Γιώργος Σκαφιδάς
Ετσι όπως είχαν εξελιχθεί τα πράγματα τις τελευταίες εβδομάδαες, με τους Αμερικανούς να συγκεντρώνουν στην περιοχή του Περσικού Κόλπου τη μεγαλύτερη δύναμη πυρός που έχουν ακροβολίσει εκεί μετά το 2003 και τις αμερικανοϊρανικές διαπραγματεύσεις να μην καταλήγουν σε κάποια – έστω προκαταρκτική – συμφωνία, η επιλογή της στρατιωτικής σύγκρουσης ήταν πια μάλλον προδιαγεγραμμένη και «λογική» ως εξέλιξη.
Ο Αμερικανός αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς υπογράμμισε την περασμένη Πέμπτη – και μάλιστα εμφατικά – ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν υπάρχει «καμία πιθανότητα» να εμπλακούν σε έναν πόλεμο διαρκείας στην περιοχή της Μέσης Ανατολής. Η διοίκηση Τραμπ είναι σαφές ωστόσο, από την άλλη πλευρά, ότι χρησιμοποιεί τα στρατιωτικά πλήγματα ως μέσο «διαπραγμάτευσης», προκειμένου να εξασφαλίσει υποχωρήσεις από την Τεχεράνη στο τραπέζι των συνομιλιών.
Ο Βανς την περασμένη Πέμπτη έριξε το μπαλάκι στους Ιρανούς, από τις κινήσεις των οποίων αναμένεται να κριθούν οι από εδώ και πέρα εξελίξεις όπως είπε. Μόλις δύο 24ωρα μετά, οι Ιρανοί καλούνται με τις κινήσεις και τα όποια αντίποινά τους όντως να καθορίσουν πόσο μεγάλη – σε διάρκεια, ένταση και γεωγραφική έκταση – θα είναι αυτή η νέα πολεμική σύρραξη στη λίαν εύφλεκτη περιοχή της Μέσης Ανατολής.
Στρατιωτικές επιχειρήσεις
Επιβεβαιώνοντας τις προβλέψεις που ήθελαν την επιλογή νέων στρατιωτικών πληγμάτων ως το πιο πιθανό σενάριο, Αμερικανοί και Ισραηλινοί εξαπέλυσαν πλήγματα κατά ιρανικών στόχων σήμερα το πρωί.
«Διαισθανόμενες» όσα επρόκειτο να ακολουθήσουν, οι Αρχές πλήθους ξένων χωρών είχαν ήδη σπεύσει να καλέσουν τους πολίτες τους είτε να αποχωρήσουν από το Ισραήλ (το οποίο ήταν βέβαιο ότι θα βρεθεί στο στόχαστρο των ιρανικών αντιποίνων) είτε να αναβάλουν/ακυρώσουν τα ταξίδια που μπορεί να είχαν προγραμματίσει να κάνουν εκεί.
Την προηγούμενη φορά που Αμερικανοί και Ισραηλινοί έπληξαν στόχους εντός του Ιράν τον Ιούνιο του 2025, η αμερικανική στρατιωτική επιχείρηση (η καλούμενη «Σφυρί του Μεσονυκτίου») διήρκεσε μόλις λίγα λεπτά, ενώ ο ιρανοϊσραηλινός πόλεμος, στο πλαίσιο του οποίου εκείνη πραγματοποιήθηκε, κράτησε 12 ημέρες.
Εκτοτε, Αμερικανοί και Ιρανοί πήραν μέρος σε νέους γύρους διαπραγματεύσεων με τη διαμεσολάβηση του Ομάν (στις 6 Φεβρουαρίου στο Μουσκάτ, στις 17 και 18 Φεβρουαρίου στη Γενεύη, στις 26 Φεβρουαρίου ξανά στη Γενεύη). Επειτα από την τελευταία συνάντηση της περασμένης Πέμπτης, Ιρανοί και Ομανοί προανήγγειλαν μάλιστα και νέες συνομιλίες τεχνικού επιπέδου που επρόκειτο (με βάση όσα θεωρούνταν δεδομένα την περασμένη Πέμπτη) να ξεκινήσουν την προσεχή Δευτέρα στη Βιέννη, πόλη όπου έχει την έδρα της η Διεθνής Υπηρεσία Ατομικής Ενέργειας.
Το εάν και πότε θα πραγματοποιηθούν νέες συνομιλίες είναι πια κάτι το οποίο μένει να φανεί, αφού η «μπάλα» εν τω μεταξύ πέρασε από το πεδίο της διπλωματίας στο πεδίο των όπλων, κι αυτό για δεύτερη φορά μέσα σε διάστημα ολίγων μηνών. Υπενθυμίζεται ότι Ουάσιγκτον και Τεχεράνη είχαν κι άλλες συνομιλίες πριν από τα στρατιωτικά πλήγματα του περασμένου Ιουνίου, τον Απρίλιο του 2025 στο Μουσκάτ και στη Ρώμη, οι οποίες ωστόσο δεν ήταν αρκετές ώστε να αποτρέψουν το αμερικανικό «Σφυρί του Μεσονυκτίου» και τον πόλεμο των 12 ημερών.
Οχτώ μήνες έπειτα από εκείνη τη σύγκρουση του 2025 – κι ενώ είχαν εν τω μεταξύ πραγματοποιηθεί νέοι γύροι αμερικανοϊρανικών συνομιλιών, μια νέα στρατιωτική κλιμάκωση είναι πια γεγονός.
Δύο κρίσιμα ερωτήματα
Όπως πέρυσι ωστόσο, έτσι και φέτος υπάρχουν δύο βασικά ερωτήματα που παραμένουν αναπάντητα. Πόσο μακριά μπορεί να φτάσει ο Τραμπ με αυτήν την τακτική των στρατιωτικών πληγμάτων εν μέσω διαπραγματεύσεων – και, από την άλλη πλευρά, πόσο πίσω είναι διατεθειμένοι να κάνουν οι Ιρανοί, προκειμένου να αποφύγουν έναν νέο κι ενδεχομένως μεγάλο πόλεμο;
Στα τέλη του περασμένου Ιουνίου, έπειτα από τα αμερικανοϊσραηλινά πλήγματα κατά των ιρανικών πυρηνικών εγκαταστάσεων σε Φορντό, Νατάνζ και Ισφαχάν, ο Αμερικανός πρόεδρος είχε πανηγυρίσει την «εξάλειψη» του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος. Λίγους μήνες μετά ωστόσο, οι απεσταλμένοι του Τραμπ Στιβ Γουίτκοφ και Τζάρεντ Κούσνερ θα διαπραγματεύονταν εκ νέου με τους Ιρανούς το πιθανό μέλλον του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος που υποτίθεται ότι είχε εξαλειφθεί.
Υπενθυμίζεται ότι τότε οι Ιρανοί είχαν απαντήσει εξαπολύοντας πυραύλους κατά της αμερικανικής αεροπορικής βάσης Αλ Ουντέιντ (Al Udeid) στο Κατάρ, πλήγματα για τα οποία είχαν όμως ειδοποιήσει εκ των προτέρων την αμερικανική πλευρά. Σημαντική σημείωση: Το ίδιο είχαν κάνει (ειδοποιώντας εκ των προτέρων τους Αμερικανούς) και τον Ιανουάριο του 2020, όταν εξαπέλυσαν πυραύλους κατά αμερικανικής βάσης στο δυτικό Ιράκ ως απάντηση τότε στη δολοφονία του Κασέμ Σολεϊμάνι. Αυτό που μένει να φανεί πια μέσα στα επόμενα 24ωρα είναι το αν τα ιρανικά αντίποινα θα είναι τόσο ελεγχόμενα ώστε να επιτρέψουν τη σταδιακή εκτόνωση της σύγκρουσης ή όχι.
Σε καθαρά στρατιωτικό επίπεδο, το καθεστώς των αγιατολάδων και οι (κυρίαρχοι στο εσωτερικό του Ιράν) Φρουροί της Ισλαμικής Επανάστασης έχουν διαμηνύσει ότι εάν αντιμετωπίσουν υπαρξιακή απειλή, θα απαντήσουν με όλα όσα έχουν στη διάθεσή τους διευρύνοντας τον όποιο πόλεμο. Υπό τις παρούσες συνθήκες πάντως, το ενδεχόμενο ενός διευρυμένου πολέμου φαντάζει περισσότερο πιθανό από το ενδεχόμενο κατάρρευσης του ιρανικού θεοκρατικού καθεστώτος. Ακόμη κι αν εξοντωθεί ο (σχεδόν 87χρονος πια) Χαμενεΐ, οι προετοιμασίες για τη διαδοχή του είχαν επί της ουσίας ήδη ξεκινήσει. Από τη δική της πλευρά πάντως, η αμερικανική διοίκηση δεν φαίνεται να επιθυμεί μια χρονικά και γεωγραφικά διευρυμένη σύρραξη, ενώ ως εξαιρετικά παρακινδυνευμένο αξιολογείται παράλληλα και το ενδεχόμενο αμερικανικών χερσαίων επιχειρήσεων επί ιρανικού εδάφους. Ως προς αυτό, ενδεικτικές ήταν οι ενστάσεις που φέρεται να εξέφρασε ο αρχηγός του γενικού επιτελείου των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων πτέραρχος Νταν Κέιν.
Περιορισμοί
Με άλλα λόγια, οι στρατιωτικές επιλογές ένθεν και ένθεν δείχνουν να συνοδεύονται από σημαντικούς περιορισμούς και, αργά ή γρήγορα, η συζήτηση θα πρέπει να επιστρέψει στο πεδίο διαπραγματεύσεων, γύρω από ζητήματα όπως είναι εκείνα του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος και της εμβέλειας των ιρανικών βαλλιστικών πυραύλων.
Κατά τις τελευταίες συνομιλίες την περασμένη Πέμπτη στην πρεσβεία του Ομάν στη Γενεύη, οι Ιρανοί παρουσιάστηκαν να κάνουν σημαντικές υποχωρήσεις, οι οποίες όμως δεν άφησαν ικανοποιημένη την πλευρά των ΗΠΑ. Σύμφωνα με όσα είδαν το φως της δημοσιότητας, η Τεχεράνη θα μπορούσε να παγώσει πλήρως το πυρηνικό της πρόγραμμα για ένα διάστημα πέντε ετών, να περιορίσει τον εμπλουτισμό ουρανίου σε εξαιρετικά επίπεδα (1,5%) που θα διασφαλίζουν τον ειρηνικό του χαρακτήρα, να «αραιώσει» τα 400 κιλά υψηλά εμπλουτισμένου ουρανίου που διαθέτει και να διεθνή αυστηρότερους ελέγχους από τη Διεθνή Υπηρεσία Ατομικής Ενέργειας, ενώ αναφορικά με τον περιορισμό της εμβέλειας των βαλλιστικών της πυραύλων ζητεί να διαχωριστεί το πυρηνικό πρόγραμμα από άλλα ζητήματα που θα μπορούσαν να συζητηθούν σε μεταγενέστερο χρόνο.
Εάν οι προαναφερθείσες ιρανικές υποχωρήσεις ισχύουν και δεν ήταν αρκετές ώστε να αποτρέψουν μια αμερικανική επίθεση, τότε η πλευρά Τραμπ μάλλον ζητεί από τους Ιρανούς πολύ περισσότερα, τα οποία όμως εκείνοι ίσως να μην είναι διατεθειμένοι να δώσουν, ακόμη και υπό την απειλή ενός μεγάλου πολέμου.
«Κανένας πρόεδρος δεν ήταν πρόθυμος να κάνει αυτό που είμαι πρόθυμος να κάνω», δήλωσε σήμερα ο Τραμπ, καλώντας τους Ιρανούς Φρουρούς της Ισλαμικής Επανάστασης να καταθέσουν τα όπλα (σ.σ. πράγμα που μάλλον αποκλείεται) και τον (σ.σ. αντιπολιτευόμενο) ιρανικό λαό να αναλάβει τα ηνία της χώρας του (σ.σ. πράγμα δύσκολο). Εάν όμως αυτά δεν γίνουν, τότε τι θα κάνουν οι Αμερικανοί οι οποίοι, κατά τα λεγόμενά τους, δεν επιθυμούν έναν μεγάλο σε διάρκεια πόλεμο;




























