Kathimerini.gr
Οι κραδασμοί από τα πλήγματα στο Ιράν και στις γειτονικές αραβικές χώρες τείνουν ήδη να μεταφερθούν στην τουρκική οικονομία και οι τουρκικές αρχές έχουν σπεύσει άμεσα στη λήψη μέτρων, στην προσπάθειά τους να τη θωρακίσουν εγκαίρως. Μολονότι η τουρκική λίρα δεν έδειξε να επηρεάζεται άμεσα στη χθεσινή συνεδρίαση, οι τουρκικές τράπεζες προχώρησαν στην αγορά συναλλάγματος πουλώντας περίπου 5 δισ. δολάρια και αγοράζοντας τουρκικές λίρες σε μια προσπάθεια να στηρίξουν το νόμισμα της γειτονικής χώρας. Με ανάλογες κινήσεις παρενέβησαν, άλλωστε, και στα σχετικά συμβόλαια στην αγορά παραγώγων της τουρκικής λίρας. Παρά το αρνητικό κλίμα, η τουρκική λίρα παρέμεινε σχεδόν σταθερή έναντι του δολαρίου σε μια δραματικά υποτιμημένη ισοτιμία σε σύγκριση με το παρελθόν, καθώς ένα δολάριο αγοράζει 43,97 τουρκικές λίρες.
Ωρες νωρίτερα, το βράδυ της Κυριακής, οι τουρκικές αρχές ανακοίνωσαν σειρά άλλων μέτρων στην αγορά συναλλάγματος, στο χρηματιστήριο μετοχών και στα επενδυτικά funds, προκειμένου να αποτρέψουν τη μεγάλη αστάθεια. Ανάμεσά τους η απαγόρευση των ανοικτών πωλήσεων, δηλαδή της γνωστής και πάντα αμφιλεγόμενης τακτικής του short-selling, μέχρι και τις 6 Μαρτίου, αλλά και η μείωση των απαιτήσεων κεφαλαίου για τη διαπραγμάτευση μετοχών. Παράλληλα, η Τράπεζα της Τουρκίας προχώρησε σε έμμεση αύξηση επιτοκίων αναστέλλοντας τη διαδικασία χρηματοδότησης από δημοπρασίες των repo μιας εβδομάδας. Σχολιάζοντας τις κινήσεις, ο Ονούρ Ιλγκέν, στέλεχος της τράπεζας MUFG Bank Turkey, δήλωσε ότι προβλέπει «σχετικά σταθερή την τουρκική λίρα χάρη στις πωλήσεις συναλλάγματος από την κεντρική τράπεζα, αλλά πτωτικές τάσεις στα ομόλογα της χώρας εξαιτίας της προοπτικής επιτάχυνσης του πληθωρισμού, αλλά και των μέτρων έμμεσης αύξησης των επιτοκίων».
Οι τουρκικές αρχές απαγόρευσαν τις ανοικτές πωλήσεις μετοχών, ενώ η Τράπεζα της Τουρκίας προχώρησε σε έμμεση αύξηση επιτοκίων
Η παρέμβαση στην αγορά συναλλάγματος αντανακλά την ανησυχία των τουρκικών αρχών πως τα πλήγματα στο Ιράν και η απόφαση της Τεχεράνης να κλείσει τα Στενά του Ορμούζ ενδέχεται να πλήξουν καίρια την τουρκική οικονομία. Το χρηματιστήριο της Κωνσταντινούπολης, άλλωστε, δεν είχε την ίδια αντίδραση με το νόμισμα της Τουρκίας καθώς άνοιξε το πρωί με πτώση του δείκτη Borsa Istanbul 100 κατά 5,3%, που περιορίστηκε στη διάρκεια της συνεδρίασης στο 4%. Ωστόσο η κρατική αμυντική και υψηλής κεφαλαιοποίησης βιομηχανία Aselsan Elektronik Sanayi σημείωσε άλμα 7,8%. Η ανησυχία των Αρχών επικεντρώνεται ειδικότερα στην ενεργειακή εξάρτηση της Τουρκίας και στον κίνδυνο να εκτοξευθούν οι τιμές του πετρελαίου, οπότε θα επιταχυνθεί η χρόνια παθογένεια της τουρκικής οικονομίας, ο ήδη υψηλός πληθωρισμός. Οπως σχολιάζουν οικονομικοί αναλυτές, η άνοδος των τιμών του πετρελαίου, συνεπακόλουθο των πληγμάτων στο Ιράν, θα περιορίσει τα περιθώρια της κεντρικής τράπεζας να προχωρήσει σε νέες μειώσεις των επιτοκίων όπως σχεδίαζε για τη συνεδρίαση του Μαρτίου.
Η Τράπεζα της Τουρκίας προέβλεπε μέχρι προσφάτως πως ο πληθωρισμός στη χώρα θα κυμαινόταν ανάμεσα στο 15% και στο 21%, αλλά βάσει μιας τιμής του πετρελαίου γύρω στα 60,9 δολ. το βαρέλι, όταν οι τιμές του «μαύρου χρυσού» κυμαίνονται από χθες σε επίπεδα ανάμεσα στα 70 και τα 80 δολ. το βαρέλι. Μολονότι τα τελευταία στοιχεία φέρουν τον πληθωρισμό της Τουρκίας στο 25%, μέσα στην εβδομάδα αναμένεται να δώσει στη δημοσιότητα τις τελευταίες εκτιμήσεις της για την πορεία του πληθωρισμού που εκτιμάται πως έχει ήδη επιταχυνθεί στο 31%. Η κεντρική τράπεζα πάντως έχει μειώσει επανειλημμένως τα επιτόκια της λίρας τους τελευταίους μήνες, για να τονώσει την ανάπτυξη. Στη συνεδρίαση του Ιανουαρίου τα μείωσε στο 37% από το 38% του Δεκεμβρίου. Η τουρκική οικονομία επιβραδύνεται όπως προδίδουν τα στοιχεία του τελευταίου τριμήνου του περασμένου έτους, όταν η ανάπτυξη περιορίστηκε στο 0,4% από το 1% του τρίτου τριμήνου του 2025. Οικονομολόγοι αποδίδουν την επιβράδυνση στη συγκριτικά με άλλες εποχές περιοριστική νομισματική πολιτική και στο αυξημένο κόστος του δανεισμού.




























