Ξυπνήσαμε στις 3.00 τα ξημερώματα, ο οδηγός κατέφθασε 3.30, δεν μιλούσε γρί αγγλικά, μας έδειξε ένα χαρτί με τα ονόματα μας, συννενοηθήκαμε με νεύματα και επιβιβαστήκαμε στο λεωφορείο. Έξω μισοσκόταδο, το φεγγάρι μια φέτα, γυρνούσαμε μέσα στην σιωπή από χωριό σε χωριό και μαζεύαμε κι’ άλλους επιβάτες, φιγούρες που στέκονταν μέσα στην ερημιά των σοκακιών κάτω από σπασμένες λάμπες και δυνατά γαβγίσματα και είχανε προφανώς την ίδια αδημονία: Να πετάξουνε με ένα αερόστατο.
...
Κρατώ μέσα στο σακκίδιο μου, σαν φυλαχτό, το οδοιπορικό του Σεφέρη την ίδια ώρα που κοιτώ έξω από το τζάμι του μικρού πούλμαν να μου αποκαλύπτεται αυτό το αλλόκοτο τοπίο που ο ίδιος περιγράφει σαν “ένα ανεκδιήγητο εδαφικό κουρέλιασμα, φυτεμένο με μονόπετρα κάθε μορφής”.
...