ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...

Αμπντούλ Ελ Σαγιέντ: Ποιος είναι ο πρώτος μουσουλμάνος γερουσιαστής

Μόλις 42 ετών και εχοντας ήδη διαγράψει μια διαδρομή από τα πανεπιστήμια της Οξφόρδης και του Κολούμπια μέχρι τη δημόσια υγεία του Ντιτρόιτ

Το 2007, ο Αμπντούλ Ελ Σαγιέντ ήταν ένας 22χρονος αριστούχος φοιτητής του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν, με φιλοδοξία να γίνει χειρουργός. Εκείνη τη χρονιά, στην τελετή αποφοίτησής του, συνάντησε τον πρώην πρόεδρο των ΗΠΑ, Μπιλ Κλίντον. Ο νεαρός είχε μόλις εκφωνήσει την ομιλία της τάξης του και ο Κλίντον, εντυπωσιασμένος, τον πλησίασε για να του δώσει μία συμβουλή: να σκεφτεί σοβαρά το ενδεχόμενο να ασχοληθεί με την πολιτική.

Η αντίδρασή του ήταν μάλλον απροσδόκητη. Ξέσπασε σε γέλια. «Κυριολεκτικά γέλασα μπροστά του», θυμήθηκε σχεδόν δύο δεκαετίες αργότερα, μιλώντας στο New Yorker. Το όνομά του, εξήγησε, ήταν Αμπντουλραχμάν Μοχάμεντ Ελ Σαγιέντ. Ηταν μουσουλμάνος, με αιγυπτιακές ρίζες, και μεγάλωνε σε μια Αμερική όπου άνθρωποι σαν εκείνον δεν φαντάζονταν εύκολα τον εαυτό τους σε δημόσια αξιώματα. «Ανθρωποι σαν εμένα δεν μπορούσαν να είναι υποψήφιοι», είπε χαρακτηριστικά.

Ο ίδιος είχε διαφορετικά σχέδια. Ηθελε να γίνει χειρουργός και να προσφέρει ιατρική φροντίδα σε ανθρώπους που δεν είχαν πρόσβαση σε αυτήν. Θα χρειάζονταν αρκετά χρόνια, μια συνάντηση σε νοσοκομείο της Νέας Υόρκης και μια σειρά προσωπικών και πολιτικών συγκρούσεων για να ανακαλύψει ότι η αλλαγή που επιθυμούσε ίσως δεν μπορούσε να έρθει μόνο μέσα από την Ιατρική.

Στις 3 Νοεμβρίου 2026, στις ενδιάμεσες εκλογές των ΗΠΑ, ο ίδιος άνθρωπος, νίκησε τον Ρεπουμπλικανό Μάικ Ρότζερς στο Μίσιγκαν και έγινε ο πρώτος μουσουλμάνος που εκλέγεται στην Ιστορία της αμερικανικής Γερουσίας.

Μόλις 42 ετών. Εχοντας ήδη διαγράψει μια διαδρομή από τα πανεπιστήμια της Οξφόρδης και του Κολούμπια μέχρι τη δημόσια υγεία του Ντιτρόιτ, έχοντας γνωρίσει μια οδυνηρή εκλογική ήττα και έχοντας συγκρουστεί με το κόμμα του.

Ανάμεσα σε δύο κόσμους

Ο Αμπντούλ Ελ Σαγιέντ γεννήθηκε το 1984 στο Μίσιγκαν. Ο πατέρας του, Μοχάμεντ, είχε μεταναστεύσει από την Αίγυπτο στις Ηνωμένες Πολιτείες για να αποκτήσει διδακτορικό στη Μηχανική στο Πανεπιστήμιο Wayne State του Ντιτρόιτ. Η μητέρα του, Φατέν, σπούδαζε Ιατρική όταν γνωρίστηκε με τον πατέρα του. Το ζευγάρι χώρισε λίγο μετά τη γέννησή του και ο Αμπντούλ μεγάλωσε με τον πατέρα και τη δεύτερη σύζυγό του, Τζάκι, μια «βέρα» Αμερικανίδα. Αυτή η διπλή πολιτισμική ταυτότητα σφράγισε την παιδική του ηλικία.

Τα καλοκαίρια ταξίδευε στην Αίγυπτο, όπου ζούσαν συγγενείς του πατέρα του. Εκεί γνώρισε έναν διαφορετικό κόσμο, πολύ μακριά από την καθημερινότητα των αμερικανικών προαστίων. Είδε τη φτώχεια, τις κοινωνικές ανισότητες και την καταπίεση του καθεστώτος του Χόσνι Μουμπάρακ.

Η γιαγιά του, μια γυναίκα που δεν είχε μάθει ποτέ να διαβάζει και να γράφει, έπαιξε καθοριστικό ρόλο στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόταν τον κόσμο. Τη θεωρούσε τον εξυπνότερο άνθρωπο που είχε γνωρίσει. Εκείνη του υπενθύμιζε πως δεν ήταν πιο έξυπνος ή πιο ικανός από τα ξαδέλφια του στην Αίγυπτο. Η ουσιαστική διαφορά ήταν ότι στο τέλος των καλοκαιρινών διακοπών εκείνος μπορούσε να επιστρέψει στην Αμερική. Ηταν ένα μάθημα για την τύχη, τις ευκαιρίες και τα προνόμια που δεν μοιράζονται ισότιμα.

Σε μία από τις επισκέψεις του στην Αίγυπτο, σύμφωνα με όσα αφηγείται στα απομνημονεύματά του «Healing Politics», ο έφηβος Αμπντούλ μπλέχτηκε σε περιπέτειες επειδή φώναζε προσβλητικά συνθήματα εναντίον του Μουμπάρακ. Ο παππούς του χρειάστηκε να παρέμβει, επιδεικνύοντας το αμερικανικό διαβατήριο του εγγονού του στους αστυνομικούς.

Το παιδί που δεν φοβήθηκε να υπερασπιστεί το όνομά του

Στην Αμερική, ωστόσο, η ζωή δεν ήταν απαλλαγμένη από προκαταλήψεις. Μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, ο νεαρός Αμπντούλ βρέθηκε αντιμέτωπος με ρατσιστικές προσβολές, ακόμη και μέσα στα γήπεδα.

Ηταν ένας ιδιαίτερα δραστήριος μαθητής, αρχηγός των σχολικών ομάδων αμερικανικού ποδοσφαίρου, πάλης και λακρός. Σε έναν αγώνα, όταν αντίπαλος τον προσέβαλε για την καταγωγή του, αντέδρασε χτυπώντας τον. Ο προπονητής του τού έδωσε τότε μια συμβουλή που, όπως αφηγείται στα απομνημονεύματά του, δεν ξέχασε ποτέ: θα ήταν ο Αμπντούλ Ελ Σαγιέντ για όλη του τη ζωή και έπρεπε να αποφασίσει αν θα χρησιμοποιούσε αυτή την πραγματικότητα ως δικαιολογία ή ως κίνητρο.

Ο νεαρός επέλεξε να αφοσιωθεί στις σπουδές του, χωρίς να εγκαταλείψει τον αθλητισμό. Στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν σπούδασε Βιολογία και Πολιτικές Επιστήμες, ενώ αγωνίστηκε στην πανεπιστημιακή ομάδα λακρός. Το 2007 εξασφάλισε την περίφημη υποτροφία Rhodes, που του επέτρεψε να συνεχίσει τις σπουδές του στην Οξφόρδη.

Οι συμφοιτητές του θυμούνται έναν άνθρωπο εξαιρετικά ευφυή, κοινωνικό και πρόθυμο να βοηθήσει. Ο Μοχάμεντ Ισα, σήμερα χειρουργός στο Οχάιο, αφηγήθηκε στον Guardian ότι ο Ελ Σαγιέντ τον βοήθησε επί μήνες με τα μαθήματά του, όταν ένας ακαδημαϊκός σύμβουλος τον είχε αποθαρρύνει από το να ακολουθήσει την Ιατρική. Δύο δεκαετίες αργότερα, ο Ισα εξακολουθεί να μεταδίδει στους δικούς του φοιτητές τις τεχνικές μελέτης που έμαθε τότε από τον φίλο του.

Η γυναίκα που άλλαξε την πορεία του
Ο Ελ Σαγιέντ απέκτησε διδακτορικό στη δημόσια υγεία από την Οξφόρδη και πτυχίο Ιατρικής από το Πανεπιστήμιο Κολούμπια της Νέας Υόρκης, το 2014. Αρχικά ήθελε να γίνει χειρουργός. Ομως, μια συνάντηση κατά τη διάρκεια της κλινικής του εκπαίδευσης τον οδήγησε σε διαφορετική κατεύθυνση.

Στα απομνημονεύματά του περιγράφει την ιστορία μιας γυναίκας που αποκαλεί Μάρθα. Αντιμετώπιζε προβλήματα εξάρτησης από το αλκοόλ, ζούσε σε εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες και μεταφέρθηκε στα επείγοντα με τραύμα στο κεφάλι. Ο νεαρός φοιτητής Ιατρικής προσπάθησε να εξασφαλίσει την περίθαλψή της. Φρόντισε να βρεθεί κρεβάτι στο νοσοκομείο, να λάβει φάρμακα για τον HIV και να της εξασφαλιστεί θέση σε πρόγραμμα απεξάρτησης.

Η γυναίκα, όμως, αποφάσισε να επιστρέψει στην κόρη της. Μερικές εβδομάδες αργότερα, ο Ελ Σαγιέντ την είδε ξανά, πεσμένη μπρούμυτα στο μετρό της Νέας Υόρκης. Η εικόνα αυτή, όπως εξήγησε, τον έκανε να συνειδητοποιήσει ότι ακόμη και η καλύτερη ιατρική φροντίδα μπορούσε να αποδειχθεί ανεπαρκής όταν ένας άνθρωπος επέστρεφε στις ίδιες συνθήκες που τον είχαν οδηγήσει στο νοσοκομείο.

Δεν ήθελε πλέον να αντιμετωπίζει μόνο την ασθένεια. Ηθελε να αλλάξει τις συνθήκες που την προκαλούσαν. Ετσι επέλεξε τη δημόσια υγεία αντί της κλινικής σταδιοδρομίας. Δεν ολοκλήρωσε ιατρική ειδικότητα και δεν απέκτησε άδεια ανεξάρτητης άσκησης της Ιατρικής, παρότι διαθέτει πτυχίο Ιατρικής. Η διάκριση αυτή μάλιστα, έγινε αντικείμενο πολιτικής αντιπαράθεσης κατά την προεκλογική εκστρατεία.

Το 2015 ανέλαβε επικεφαλής της υπηρεσίας δημόσιας υγείας του Ντιτρόιτ, όπου εργάστηκε μεταξύ άλλων για την πρόσβαση παιδιών σε δωρεάν οφθαλμολογικές εξετάσεις. Αργότερα, ως επικεφαλής της αντίστοιχης υπηρεσίας της κομητείας Γουέιν, συνέβαλε στην ακύρωση ιατρικών χρεών ύψους περίπου 700 εκατομμυρίων δολαρίων, που αφορούσαν περίπου 300.000 κατοίκους του Μίσιγκαν.

Η πρώτη ήττα και ο διχασμός στους Δημοκρατικούς

Η πρώτη απόπειρα του Ελ Σαγιέντ να εκλεγεί σε δημόσιο αξίωμα έγινε το 2018, όταν διεκδίκησε το χρίσμα των Δημοκρατικών για κυβερνήτης του Μίσιγκαν. Ηταν μόλις 33 ετών, χωρίς προηγούμενη εκλογική εμπειρία και προσπάθησε να αξιοποιήσει τη δυναμική που είχε δημιουργήσει η προεδρική εκστρατεία του Μπέρνι Σάντερς.

Η προσπάθεια απέτυχε. Η Γκρέτσεν Γουίτμερ επικράτησε και ο Ελ Σαγιέντ επέστρεψε στη δημόσια υγεία, συνεχίζοντας παράλληλα την παρουσία του στον δημόσιο διάλογο.

Ο ίδιος υποστηρίζει ότι δεν σχεδίαζε να είναι υποψήφιος στις ενδιάμεσες εκλογές του 2026. Οπως είπε στον Guardian, η απόφαση ωρίμασε όταν η κυβέρνηση Τραμπ πάγωσε ομοσπονδιακή χρηματοδότηση, την ώρα που εκείνος προσπαθούσε να διατηρήσει προγράμματα διατροφικής υποστήριξης, εμβολιασμών και υγειονομικής περίθαλψης.

Επέστρεψε στην πολιτική με ένα πρόγραμμα που επικεντρωνόταν στο κόστος ζωής, στην καθολική υγειονομική κάλυψη και στον περιορισμό της επιρροής μεγάλων επιχειρήσεων και χρηματοδοτών στην πολιτική.

Παρότι συνδέθηκε με την προοδευτική πτέρυγα των Δημοκρατικών, ο ίδιος απορρίπτει τον χαρακτηρισμό του σοσιαλιστή. Δηλώνει καπιταλιστής και υποστηρίζει ότι το βασικό πρόβλημα της αμερικανικής οικονομίας είναι η συγκέντρωση υπερβολικής ισχύος σε μεγάλες επιχειρήσεις.

Η υποψηφιότητά του, όμως, δίχασε το Δημοκρατικό Κόμμα. Στις προκριματικές εκλογές του Αυγούστου επικράτησε της Χέιλι Στίβενς, η οποία είχε την υποστήριξη σημαντικών στελεχών της κομματικής ηγεσίας. Σύμφωνα με το Associated Press, η φιλοϊσραηλινή οργάνωση AIPAC διέθεσε σχεδόν 30 εκατομμύρια δολάρια για την εκλογική του ήττα.

Η σύγκρουση έφτασε στο αποκορύφωμά της μόλις δύο ημέρες πριν από τις εκλογές, όταν η Στίβενς ανακοίνωσε ότι υποστήριζε πλέον τον Ρεπουμπλικανό αντίπαλό του, Μάικ Ρότζερς. Μια κίνηση που προκάλεσε έντονες αντιδράσεις ακόμη και στο εσωτερικό των Δημοκρατικών.

Συγκρούσεις και επικρίσεις

Το Atlantic σκιαγραφεί έναν πολιτικό που απέχει αρκετά από την εικόνα του προσεκτικού, διαρκώς μετριοπαθούς υποψηφίου. Ο Ελ Σαγιέντ αστειεύεται με τους υποστηρικτές του, χορεύει μπροστά στις κάμερες, εμφανίζεται σε διαδικτυακές εκπομπές και δεν διστάζει να αντιπαρατεθεί δημόσια με τους αντιπάλους του.

Η Μπρίτανι Χάκαμπι, που δημιούργησε ντοκιμαντέρ για την εκστρατεία του το 2018, περιγράφει έναν άνθρωπο με ενσυναίσθηση, ο οποίος συχνά υιοθετεί μια σκληρή συμπεριφορά για να προστατεύσει τον εαυτό του. Η ακαδημαϊκός Μόνικα Μαρκς, που τον γνώρισε στην Οξφόρδη, βλέπει σε εκείνον έναν συνδυασμό σοβαρού διανοουμένου και επίμονου μαχητή.

Αυτή η πλευρά του χαρακτήρα του δεν έμεινε χωρίς συνέπειες. Η σφοδρή κριτική του στην πολιτική του Ισραήλ, η αντίθεσή του στην αμερικανική στρατιωτική βοήθεια και ο χαρακτηρισμός των ισραηλινών επιχειρήσεων στη Γάζα ως γενοκτονία προκάλεσαν έντονες αντιπαραθέσεις.

Ο ίδιος έχει καταδικάσει τη σφαγή της 7ης Οκτωβρίου 2023 και δηλώνει ότι υποστηρίζει ίσα δικαιώματα στην ειρήνη και την αυτοδιάθεση για Παλαιστινίους και Εβραίους Ισραηλινούς.

Ωστόσο, επικρίθηκε έντονα για σχόλιά του μετά την επίθεση σε συναγωγή του Μίσιγκαν, τα οποία μέλη της εβραϊκής κοινότητας εξέλαβαν ως προσπάθεια δικαιολόγησης του δράστη. Ο Ελ Σαγιέντ αναγνώρισε ότι οι δηλώσεις του προκάλεσαν πόνο και ζήτησε συγγνώμη.

Αντιδράσεις προκάλεσε και η συνεργασία του με τον πολιτικό streamer Χασάν Πάικερ, ο οποίος έχει διατυπώσει εμπρηστικές θέσεις για την 11η Σεπτεμβρίου και το Ισραήλ. Ο Ελ Σαγιέντ αποστασιοποιήθηκε από ορισμένες τοποθετήσεις του και ανακοίνωσε ότι δεν θα εμφανιζόταν ξανά μαζί του σε προεκλογικές εκδηλώσεις.

Παράλληλα, αντιμετώπισε επιθέσεις που αμφισβητούσαν την αφοσίωσή του στις Ηνωμένες Πολιτείες λόγω της θρησκείας και της καταγωγής του. Ο Ρότζερς επιχείρησε να τον συνδέσει με ισλαμιστικό εξτρεμισμό, επικαλούμενος καταγγελίες για σχέσεις με τη Μουσουλμανική Αδελφότητα, τις οποίες ο Ελ Σαγιέντ αρνήθηκε και για τις οποίες, σύμφωνα με το Reuters, δεν παρουσιάστηκαν αποδείξεις.

Ο ίδιος, πάντως, δεν επιχείρησε να υποβαθμίσει τη μουσουλμανική του ταυτότητα. Αντίθετα, την ενέταξε στη δημόσια εικόνα του, υπερασπιζόμενος ταυτόχρονα δικαιώματα, όπως εκείνα των ΛΟΑΤΚΙ+ ανθρώπων, ακόμη κι όταν οι θέσεις αυτές δημιουργούσαν αντιδράσεις σε τμήματα της ίδιας της μουσουλμανικής κοινότητας.

Με μία ψυχίατρο στο πλευρό του

Μακριά από τις πολιτικές αντιπαραθέσεις, ο Ελ Σαγιέντ είναι παντρεμένος με τη Σάρα Τζουκάκου, ψυχίατρο, την οποία γνώρισε όταν σπούδαζαν στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν. Της έκανε πρόταση γάμου ενώ ήταν ακόμη φοιτητές και παντρεύτηκαν προτού ολοκληρώσουν τις σπουδές τους. Σήμερα έχουν δύο κόρες και ζουν στο Αν Αρμπορ του Μίσιγκαν.

Σε συνέντευξή τους στο Atlantic, η Σάρα ρωτήθηκε πώς αισθανόταν με την προοπτική η οικογένειά της να αποκτήσει μια πρωτόγνωρη δημόσια προβολή. Ο σύζυγός της παρενέβη, επιστρέφοντας σε μια σκέψη που επαναλαμβάνει συχνά: αν είχε γεννηθεί στην Αίγυπτο, η ζωή του θα μπορούσε να είχε ακολουθήσει μια εντελώς διαφορετική διαδρομή.

Αυτή η συνείδηση των διαφορετικών δυνατοτήτων που προσφέρει ο τόπος γέννησης διατρέχει ολόκληρη τη δημόσια παρουσία του. Στις πρώτες ώρες της 4ης Νοεμβρίου, όταν ανέβηκε στη σκηνή στο Ντιτρόιτ για να γιορτάσει τη νίκη του, ο Ελ Σαγιέντ είχε πετύχει κάτι που το 2007 θεωρούσε αδιανόητο.

«Πιστέψατε έναν από τους λιγότερο πιθανούς υποψηφίους», είπε στους συγκεντρωμένους υποστηρικτές του, ευχαριστώντας τους για την εμπιστοσύνη τους.

Με πληροφορίες από New Yorker, The Atlantic, Guardian, AP

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS

NEWSROOM

Κόσμος: Τελευταία Ενημέρωση

Μεγάλη νίκη των Δημοκρατικών που θα έχουν πλέον τη δυνατότητα να ασκήσουν εκτεταμένο έλεγχο στην κυβέρνηση Τραμπ
Kathimerini.com.cy
 |  ΚΟΣΜΟΣ
X

Μπες στο μυαλό των
αγαπημένων σου αρθρογράφων

Λάβε στο email σου το τελευταίο τους άρθρο τη στιγμή που δημοσιεύεται.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Απόκτησε συνδρομή με €50 τον χρόνο για πρόσβαση στην έντυπη έκδοση.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ