
Δωρίτα Γιαννακού
Σοβαρά κενά και παραλείψεις εξακολουθούν να υπονομεύουν την ουσιαστική εφαρμογή της στρατηγικής εργοδότησης αλλοδαπών εργαζομένων από τρίτες χώρες. Έχει γίνει πλέον διαχρονική πρακτική συγκεκριμένοι εργοδότες να εκδίδουν άδειες εργασίας σε αλλοδαπούς για καθαριστές και καθαρίστριες και να τους διοχετεύουν στα εργοτάξια. Όπως αναφέρθηκε στην εκπομπή ΔΙΑΣΠΟΡΑ ΕΙΔΗΣΕΩΝ στον ΣΠΟΡ FM 95.0, η πρακτική αυτή δεν είναι τυχαία. Πιο συγκεκριμένα, τα μεροκάματα των καθαριστών είναι χαμηλότερα, ενώ παράλληλα παρακάμπτονται οι συλλογικές συμβάσεις που διέπουν την οικοδομική βιομηχανία. Με αυτόν τον τρόπο, οι εργοδότες μειώνουν το κόστος εργασίας, εις βάρος των εργαζομένων δημιουργώντας απορρύθμιση στην αγορά.
Σύμφωνα και με το σχετικό ρεπορτάζ της "Κ" πρόκειται για ένα διαχρονικό ζήτημα, το οποίο στο παρελθόν εντοπιζόταν κυρίως στη ξενοδοχειακή βιομηχανία, ωστόσο σήμερα έχει επεκταθεί με ανησυχητικό τρόπο και στον τομέα των κατασκευών. Όπως τονίστηκε, το φαινόμενο της εγγραφής εικονικών εταιρειών με σκοπό τη μετακίνηση αλλοδαπών εργαζομένων σε άλλη εταιρεία, που ανήκει όμως στον ίδιο εργοδότη, δημιουργεί πολλαπλές και ιδιαίτερα σοβαρές συνέπειες τόσο στους εργαζομένους όσο και στην αγορά απασχόλησης. Ειδικότερα, οι εργαζόμενοι βρίσκονται εκτεθειμένοι, χωρίς τα δικαιώματα και τις απολαβές που αντιστοιχούν στην πραγματική τους απασχόληση. Την ίδια στιγμή, καταγράφεται αύξηση των εργατικών ατυχημάτων, γεγονός που συνδέεται άμεσα με την απουσία των απαραίτητων μέτρων ασφάλειας στα εργοτάξια.
Την κύρια ευθύνη για την τήρηση των μέτρων υγείας και ασφάλειας φέρουν οι εργοδότες, οι οποίοι οφείλουν όχι μόνο να τα επιβάλλουν αλλά και να τα παρέχουν στους εργαζομένους τονίστηκε στον αέρα της εκπομπής ΔΙΑΣΠΟΡΑ ΕΙΔΗΣΕΩΝ.
Το Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων διενεργεί ελέγχους, τόσο αυτεπάγγελτα όσο και κατόπιν αναφορών για μεμπτές πρακτικές και παραβιάσεις της εργατικής νομοθεσίας. Παρ’ όλα αυτά, το φαινόμενο δεν αποτελεί εξαίρεση αλλά, σύμφωνα με τις συντεχνίες και τους εμπλεκόμενους φορείς της αγοράς εργασίας, τείνει να μετατραπεί σε κανόνα.
Η παράνομη αυτή πρακτική λειτουργεί υπογείως, ως ένα «κοινό μυστικό» στον κλάδο, με το ερώτημα που παραμένει να είναι κατά πόσο οι υφιστάμενοι μηχανισμοί ελέγχου επαρκούν ή αν απαιτούνται πιο στοχευμένες και αυστηρές παρεμβάσεις για την ουσιαστική αντιμετώπιση του προβλήματος.




























