Αλεξάνδρα Βουδούρη
ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ – ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ. Το ΝΑΤΟ φαίνεται να επανεξετάζει ένα από τα βασικά «εργαλεία» της πολιτικής και στρατηγικής προβολής του: τις συνόδους κορυφής. Εντός της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας εξετάζεται σοβαρά το ενδεχόμενο να εγκαταλειφθεί η πρακτική των ετήσιων συνόδων, η οποία είχε καθιερωθεί τα τελευταία χρόνια, κυρίως όμως μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Την αποκάλυψη έκανε πρόσφατα το Reuters συνδέοντας αυτές τις εξελίξεις με το «ρήγμα» που έχει προκληθεί εδώ και μήνες εντός του ΝΑΤΟ λόγω της στάσης του Ντόναλντ Τραμπ έναντι των συμμάχων του και πρόσφατα εξαιτίας της άρνησης των Ευρωπαίων να συνδράμουν τις ΗΠΑ στον πόλεμο στο Ιράν.
Παρότι στις αρχές Ιουλίου προγραμματίζεται κανονικά η σύνοδος στην Αγκυρα, ήδη διαφαίνεται μια τάση αραίωσης των συναντήσεων ακόμη και σε υπουργικό επίπεδο, ενώ το 2028, χρονιά προεδρικών εκλογών στις ΗΠΑ, εξετάζεται ακόμη και το ενδεχόμενο να μην πραγματοποιηθεί σύνοδος κορυφής.
Παράλληλα, σύμφωνα με πηγές που επικαλείται το δημοσίευμα, ορισμένα κράτη-μέλη εισηγούνται την επιστροφή σε ένα μοντέλο διεξαγωγής συνόδων ανά διετία, με την τελική, όμως, απόφαση να ανήκει αποκλειστικά στον γενικό γραμματέα του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε.
Η ποιότητα των αποφάσεων και όχι η συχνότητα των συναντήσεων αποτελεί το πραγματικό μέτρο ισχύος της Συμμαχίας, τονίζουν αναλυτές
Νατοϊκός διπλωμάτης με τον οποίο συνομίλησε η «Κ», αν και επιβεβαιώνει ότι υπάρχουν σκέψεις να μειωθεί η συχνότητα των συνόδων κορυφής, σημειώνει παράλληλα ότι η διεξαγωγή τους δεν υπήρξε ποτέ σταθερή στα 77 χρόνια ιστορίας της Συμμαχίας. Από το 2021 όμως και έπειτα, οι ηγέτες των κρατών-μελών του ΝΑΤΟ συναντώνται κάθε καλοκαίρι.
Η ίδια πηγή συμφωνεί ότι το κλίμα έχει όντως επιβαρυνθεί από τη στάση του Αμερικανού προέδρου έναντι των συμμάχων του, όμως η εξήγηση που δίνει δεν περιορίζεται μόνο στον αμερικανικό παράγοντα. Παραδέχεται, δηλαδή, ότι οι ετήσιες σύνοδοι δημιουργούν συχνά «πίεση» για εντυπωσιακά αποτελέσματα, εις βάρος της ουσιαστικής στρατηγικής προετοιμασίας.
Επισημαίνει, παράλληλα, ότι αν και μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία οι συναντήσεις πολλαπλασιάστηκαν, ουσιαστικά δεν υπήρξε ποτέ σαφές «πρότυπο» ως προς τη συχνότητά τους, όπως συμβαίνει με τις Συνόδους Κορυφής της Ευρωπαϊκής Ενωσης.
Σημειώνεται, εξάλλου, ότι οι τελευταίες σύνοδοι του ΝΑΤΟ είχαν σαφές αντικείμενο: στο Βίλνιους το 2023 εγκρίθηκαν τα επιχειρησιακά σχέδια για την ενίσχυση της ανατολικής πτέρυγας, στην Ουάσιγκτον το 2024 δόθηκε έμφαση στην 75η επέτειο της Συμμαχίας, ενώ πέρυσι στη Χάγη ελήφθη η ιστορική απόφαση για αύξηση των αμυντικών δαπανών στο 5% του ΑΕΠ. Αντίθετα, οι επόμενες προγραμματισμένες σύνοδοι στερούνται συγκεκριμένης θεματολογίας. Στην Αγκυρα δεν αναμένονται σημαντικές αποφάσεις, ενώ και για τα Τίρανα το 2027 δεν έχει ακόμη διαμορφωθεί σαφής ατζέντα. Οπως αναφέρει αρμόδια πηγή, οι ηγέτες χρησιμοποιούν πλέον τις συνόδους κυρίως για διμερείς επαφές, γεγονός που μειώνει τη στρατηγική αξία τους.
Στο ίδιο πνεύμα, αναλυτές τονίζουν ότι η ποιότητα των αποφάσεων και όχι η συχνότητα των συναντήσεων αποτελεί το πραγματικό μέτρο ισχύος της Συμμαχίας. Η Φίλις Μπέρι από το Atlantic Council έγραψε, μάλιστα, πρόσφατα ότι η μείωση των υψηλού προφίλ συνόδων θα μπορούσε να περιορίσει το «δράμα» που έχει χαρακτηρίσει τις διατλαντικές σχέσεις τα τελευταία χρόνια. Υπενθυμίζει, μάλιστα, ότι κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου πραγματοποιήθηκαν μόλις οκτώ σύνοδοι, γεγονός που δεν εμπόδισε το ΝΑΤΟ να λειτουργεί αποτελεσματικά. Σε κάθε περίπτωση, το κλίμα εντός της Συμμαχίας χαρακτηρίζεται από εύθραυστη ισορροπία. Από τη μια πλευρά υπάρχει η ανάγκη συγκέντρωσης σε ουσιαστικές αποφάσεις και μακροπρόθεσμο στρατηγικό σχεδιασμό. Από την άλλη, η απρόβλεπτη στάση του Ντόναλντ Τραμπ λειτουργεί μάλλον αποσταθεροποιητικά. Οι πρόσφατες εκ νέου δηλώσεις του περί αποχώρησης των ΗΠΑ από το ΝΑΤΟ αλλά και οι εντάσεις που προκλήθηκαν τόσο γύρω από τον πόλεμο στο Ιράν όσο και για το ζήτημα της Γροιλανδίας εντείνουν τις ανησυχίες εντός της Συμμαχίας.
Διπλωματικές πηγές εκτιμούν, πάντως, ότι η αποφυγή συχνών συνόδων ενδέχεται να λειτουργήσει ως «βαλβίδα αποσυμπίεσης», αποτρέποντας τις δημόσιες συγκρούσεις που θα μπορούσαν να πλήξουν περαιτέρω τη συνοχή της Συμμαχίας. Αναγνωρίζουν, όμως, ότι η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη: μείωση των συνόδων δεν αποτελεί μόνο τακτική επιλογή, αλλά και αντανάκλαση των βαθύτερων προκλήσεων του ΝΑΤΟ. Προσώρας η Συμμαχία φαίνεται να κινείται προς μια πιο «συγκρατημένη» μορφή διπλωματίας κορυφής, επιδιώκοντας να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη ενότητας αλλά και στις αυξανόμενες εσωτερικές εντάσεις.




























