Πέθανε σε ηλικία 97 ετών η Γιαπωνέζα πρωτοπόρος καλλιτέχνιδα Γιαγιόι Κουσάμα, η οποία μετέτρεψε τις παραισθήσεις της σε τέχνη, από ζωηρούς πίνακες γεμάτους κουκκίδες και κολοκύθες-γλυπτά έως εγκαταστάσεις «απείρου» με καθρέπτες.
«Με βαθιά θλίψη ανακοινώνουμε τον θάνατο της Γιαγιόι Κουσάμα σε νοσοκομείο του Τόκιο στις 14 Αυγούστου 2026, σε ηλικία 97 ετών», αναφέρει ανακοίνωση που αναρτήθηκε στην ιστοσελίδα της.
«Καθ’ όλη τη διάρκεια μιας εξαιρετικής ζωής, αφιερωμένης εξ ολοκλήρου στην καλλιτεχνική δημιουργία, η Κουσάμα διέγραψε μια διεθνώς αναγνωρισμένη καριέρα ως πρωτοπόρος καλλιτέχνιδα της αβανγκάρντ, της οποίας η δημιουργική δραστηριότητα περιλάμβανε τις εικαστικές τέχνες, την περφόρμανς, τη μυθοπλασία και την ποίηση», αναφέρει η ανακοίνωση. «Συνέχισε να ζωγραφίζει μέχρι τις τελευταίες της ημέρες, χωρίς ποτέ να αφήσει το πινέλο της, εξερευνώντας την αιώνια αγάπη και την αιώνια ψυχή».
Η Κουσάμα, η οποία ζούσε εθελοντικά σε ψυχιατρικό νοσοκομείο επί δεκαετίες, ήταν γνωστή για την κατακόκκινη περούκα της και τα εκκεντρικά της σύνολα με πουά.
Η Κουσάμα έγινε όψιμα, σε μεγάλη ηλικία, μία από τις πιο αναγνωρίσιμες καλλιτέχνιδες στον κόσμο, ζώντας επί δεκαετίες στο καλλιτεχνικό περιθώριο.
芸術家 草間彌生さん死去 97歳 水玉モチーフの作品で知られるhttps://t.co/XoALX7dVDJ pic.twitter.com/J0dtHelWxE
— NHKニュース (@nhk_news) August 27, 2026
Το 1965, το έργο της «Infinity Mirror Rooms», στο οποίο πολυάριθμοι καθρέφτες και φώτα δημιουργούν ατελείωτες αντανακλάσεις και την ψευδαίσθηση χώρων χωρίς όρια, προσέλκυσε εκατομμύρια επισκέπτες. Αργότερα, εμβλήματα του έργου της έμελλε να γίνουν οι κολοκύθες και οι πανταχού παρούσες βούλες.
Το 1993 έγινε η πρώτη Γιαπωνέζα καλλιτέχνις που εκπροσώπησε τη χώρα της στην Μπιενάλε της Βενετίας. Ο θρίαμβος της έκθεσης οδήγησε σε μια τεράστια αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο την έβλεπαν τόσο στην Ιαπωνία όσο και διεθνώς.
Ενας από τους πίνακές της πωλήθηκε για περίπου 10,5 εκατ. δολάρια σε δημοπρασία το 2022. Στη συνέχεια, το έργο της παρουσιάστηκε σε μεγάλα μουσεία, ενώ συνεργάστηκε με διεθνείς οίκους, όπως η Louis Vuitton.
Οι παραισθήσεις και οι κουκκίδες
Μικροκαμωμένη και γνωστή για την καρέ κατακόκκινη περούκα που φορούσε στα τελευταία χρόνια της ζωής της, η Κουσάμα μιλούσε ανοιχτά για τις ψυχικές δυσκολίες που αντιμετώπιζε, αναφέροντας ότι από την παιδική της ηλικία βίωνε οράματα και παραισθήσεις με αναλαμπές φωτός, κουκκίδες και λουλούδια.
«Ακόμα και τώρα βλέπω παραισθήσεις», είπε στους δημοσιογράφους το 2017. «Κουκκίδες πετούν παντού – στο φόρεμά μου, στο πάτωμα, στα πράγματα που κουβαλάω, σε όλο το σπίτι, στην οροφή. Και τις ζωγραφίζω».
Γεννημένη στις 22 Μαρτίου 1929 στην πόλη Ματσουμότο, στην κεντρική Ιαπωνία, η Κουσάμα είχε μια ταραγμένη παιδική ηλικία που σημαδεύτηκε από οικογενειακές συγκρούσεις. Σύμφωνα με την ίδια, την κυρίευε ο φόβος που την οδηγούσε στο σημείο να σκέφτεται τον θάνατο κάθε μέρα.
«Αυτό που με εμπόδισε να δώσω τέλος στη ζωή μου ήταν το σχέδιο και η δημιουργία τέχνης. Αυτό δεν άλλαξε ποτέ. Ηταν χάρη στην ανακάλυψη της αγάπης μου για την τέχνη που κατάφερα να επιβιώσω και να συνεχίσω να ζω μέχρι σήμερα», δήλωσε σε συνέντευξή της το 2014 στο Vogue Japan.
Απογοητευμένη από τον αυστηρό και σε πολλές περιπτώσεις ασφυκτικό χαρακτήρα της ιαπωνικής κοινωνίας, η Κουσάμα έφυγε για τη Νέα Υόρκη το 1957. Εκεί, γρήγορα έγινε γνωστή, εκθέτοντας πίνακες με δίχτυα, φαλλικά γλυπτά και συχνές απεικονίσεις γυμνού, διοργανώνοντας εκδηλώσεις body painting και happenings για να διαμαρτυρηθεί ενάντια στον πόλεμο του Βιετνάμ, καθώς και γράφοντας μυθιστορήματα και ποίηση. Λέγεται ότι επηρέασε τον Αντι Γουόρχολ.
Ωστόσο, η ψυχική της υγεία επιδεινώθηκε και επέστρεψε στην Ιαπωνία το 1973, εισαγόμενη εθελοντικά σε ψυχιατρικό νοσοκομείο τέσσερα χρόνια αργότερα, όπου συνέχισε να ζει, ενώ κάθε πρωί τη μετέφεραν στο κοντινό της εργαστήριο.
Πηγή: Reuters, BBC, CNN




























