ΚΥΠΕ
Η Κύπρος αντιμετωπίζει αυξημένες απειλές κυβερνοεπιθέσεων τη συγκεκριμένη περίοδο κυρίως λόγω της γεωπολιτικής έντασης, αλλά και του ρόλου της ως προεδρεύουσα του Συμβουλίου της ΕΕ, όπως αναφέρθηκε στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών κατά τη συζήτηση του προϋπολογισμού της Αρχής Ψηφιακής Ασφάλειας (ΑΨΑ).
Ο διευθυντής της ΑΨΑ, Αντώνης Αντωνιάδης, προειδοποίησε ότι η Κύπρος διανύει μια «δύσκολη περίοδο», καθώς οι κυβερνοεπιθέσεις έχουν αυξηθεί σημαντικά και καταγράφονται πλέον σε καθημερινή βάση. Όπως εξήγησε, οι επιθέσεις δεν έχουν πλέον μόνο οικονομικά κίνητρα, αλλά συνδέονται και με γεωστρατηγικά συμφέροντα, με εμπλοκή τρίτων κρατών και αυξημένο κίνδυνο απώλειας ευαίσθητων πληροφοριών, κάτι που εντίνεται και λόγω της κυπριακής Προεδρίας του Συμβουλίου της ΕΕ.
Ο διευθυντής της ΑΨΑ αποκάλυψε ότι τα περιστατικά κυβερνοεπιθέσεων είναι πλέον συνεχόμενα, με την Αρχή να βρίσκεται σε μόνιμη επιχειρησιακή ετοιμότητα. Τόνισε ότι η κυβερνοασφάλεια δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποσπασματικά, αλλά απαιτεί στενή συνεργασία μεταξύ πολλών κρατικών φορέων, όπως το Υπουργείο Άμυνας, το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξεως, το Υφυπουργείο Έρευνας και Καινοτομίας και οι υπηρεσίες πληροφοριών.
Παράλληλα, ανέφερε ότι η Κύπρος βρίσκεται στην ομάδα των πέντε καλύτερων χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε επίπεδο νομοθετικού πλαισίου για την κυβερνοασφάλεια, αν και υστερεί σε άλλους τομείς.
Παρά την πίεση, ο ανέφερε ότι η χώρα βρίσκεται πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο σε επίπεδα κυβερνοασφάλειας σε αρκετές κρίσιμες υποδομές, επισημαίνοντας ωστόσο ότι «δεν είμαστε 100% οχυρωμένοι» και παραμένει σημαντικό περιθώριο βελτίωσης. Είπε επίσης ότι ο ιδιωτικός τομέας είναι καλύτερα θωρακισμένος σε ορισμένους τομείς από το δημόσιο, παρά τα σημαντικά βήματα προόδου που έχουν γίνει.
Αναφορές έγιναν και περιστατικά όπου ζητήθηκαν λύτρα από οργανισμούς που δέχθηκαν κυβερνοεπιθέσεις. Σύμφωνα με την ΑΨΑ, η θέση της είναι να αποφεύγεται η πληρωμή λύτρων, ωστόσο παραδέχθηκε ότι σε ορισμένες περιπτώσεις καταβλήθηκαν ποσά.
Η ανάγκη ενίσχυσης της Αρχής με μόνιμο προσωπικό αποτέλεσε κοινό σημείο τοποθέτησης των βουλευτών. Η βουλευτής του ΔΗΣΥ Σάβια Ορφανίδου χαρακτήρισε τον ρόλο της ΑΨΑ «νευραλγικό», ιδιαίτερα σε μια περίοδο που η τεχνητή νοημοσύνη και η κυβερνοασφάλεια αποκτούν κεντρική σημασία για την εθνική ασφάλεια και την οικονομία. Υποστήριξε ότι η Αρχή δεν θα πρέπει να συνεχίσει να λειτουργεί στη βάση αγοράς υπηρεσιών, αλλά να στελεχωθεί με μόνιμες θέσεις.
Από πλευράς του ο βουλευτής του ΑΚΕΛ Ανδρέας Καυκαλιάς ζήτησε μείωση της εξάρτησης από εξωτερικούς συνεργάτες και έθεσε ερωτήματα για το πραγματικό επίπεδο θωράκισης των κρατικών συστημάτων.
Απαντώντας, ο κ. Αντωνιάδης συμφώνησε ότι η δημιουργία μόνιμων δομών αποτελεί προτεραιότητα, σημειώνοντας ότι έχουν εγκριθεί σχετικές θέσεις αλλά η διαδικασία προχωρεί αργά, κάτι που – όπως είπε – πρέπει να επιταχυνθεί.
Κατά τη συνεδρίαση έγινε επίσης αναφορά σε διοικητικά πρόστιμα και επισημάνσεις που επιβλήθηκαν σε κρατικές υπηρεσίες για περιστατικά κυβερνοασφάλειας, μεταξύ των οποίων και στο Τμήμα Υπηρεσιών Πληροφορικής.
Ο κ. Αντωνιάδης σημείωσε ότι η Αρχή επενδύει και στην πρόληψη μέσω εκστρατειών ενημέρωσης και επισκέψεων σε σχολεία, καθώς και μέσω εκπαίδευσης εκπαιδευτικών, επιδιώκοντας να ενισχυθεί η ψηφιακή κουλτούρα ασφάλειας από νεαρή ηλικία.




























