι δασμοί θα είναι εξίσου δραστικοί και μεγαλύτερης διάρκειας.
Ο αντιπρόσωπος Εμπορίου των ΗΠΑ, Τζέιμισον Γκριρ, δημοσίευσε αυτή την εβδομάδα μια έκθεση 98 σελίδων με τα αποτελέσματα πολύμηνης έρευνας στις πολιτικές των εμπορικών εταίρων της χώρας σε ό,τι αφορά την αγορά προϊόντων που παράγονται με καταναγκαστική εργασία. Σύμφωνα με τα ευρήματα, 60 εταίροι των ΗΠΑ δεν έχουν καταφέρει να απαγορεύσουν την εισαγωγή αγαθών που κατασκευάστηκαν από ανθρώπους που εργάζονται χωρίς τη θέλησή τους ή με μισθούς πείνας. Αλλοι, σύμφωνα με τον Γκριρ, έχουν κάνει τα πρώτα βήματα περιορισμού της καταναγκαστικής εργασίας, όμως όλοι πρέπει να λύσουν το πρόβλημα πιο αποφασιστικά.
«Η αποτυχία των σημαντικότερων εμπορικών εταίρων μας να αντιμετωπίσουν την εισαγωγή προϊόντων από καταναγκαστική εργασία είναι απαράδεκτη… Αυτό δημιουργεί μια δυναμική, στην οποία οι Αμερικανοί εργαζόμενοι υποχρεώνονται να ανταγωνιστούν διεθνώς με άνισους όρους», δήλωσε ο Γκριρ.
Ως λύση, πρότεινε την επιβολή ελάχιστου οριζόντιου δασμού ύψους 10% στους εμπορικούς εταίρους, επικαλούμενος το άρθρο 301 του εμπορικού νόμου του 1974. Στην περίπτωση αυτή, αρκετά εμπορικά μπλοκ που είχαν κάνει διαπραγματεύσεις με τις ΗΠΑ, όπως ο Καναδάς, το Μεξικό, η Ε.Ε., το Εκουαδόρ, η Ινδονησία και το Πακιστάν, θα υπόκεινται σε νέο δασμό 10%. Πολλές ακόμα χώρες αντιμετωπίζουν την απειλή δασμού 12,5%, όπως η Κίνα, η Βραζιλία, η Ιαπωνία και η Ινδία, καθώς σύμφωνα με την έρευνα δεν έχουν κάνει κανένα βήμα για αποθάρρυνση της καταναγκαστικής εργασίας στα εισαγόμενα αγαθά.
Σημειώνεται πως οι δασμοί δεν θα εφαρμοστούν αμέσως, καθώς τέθηκαν σε δημόσια διαβούλευση και ύστερα θα ακολουθήσουν ακροάσεις.
Ο Τραμπ έλεγε ακόμα και πριν από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου τον Φεβρουάριο ότι θα αναζητήσει εναλλακτικές μεθόδους επιβολής των δασμών. Αμέσως μετά την απόφαση, ανακοίνωσε ως μεταβατικό μέτρο έναν παγκόσμιο δασμό 10% για 150 ημέρες, ο οποίος όμως δεν εφαρμόστηκε μέχρι το τέλος της περιόδου, καθώς δεν μπορούσε να δικαιολογηθεί ούτε με τη νέα νομική βάση.
Η κυβέρνηση άφησε να εννοηθεί ότι η μόνιμη λύση θα ήταν το άρθρο 301, το οποίο επιτρέπει στο Γραφείο του Εμπορικού Αντιπροσώπου των ΗΠΑ να ξεκινήσει έρευνες σε χώρες που πιθανώς παραβιάζουν τις εμπορικές συμφωνίες ή πρακτικές, βλάπτοντας τις αμερικανικές επιχειρήσεις. Επίσης, δεν θέτει όριο στο ύψος ή στη διάρκεια των δασμών που μπορεί να προκύψουν από τις έρευνες.
Το γραφείο του Γκριρ, μάλιστα, ερευνά τουλάχιστον 10 ακόμα χώρες για πλεονάζουσα δυναμικότητα στη βιομηχανία.
Στο μεταξύ, η κυβέρνηση Τραμπ άσκησε έφεση αυτή την εβδομάδα στην απόφαση για πλήρη αποζημίωση των 166 δισ. δολαρίων που συνέλεξε παράνομα στον πρώτο γύρο των δασμών. Ξεκίνησε μεν να αποπληρώνει κάποια ποσά τον Απρίλιο, αλλά ξεκαθάρισε ότι δεν θα προχωρήσει άμεσα στην επιστροφή δασμών δεκάδων δισ. δολαρίων, στους οποίους περιλαμβάνονται και πιο σύνθετες περιπτώσεις πληρωμών, για τις οποίες ο εισαγωγέας, δηλαδή αμερικανικές εταιρείες, δεν έχει προσφύγει δικαστικά κατά της κυβέρνησης.
Η κυβέρνηση άσκησε επίσης έφεση κατά της δικαστικής απόφασης που υποχρεώνει τον επίτροπο της Υπηρεσίας Τελωνείων και Προστασίας των Συνόρων των ΗΠΑ, Ρόντνεϊ Σκοτ, να καταθέσει αυτοπροσώπως σε ακροαματική διαδικασία όσον αφορά την επιστροφή των δασμών από την κυβέρνηση. Πρότεινε αντ’ αυτού άλλα στελέχη, τα οποία, όπως υποστηρίζεται στην έφεση, διαθέτουν πιο εξειδικευμένη και σε βάθος γνώση της διαδικασίας επιστροφής των δασμών.




























