«Ποτέ δεν ήθελα να είμαι πρώτη! Η τρίτη θέση ανέκαθεν με ενδιέφερε», λέει η Αιμιλία Υψηλάντη
«Πάντα αργούσα. Ο πατέρας μου, ως θεολόγος, προσπαθούσε να με νουθετήσει. “Κοίταξε μην το πάθεις σαν τις μωρές παρθένες, που δεν φρόντισαν να πάρουν λάδι και έχασαν τον Νυμφίο”, μου έλεγε. Εγώ, βέβαια, είχα πάντα μια ένσταση για τη συγκεκριμένη παραβολή. Μια θεμελιώδη διαφωνία. Τις συμπαθούσα τις “μωρές”. Τις θεωρούσα δικές μου· μποέμ, καλλιτέχνιδες. Τις φανταζόμουν να έχουν ξεχαστεί μπροστά στον καθρέφτη, να συζητούν για ποίηση, να κοιτάζουν τα αστέρια. Πού μυαλό για λάδι; Οι “φρόνιμες”, από την άλλη, μου φαίνονταν σνομπ και αγενείς. “Πηγαίνετε να αγοράσετε”, είπαν στις άλλες. Καμία αλληλεγγύη. Στο θέατρο, αν ο συνάδελφος πάθει “σεντόνι”, τον σώζεις. Του πετάς την ατάκα. Δεν του λες “συγγνώμη, αγάπη μου, πήγαινε ξαναδιάβασε το κείμενο κι έλα στην επόμενη πράξη”...».




























