Ραφαέλα Δημητριάδη
Το σοβαρό ζήτημα της ρητορικής μίσους στο διαδίκτυο και η ευθύνη του κράτους και ιδιωτικών φορέων, συζητείται σήμερα στη Κοινοβουλευτική Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Όπως ανέφερε ο Πρόεδρος της Επιτροπής, Χρίστος Χριστοφίδης, η βασική διαπίστωση είναι πως στην Κύπρο δεν λείπουν μόνο οι διατάξεις, αλλά λείπει ένα ενιαίο και μετρήσιμο σύστημα πρόληψης, καταγγελίας, διερεύνησης, δίωξης και λογοδοσίας.
Όπως αναφέρθηκε, τα στοιχεία του ODIHR (Office for Democratic Institutions and Human Rights) για το 2024 σημειώνουν πως η Αστυνομία κατέγραψε 54 περιστατικά, 30 υποθέσεις που καταχωρίστηκαν στα δικαστήρια και μόλις δύο καταδίκες. «Το ίδιο το ODIHR προειδοποιεί ότι τα κυπριακά δεδομένα αναμειγνύουν τη ρητορική μίσους με εγκλήματα μίσους και δεν επιτρέπουν καθαρή διάκριση. Δεν μπορεί το κράτος να ισχυρίζεται ότι αντιμετωπίζει ένα φαινόμενο που δεν μπορεί καν να μετρήσει με συνέπεια», σημείωσε.
Παράλληλα έγινε αναφορά στην ευρωπαϊκή παρακολούθηση ελληνόγλωσσου περιεχομένου κατά την οποία καταγράφηκαν, σε επιλεγμένα εικοσιτετράωρα, περισσότερες από χίλιες αναφορές μίσους: 48% συνδέονταν με ναζιστικό περιεχόμενο, 21% με άρνηση ή διαστρέβλωση του Ολοκαυτώματος και 11% με αντιΛΟΑΤΚΙ περιεχόμενο. Σύμφωνα με τον κ. Χριστοφίδη, το δείγμα δεν ήταν ειδικά κυπριακό, αλλά αφορά το ίδιο γλωσσικό και αλγοριθμικό περιβάλλον. Ακούσαμε ακόμη ότι προβληματικά δημοσιεύματα τροφοδοτούν βλαπτικές αφηγήσεις και ότι δεν υπάρχει ολοκληρωμένος μηχανισμός παρακολούθησης.
Η νομοθεσία
Στην Επιτροπή έγινε αναφορά και στα εργαλεία που παρέχει η νομοθεσία. Συγκεκριμένα, ο Νόμος 134(I) του 2011 ποινικοποιεί τη δημόσια και εκ προθέσεως υποκίνηση σε βία ή μίσος για λόγους φυλής, χρώματος, θρησκείας, καταγωγής ή εθνικής και εθνοτικής προέλευσης και, μετά την τροποποίηση του 2026, ηλικίας και αναπηρίας.
Προβλέπει μέχρι πέντε χρόνια φυλάκιση ή πρόστιμο μέχρι δέκα χιλιάδες ευρώ, ευθύνη νομικών προσώπων και διερεύνηση χωρίς καταγγελία του θύματος. Ο Ποινικός Κώδικας καλύπτει επίσης τον σεξουαλικό προσανατολισμό και την ταυτότητα φύλου, το προκατειλημμένο κίνητρο και τη δημόσια πρόκληση βιαιοπραγίας ή μισαλλοδοξίας.




























