Ελισάβετ Γεωργίου
Την ολοκλήρωση της διερεύνησης από τις αρμόδιες ανακριτικές αρχές αναμένει η Ιερά Σύνοδος, προκειμένου να τοποθετηθεί επίσημα αναφορικά με το φερόμενο οικονομικό σκάνδαλο που εμπλέκει τον Επίσκοπο Καρπασίας Χριστόφορο, μετά από καταγγελία.
Τα κατ΄ ισχυρισμόν γεγονότα για τα οποία γίνεται λόγος φέρεται να έλαβαν χώρα την περίοδο 2020–2021, με τον ίδιο τον Επίσκοπο να δηλώνει πως έχει θέσει τον εαυτό του στη διάθεση των αρμόδιων ανακριτικών αρχών, προκειμένου να διερευνηθεί πλήρως η υπόθεση.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον προκαλεί, ωστόσο, το χρονικό σημείο κατά το οποίο ήρθε στο φως η καταγγελία, καθώς αυτή συμπίπτει με τη διαδικασία επιλογής νέου Μητροπολίτη για τον θρόνο της Πάφου, θέση για την οποία ο Επίσκοπος Καρπασίας συγκαταλέγεται μεταξύ των βασικών υποψηφίων. Το γεγονός αυτό έχει προκαλέσει συζητήσεις και προβληματισμό σε εκκλησιαστικούς κύκλους, δεδομένου ότι τα φερόμενα αδικήματα ανάγονται σε περίοδο προ εξαετίας.
Η Αστυνομία επιβεβαιώνει ότι έχει ενώπιόν της καταγγελία που αφορά οικονομικές ατασθαλίες. Σύμφωνα με τα όσα καταγγέλλονται, ο χωρεπίσκοπος, ο οποίος διετέλεσε πρόεδρος της Παγκύπριας Ένωσης Γονέων, φέρεται να μετέφερε κατά τα έτη 2020–2021 χρηματικά ποσά που ξεπερνούν τις 100.000 ευρώ από εισφορές του σωματείου σε προσωπικούς του τραπεζικούς λογαριασμούς.
Παράλληλα, εκκλησιαστικοί κύκλοι εκφράζουν ερωτήματα ως προς το πώς ένας άγαμος επίσκοπος μπορούσε να προεδρεύει της Παγκύπριας Ένωσης Γονέων, γεγονός που επίσης προκαλεί συζητήσεις και ερμηνείες.
Από την πλευρά του, ο Επίσκοπος φέρεται να υποστηρίζει ότι η χρονική συγκυρία της καταγγελίας δεν μπορεί να θεωρηθεί τυχαία και συνδέεται άμεσα με τη διαδικασία πλήρωσης του Μητροπολιτικού θρόνου της Πάφου.
Η καταγγελία, σύμφωνα με πληροφορίες, υποβλήθηκε από τη γραμματεία του σωματείου και διερευνάται από το Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων (ΤΑΕ) Λεμεσού, και συγκεκριμένα του Γραφείου Διερεύνησης Οικονομικού Εγκλήματος.
Μιλώντας στο κρατικό κανάλι, ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Γεώργιος ανέφερε πως μέχρι στιγμής δεν έχει υποβληθεί επίσημη καταγγελία ενώπιον της Εκκλησίας και ότι, εφόσον αυτό συμβεί, η Ιερά Σύνοδος θα επιληφθεί του θέματος σύμφωνα με τις προβλεπόμενες εκκλησιαστικές διαδικασίες.




























