Kathimerini.gr
Ποιες θεωρούσε ύψιστες αρετές; Πώς όριζε την ελληνικότητα; Πώς την επηρέασαν η Ιστορία και η πολιτική; Τι πίστευε ότι μας έχει διδάξει το Βυζάντιο; Ποιες κακές νοοτροπίες θεωρούσε ότι κρατούν πίσω τους Ελληνες; Ενα απάνθισμα όσων η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ είχε μοιραστεί με την «Κ».
«Είμαστε ταλαντούχος λαός, αλλά με ελαττώματα, τα οποία όχι μόνο δεν αναγνωρίζουμε στον εαυτό μας, αλλά θυμώνουμε μόλις κάποιος μας τα υποδείξει. Υποφέρουμε από τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα, κυρίως από την αλαζονεία. Ξέρετε τι λένε στη Γαλλία; Οτι όλοι οι φοιτητές έρχονται στη Σορβόννη για να μάθουν, εκτός από τους Ελληνες που νομίζουν ότι ξέρουν τα πάντα και έρχονται για να τα μάθουν στους άλλους.
Σε ηλικία εννέα ετών ταξίδεψε ακτοπλοϊκώς με τη μητέρα της Καλλιρρόη, τη θεία της Ευτέρπη και τον μικρό της εξάδελφο στη Ρουμανία. Οταν περνούσαν από τα Δαρδανέλλια και τον Βόσπορο, η μικρή Ελένη στεκόταν στην πλώρη για να βλέπει και τις δύο μεριές.
Η ελπίδα υπάρχει για να παρηγορεί τους αδύνατους. Η Ευρώπη δεν έχει ανάγκη από παρηγοριά, αλλά από δουλειά και αίσθημα ευθύνης. Κι αυτό δεν αφορά μόνο τις χώρες και τις ηγεσίες τους, αλλά και καθέναν από εμάς ξεχωριστά. Φθάσαμε στο σημείο να θεωρούμε τον εφησυχασμό αρετή. Κι όμως, ο εφησυχασμός είναι η μεγαλύτερη δειλία. Το χειρότερο που μπορούμε να κάνουμε στα παιδιά μας είναι να τους μαθαίνουμε να σωπαίνουν. Στην αρχαία Ελλάδα, σε περιόδους κρίσεων και ρήξεων, επιβαλλόταν πρόστιμο σε όποιον πολίτη δεν έπαιρνε θέση. Εμείς λέμε στους νέους να είναι ανεύθυνοι, να μένουν εκτός γηπέδου, αντί να τους διδάσκουμε ότι όλοι πρέπει να είμαστε μέσα στο γήπεδο και να αγωνιζόμαστε. Αλλά όταν αρνείσαι το δικαίωμα της συμμετοχής και της επιλογής, αρνείσαι την ελευθερία σου.
Ελλάδα και Ευρώπη είναι έννοιες ταυτόσημες ήδη από τα χρόνια του Ηροδότου. Πρέπει να το θυμόμαστε. Και να μάθουμε να ζούμε σε μια ευρωπαϊκή και παγκοσμιοποιημένη κοινωνία χωρίς να λέμε «αυτοί» και «εμείς».
Στο εξοχικό της οικογένειας Αρβελέρ στο Mont Chauvet.
Δεν υπήρξε στην Ιστορία αυτοκρατορία που να μην ήταν πολυεθνική. Το ίδιο ίσχυε και για το Βυζάντιο. Επίσης, η Ευρώπη ως ήπειρος είναι μιγάς, πουθενά δεν υπάρχει βιολογική καθαρότητα. Το κρίσιμο θέμα σήμερα είναι πώς θα γίνει η ενσωμάτωση των μεταναστών και προσφύγων. Δυστυχώς εξακολουθούμε να κάνουμε ένα τεράστιο λάθος – στην Ευρώπη αλλά και στην Ελλάδα. Θεωρούμε κοινότητα χωριστή και μη αφομοιώσιμη τους ξένους που βρίσκονται σε έναν τόπο. Ετσι όμως δημιουργεί κανείς ένα ξένο έδαφος μέσα στο δικό του. Οι Αραβες λένε ότι γη του Ισλάμ είναι οπουδήποτε υπάρχει έστω και ένας μουσουλμάνος. Οι άνθρωποι που έρχονται στην Ελλάδα πρέπει, λοιπόν, να μάθουν τη γλώσσα και την παράδοσή μας, να ενταχθούν στα ελληνικά θέσμια, με τρόπο που να μην αφορά μόνο τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου και τα hotspots, αλλά ολόκληρη τη χώρα. Φοβόμαστε μήπως χάσουμε τον πολιτισμό μας και τον κλείνουμε σε στεγανά, για να μην τον μοιραστούμε. Αλλά χωρίς επαφή με τον άλλον, ο πολιτισμός παύει να είναι πολιτισμός. Ας το συνειδητοποιήσουμε, επιτέλους: όποιος αρνείται να αλλάξει, ας μην αυταπατάται ότι μένει σταθερός σε ένα σημείο – στην πραγματικότητα υποχωρεί.
Αριστερός είναι αυτός που κάνει αριστερά πράγματα, όχι αυτός που λέει ότι είναι. Αριστερά είναι τρόπος ζωής, όχι λόγου. Οποιος θέλει μόνο να μιλάει, αλλά δεν ξέρει να ακούει, όποιος δεν υπερασπίζεται ακόμα και τον αντίπαλό του όταν αδικείται, παύει για μένα να είναι αριστερός. Η μεγαλύτερη αρετή είναι να υπερασπίζεσαι το δίκαιο του αντιπάλου σου. Γι’ αυτό θεωρώ ότι δεν υπάρχει κανένας ενάρετος πολιτικός. Κι αν εξακολουθώ να λέω πως είμαι αριστερή, είναι γιατί ακόμα ελπίζω σε μια πιο δίκαιη κατανομή του πλούτου και σε μια παιδεία που θα διδάσκει την αρετή.
Ο Γάλλος πρόεδρος Φρανσουά Μιτεράν τής απονέμει τον Χρυσό Σταυρό της Λεγεώνος της Τιμής. «Τον Καραμανλή θα τον συνέκρινα με τον Ντε Γκωλ· τον Παπανδρέου με τον Μιτεράν, που τον θεωρώ από τους μεγάλους πολιτικούς και ανακαινιστή», έλεγε.
Από παιδί άκουγα τους γονείς μου να λένε ότι δύο είναι τα θηλυκά κακά που μας κατέστρεψαν: η Ιστορία και η πολιτική. Την Ιστορία προσπάθησα να τη δαμάσω. Με την πολιτική ουδέποτε ασχολήθηκα. Είχα πει κάποτε στον Κωνσταντίνο Καραμανλή ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε πολιτική παρακμή. Με κοίταξε αγριεμένος και με ρώτησε γιατί. Του απάντησα: Επειδή τα εθνικά θέματα γίνονται πολιτικά, τα πολιτικά κομματικά και τα κομματικά προσωπικά. Με αυτόν τον τρόπο όμως χάνεται το εθνικό όραμα. Και μέχρι σήμερα αυτό δεν έχει αλλάξει.
«Ελληνικότητα είναι η έκτη αίσθηση, που συμπυκνώνει τις άλλες πέντε – όπως λέμε ότι το άσπρο είναι το χρώμα όλων των χρωμάτων»
Αυτό που η Ελλάδα έχει ανάγκη είναι να δαμάσει τις κακές νοοτροπίες και τα άσχημα φαινόμενα, να βρει μια άλλη παιδεία. Από την έλλειψη αυτή υποφέρει. Δυστυχώς, σήμερα η παιδεία δεν ξεκινά από το σπίτι και το σχολείο δεν είναι σε θέση να καλύψει τα κενά. Ρωτήθηκε κάποτε ένας Αμερικανός νομπελίστας των θετικών επιστημών ποιο από τα διάσημα πανεπιστήμια στα οποία φοίτησε ήταν το σημαντικότερο. Κι εκείνος απάντησε: Κανένα. Εξηγώντας ότι τα πιο σημαντικά πράγματα δεν τα διδάχθηκε στο πανεπιστήμιο, αλλά στο νηπιαγωγείο. Εκεί του έμαθαν να πλένει τα χέρια του πριν από το φαγητό, να μην παίρνει τα παιχνίδια των συμμαθητών του, ποιοι είναι οι κανόνες του παιχνιδιού και, το κυριότερο, να δίνει το χέρι του στα άλλα παιδιά για να περνούν μαζί στο απέναντι πεζοδρόμιο. Αυτό λείπει σήμερα από την πατρίδα μας.
Η επιλογή του ονόματος Βόρεια Μακεδονία ήταν τεράστιο λάθος, πιο μεγάλο κι από το ζήτημα της ιθαγένειας και της γλώσσας. Ανέκαθεν ήμουν υπέρ του όρου Νέα Μακεδονία. Γιατί η Βόρεια Μακεδονία προϋποθέτει και τη Νότια, είναι αναπόφευκτος ο συνειρμός. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η Βόρεια είναι κράτος και η Νότια, αυτή που υπονοείται, επαρχία, περιφέρεια ενός άλλου κράτους. Το απεύχομαι, φυσικά, αλλά φοβάμαι πως κάποια στιγμή αυτό ίσως δημιουργήσει προβλήματα.
Στο σπίτι της Κλοντ Πομπιντού, τη δεκαετία του 1970. Από αριστερά: η φιλόσοφος Σιμόν Βέιλ, η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ, η οικοδέσποινα, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, η τραγουδίστρια Μιρέιγ Ματιέ και ο Γκι Μπεάρ, από τις σημαντικότερες προσωπικότητες του γαλλικού τραγουδιού, που παίζει κιθάρα και τραγουδάει.
Ο Μακρυγιάννης, ο Θεόφιλος, ο Κόντογλου, ο Σεφέρης, ο Καβάφης, ο Τσαρούχης: αυτοί είναι η ελληνοσύνη, όχι μόνο ο Περικλής. Είναι αυτό που περιέγραψε ο Ελύτης σε ένα ποίημα από τη συλλογή «Tο Φωτόδεντρο και η Δέκατη Τέταρτη Oμορφιά» (Ικαρος, 1971): «Κι η πατρίδα μια τοιχογραφία μ’ επιστρώσεις διαδοχικές φράγκικες ή σλαβικές που αν τύχει και βαλθείς για να την αποκαταστήσεις πας αμέσως φυλακή και δίνεις λόγο»…
Πραγματική απώλεια είναι όταν οι γυναίκες κρύβουν τα χρόνια τους και χάνουν αναμνήσεις. Είναι αυτό που έλεγε ο Τσαρούχης: μια κυρία όλο και έκοβε τα χρόνια της στα γενέθλιά της, οπότε, κάποια στιγμή, εκείνος της ευχήθηκε να τα μηδενίσει!
Αν υποφέρει από κάτι η παιδεία μας σήμερα, είναι από το γεγονός ότι οι μόνοι ήρωές μας είναι οι ποδοσφαιριστές και οι τηλεπαρουσιαστές. Η έννοια του ήρωα είναι προφανώς υποβαθμισμένη. Ο Βολταίρος είχε γράψει κάτι σπουδαίο: «Δεν θεωρώ ήρωες τους πολεμιστές-καταστροφείς των πόλεων, αλλά αυτούς που έχουν πολεμήσει για τα δικαιώματα του ανθρώπου». Επίσης, αν ξέραμε καλά την Ιστορία θα είχαμε διαγράψει πολλούς «ήρωες» και κατά συνέπεια θα αλλάζαμε πολλά ονόματα δρόμων και πλοίων που φέρουν τα ονόματά τους. Ηρωες είναι αυτοί που η Ιστορία έχει καταγράψει ως ήρωες, άσχετα αν ήταν ηρωικοί ή όχι.
Μία από τις μεγάλες βυζαντινές αρετές είναι η φιλανθρωπία, με την έννοια της κατανόησης του Αλλου. Ενα από τα αυτοκρατορικά σύμβολα στο Βυζάντιο είναι η ακακία ή ανεξικακία, που θεωρείται μιμητής Θεού. Η καλοσύνη είναι να είσαι μιμητής Θεού.
Με τα χρήματα δεν έχω καλή σχέση. Δεν ξέρω ούτε να τα μετρώ! Εφερα στην Ελλάδα κάτι οικονομίες μου, όταν όλοι κοιτούσαν να βγάλουν τα χρήματά τους έξω. Προήδρευα στο Πομπιντού το οποίο είχε προϋπολογισμό 50 εκατ. φράγκα –χωρίς να υπολογίσουμε τα χρήματα που μας έδιναν για να αγοράσουμε πίνακες– και δεν ήξερα πόσα μηδενικά ήταν μπροστά στα μάτια μου κάθε φορά. Δεν είναι τα χρήματα το φόρτε μου! Μολονότι λέω πως όποιος έχει το χρήμα, έχει και το σχήμα.
Ελληνικότητα είναι η έκτη αίσθηση, που συμπυκνώνει τις άλλες πέντε – όπως λέμε ότι το άσπρο είναι το χρώμα όλων των χρωμάτων. Και όταν είμαι μόνη, η αίσθηση αυτή γίνεται εντονότερη. Τι είναι, λοιπόν, ελληνικότητα; Να περνάς από κάπου, ξαφνικά να έχεις τη μυρωδιά ενός πεύκου όταν έχει βρέξει και τότε να θυμάσαι την Αττική. Είναι το ρίζωμα κάθε Ελληνα και η δυνατότητα να μη χάνει τον εαυτό του μέσα στην όποια διαφορετικότητα. Αυτή η αρετή είναι μόνο ελληνική.»




























