ΠΗΓΗ: CNN
Προτού αναχωρήσει από το Πεκίνο για τις ΗΠΑ, ο Αμερικανός πρόεδρος, Ντόναλντ Τραμπ συνοδευόμενος από μία ομάδα δισεκατομμυριούχων της τεχνολογίας, δήλωσε ότι είχε συνάψει πολλές εμπορικές συμφωνίες με την Κίνα.
Ωστόσο, όπως υπογραμμίζει το CNN, οι λεπτομέρειες αυτών των συμφωνιών –τουλάχιστον έως το απόγευμα της Παρασκευής όταν το Air Force One απογειώθηκε από το Πεκίνο– παρέμεναν ασαφείς, υποδηλώνοντας μια πιθανή μεταβολή στην ισορροπία ισχύος μεταξύ των δύο μεγαλύτερων οικονομιών του κόσμου, σε σχέση με την προηγούμενη επίσκεψη του Τραμπ, πριν από σχεδόν εννέα χρόνια.
Οι επενδυτές, εκφράζοντας τη δυσαρέσκειά τους από την απουσία συγκεκριμένων ανακοινώσεων, προχώρησαν σε μαζικές πωλήσεις μετοχών. Ο δείκτης του Dow υποχώρησε πάνω από 300 μονάδες ή 0,6%, ενώ τα futures του δείκτη S&P 500 κατέγραψαν πτώση 1% και του Nasdaq 1,4%. Καθώς δεν υπήρξε σαφής συμφωνία για την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ, το Brent ενισχύθηκε κατά 3%, ξεπερνώντας τα 108 δολάρια το βαρέλι. Τα προθεσμιακά συμβόλαια στη σόγια σημείωσαν απότομη πτώση, μετά τις αναφορές των ΗΠΑ περί αόριστης δέσμευσης της Κίνας να αγοράσει αγροτικά προϊόντα. Παράλληλα, οι αποδόσεις των ομολόγων αυξήθηκαν, καθώς οι αγορές ανησύχησαν για ενδεχόμενη άνοδο του πληθωρισμού.
Αυτή ήταν η πρώτη φορά που Αμερικανός ηγέτης συναντήθηκε με τον Σι Τζινπίνγκ στην κινεζική πρωτεύουσα από τον Νοέμβριο του 2017. Ο Τραμπ είχε αναβάλει την επίσκεψη, η οποία αρχικά ήταν προγραμματισμένη για τον Απρίλιο, καθώς προσπαθούσε να διαχειριστεί την ενεργειακή κρίση που προκάλεσε η απόφασή του να ξεκινήσει πόλεμο με το Ιράν.
Παρά ταύτα, ο Τραμπ έφθασε στο Πεκίνο το βράδυ της Τετάρτης με εμφανώς ασθενέστερη διαπραγματευτική θέση από την Κίνα σε πολλούς τομείς. Ο Αμερικανός πρόεδρος βρίσκεται αντιμέτωπος με αυξανόμενες αντιδράσεις στο εσωτερικό, καθώς οι τιμές της βενζίνης και πολλών καταναλωτικών αγαθών αυξάνονται, ενώ η καταναλωτική εμπιστοσύνη υποχωρεί σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα. Παράλληλα, έχει μπροστά του τις ενδιάμεσες εκλογές, κάτι που δεν απασχολεί τον Κινέζο ομόλογό του.
Την τελευταία ημέρα της συνόδου, ο Τραμπ ανακοίνωσε ότι η Κίνα θα αγοράσει 200 αεροσκάφη της Boeing και ότι ενδιαφέρεται να προμηθευτεί περισσότερο αμερικανικό πετρέλαιο, καθώς η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή έχει διαταράξει την παγκόσμια προσφορά. Πρόσθεσε επίσης ότι θα εξέταζε το ενδεχόμενο άρσης κυρώσεων σε κινεζικές εταιρείες που αγοράζουν ιρανικό πετρέλαιο.
Ο εμπορικός αντιπρόσωπος των ΗΠΑ, Τζέιμισον Γκριρ, δήλωσε ακόμη ότι η Ουάσιγκτον αναμένει δέσμευση για αγορές αγροτικών προϊόντων ύψους «δεκάδων δισεκατομμυρίων» δολαρίων, χωρίς όμως να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες.
Η Κίνα δεν έχει έως τώρα επιβεβαιώσει καμία από τις αμερικανικές ανακοινώσεις.
Οι αναλυτές διατηρούσαν εξαρχής χαμηλές προσδοκίες για σημαντικές συμφωνίες, δεδομένης της κακής κατάστασης των αμερικανοκινεζικών σχέσεων. Ωστόσο, η απουσία ουσιαστικών συμφωνιών ή σημαντικών τομών ήρθε σε έντονη αντίθεση με την επίσκεψη του Τραμπ το 2017.
Πριν από εννέα χρόνια, ο Τραμπ είχε συνοδεία σχεδόν 30 Αμερικανών επιχειρηματικών στελεχών. Το αμερικανικό υπουργείο Εμπορίου είχε ανακοινώσει 37 συμφωνίες συνολικής αξίας άνω των 250 δισ. δολαρίων πριν ακόμη ο Αμερικανός πρόεδρος αναχωρήσει από το Πεκίνο, περιλαμβανομένης δέσμευσης της Κίνας να αγοράσει 300 αεροσκάφη Boeing, η οποία ουδέποτε υλοποιήθηκε.
Αυτή τη φορά, τον συνόδευαν 17 στελέχη, κυρίως από τον τεχνολογικό και χρηματοοικονομικό κλάδο, μεταξύ των οποίων ο διευθύνων σύμβουλος της Nvidia, Τζένσεν Χουάνγκ, ο επικεφαλής της Apple, Τιμ Κουκ, και ο διευθύνων σύμβουλος της Tesla, Ιλον Μασκ.
Ο Κεντ Κεντλ, ιδρυτής της συμβουλευτικής εταιρείας κινδύνου και στρατηγικής Blue Ocean Advisors στη Σαγκάη, σημείωσε ότι η αποστολή του 2017 ήταν περισσότερο προσανατολισμένη στην εξασφάλιση συγκεκριμένων εξαγωγικών συμφωνιών, ενώ φέτος οι συμμετέχοντες φαίνονταν να δίνουν προτεραιότητα στην πρόσβαση στην κινεζική αγορά και στην ίδια τη σχέση με τον Τραμπ.
Η μεταβαλλόμενη εξάρτηση της Κίνας
Τα στελέχη που ταξίδεψαν στο Πεκίνο αναζητώντας διείσδυση στην κινεζική αγορά βρίσκονται πλέον αντιμέτωπα με ένα πολύ δυσκολότερο περιβάλλον.
Αυτό οφείλεται στην επιτυχία της Κίνας να ενισχύσει και να αναπτύξει εγχώριες επιχειρήσεις, στο πλαίσιο μιας εθνικής στρατηγικής για μεγαλύτερη αυτάρκεια στην τεχνολογία, τη μεταποίηση και την εσωτερική κατανάλωση. Η προσπάθεια αυτή ενισχύθηκε περαιτέρω από τον εμπορικό πόλεμο που ξεκίνησε η πρώτη κυβέρνηση Τραμπ.
Ο διευθύνων σύμβουλος της Nvidia, Τζένσεν Χουάνγκ, ο οποίος προστέθηκε στην αποστολή την τελευταία στιγμή, έχει ασκήσει πιέσεις στην αμερικανική κυβέρνηση ώστε να εγκρίνει τις πωλήσεις των λιγότερο προηγμένων τσιπ της εταιρείας στην Κίνα. Ωστόσο, το Πεκίνο έχει αναστείλει τις αγορές, εν μέρει λόγω της προτίμησής του να στηρίξει τους δικούς του κατασκευαστές.
Η Tesla, της οποίας ο επικεφαλής Ιλον Μασκ συμμετείχε επίσης στην αποστολή, χάνει έδαφος στην Κίνα αλλά και διεθνώς απέναντι στην κινεζική ανταγωνίστρια BYD. Σύμφωνα με την Counterpoint Research, το μερίδιο της Tesla στην κινεζική αγορά ηλεκτρικών οχημάτων υποχώρησε στο 10% το τελευταίο τρίμηνο του 2025, από 14% έναν χρόνο νωρίτερα. Η Tesla έχασε επίσης πέρυσι τη θέση της ως ο μεγαλύτερος πωλητής ηλεκτρικών οχημάτων παγκοσμίως από την BYD.
Ο επικεφαλής της Apple, Τιμ Κουκ, που συμμετείχε επίσης στην αποστολή του Τραμπ στην Κίνα, βλέπει την εταιρεία του να δέχεται αυξανόμενη πίεση από κινεζικές εταιρείες smartphone όπως η Huawei και η Xiaomi. Η Apple κατείχε περίπου το 22% της κινεζικής αγοράς smartphones στα τέλη του περασμένου έτους, σύμφωνα με την Counterpoint Research, ενώ εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικές δραστηριότητες συναρμολόγησης ηλεκτρονικών συσκευών στην Κίνα.
Ελλείψει ανακοινώσεων για αμερικανικές επενδύσεις στην Κίνα, ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσεντ, δήλωσε την Πέμπτη ότι οι δύο χώρες συζήτησαν τη δημιουργία ενός συμβουλίου επενδύσεων για κινεζικές επενδύσεις σε μη ευαίσθητους τομείς στις Ηνωμένες Πολιτείες. Πρόσθεσε ακόμη ότι συζητήθηκε και η δημιουργία ενός εμπορικού συμβουλίου, το οποίο θα μπορούσε να διευκολύνει την άρση ορισμένων δασμών σε προϊόντα αξίας περίπου 30 δισ. δολαρίων.
Ο Τραμπ, ωστόσο, υποστήριξε ότι το ζήτημα των δασμών δεν τέθηκε καν κατά τις διαπραγματεύσεις του με τον Σι.
Αναλυτές εκτιμούν ότι οι δύο χώρες ενδέχεται να οριστικοποιήσουν επιπλέον συμφωνίες τις επόμενες ημέρες, μεταξύ άλλων για αμερικανικές εξαγωγές αγροτικών προϊόντων και ενέργειας.
«Για να θεωρηθεί επιτυχής η συνάντηση από τους ψηφοφόρους του Τραμπ στις αγροτικές περιοχές, εξακολουθεί να υπάρχει η προσδοκία ότι η Κίνα θα ανακοινώσει αυτή την εβδομάδα νέες πολυετείς μαζικές αγορές αμερικανικών αγροτικών προϊόντων, συμπεριλαμβανομένων καλαμποκιού και κρέατος, επιβεβαιώνοντας παράλληλα τις δεσμεύσεις για αγορά σόγιας που είχαν δοθεί τον περασμένο Οκτώβριο», έγραψε η Γουέντι Κάτλερ, ανώτερη αντιπρόεδρος του Asia Society Policy Institute.
Ωστόσο, ακόμη και υπογεγραμμένες δηλώσεις μπορεί να χρειαστούν μήνες για να υλοποιηθούν — αν τελικά υλοποιηθούν.
Σύμφωνα με τη Λία Φάχι, ανώτερη οικονομολόγο για την Κίνα στην Capital Economics, αρκετά από τα έργα που ανακοινώθηκαν το 2017 ουδέποτε προχώρησαν, μεταξύ των οποίων επένδυση 84 δισ. δολαρίων για ανάπτυξη σχιστολιθικού αερίου και χημικής βιομηχανίας στη Δυτική Βιρτζίνια, καθώς και επένδυση 43 δισ. δολαρίων στην Αλάσκα για εγκαταστάσεις υγροποίησης και εξαγωγής φυσικού αερίου.
«Μια αναδρομή στην τελευταία επίσκεψη του Τραμπ στην Κίνα καταδεικνύει γιατί κάθε συμφωνία που ανακοινώνεται με τυμπανοκρουσίες πρέπει να αντιμετωπίζεται με υγιή σκεπτικισμό», έγραψε η Φάχι.
Τελικά, η κινεζική οικονομία χρειάζεται τις Ηνωμένες Πολιτείες λιγότερο απ’ ό,τι στο παρελθόν — και αυτό φαίνεται πως ισχύει και για τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις της χώρας.




























