ΚΥΠΕ
Στην αναβάθμιση της μακροπρόθεσμης πιστοληπτικής αξιολόγησης της Κύπρου σε «Α» από «Α-» προχώρησε ο οίκος αξιολόγησης Fitch Ratings, αναθέτοντας σταθερή προοπτική.
Σύμφωνα με τον οίκο, η αναβάθμιση αντικατοπτρίζει τη συνεχιζόμενη ισχυρή δημοσιονομική επίδοση της Κύπρου, συμπεριλαμβανομένης της ταχείας μείωσης του δημοσίου χρέους σε συνδυασμό με τα μεγάλα δημοσιονομικά πλεονάσματα, που είναι σημαντικά ισχυρότερα από τα αντίστοιχα άλλων χωρών, καθώς και την ισχυρή μακροοικονομική επίδοση, που υποστηρίζεται από την αυξημένη διαφοροποίηση της οικονομίας.
Ο οίκος επισημαίνει ότι οι αξιολογήσεις της Κύπρου υποστηρίζονται από κατά κεφαλήν εισόδημα υψηλότερο από τη διάμεσο των χωρών με αξιολόγηση «Α», τις ισχυρές δημοσιονομικές επιδόσεις και την αξιοπιστία της ασκούμενης πολιτικής που διασφαλίζεται από την ιδιότητα του μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωζώνης.
Αυτά τα πλεονεκτήματα, προσθέτει ο Fitch, εξισορροπούνται από δείκτες διακυβέρνησης ελαφρώς ασθενέστερους από τους αντίστοιχους άλλων χωρών, τις ευπάθειες των εξωτερικών οικονομικών μεγεθών, καθώς και από τις περιφερειακές πολιτικές εντάσεις που σχετίζονται με τη διαίρεση του νησιού.
Πλεονάσματα, αποπληρωμή χρέους και ανάπτυξη στα θετικά, αναγνωρίζονται πληθωριστικές πιέσεις
Επεξηγώντας τους βασικούς παράγοντες αξιολόγησης που οδήγησαν στην αναβάθμιση, ο Fitch αναφέρεται στα δημόσια οικονομικά, εκτιμώντας ότι η Κύπρος θα συνεχίσει τη δημοσιονομική υπεραπόδοση, διατηρώντας το υψηλότερο πλεόνασμα της γενικής κυβέρνησης στην ευρωζώνη, ήτοι 3,2% του ΑΕΠ το 2026 (αμετάβλητο σε σύγκριση με το 2025), στηριζόμενο από τον περιορισμό των δαπανών και τη συνεχιζόμενη ισχυρή απόδοση των δημοσίων εσόδων, σε ένα ευνοϊκό μακροοικονομικό περιβάλλον.
«Εκτιμούμε ότι τα δημοσιονομικά πλεονάσματα θα συνεχιστούν με μέσο όρο 2,9% την περίοδο 2027-2028», προσθέτει ο Fitch. «Οι αρχές παραμένουν προσηλωμένες σε ορθές δημοσιονομικές πολιτικές, τις οποίες θεωρούμε αξιόπιστες, δεδομένης της ευρείας συναίνεσης για τη διατήρηση της δημοσιονομικής σταθερότητας, παρά τα μεγάλα περιθώρια αύξησης των δαπανών», συνεχίζει.
Αναφέρει, ακόμα, πως δεν αναμένει σημαντική πρόσθετη δημοσιονομική στήριξη για την αντιστάθμιση των υψηλότερων τιμών ενέργειας πέραν των μέτρων που έχουν ήδη θεσπιστεί, τα οποία εκτιμώνται στο 0,2% του ΑΕΠ. Επισημαίνει ακόμη ότι η φορολογική μεταρρύθμιση δεν έχει μειώσει ουσιαστικά τα έσοδα μέχρι στιγμής.
Αναφορικά με το χρέος της κεντρικής Kυβέρνησης, ο Fitch εκτιμά πως αυτό αναμένεται να μειωθεί ταχύτατα στο 46,3% του ΑΕΠ το 2026 από 52,4% το 2025, και περαιτέρω στο 36,6% έως το 2028, χάρη στα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα και την ισχυρή ονομαστική ανάπτυξη.
«Αυτό συνεπάγεται μια εντυπωσιακή πτώση κατά 77 ποσοστιαίες μονάδες από την κορύφωσή του το 2020 (μία από τις οξύτερες μειώσεις παγκοσμίως), τοποθετώντας τον δείκτη χρέους πολύ κάτω από τη διάμεσο του 'Α' (59,5%)», σημειώνει ο Fitch. Διευκρινίζει πως μετά το 2028 η μείωση του χρέους θα επιβραδυνθεί, καθώς τα πλεονάσματα αναμένεται να χρησιμοποιηθούν για την αποπληρωμή του ενδοκυβερνητικού χρέους προς το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων.

Αναφορικά με τις δαπάνες για τόκους, ο Fitch σημειώνει ότι ανέρχονται σε μόλις 1,1% του ΑΕΠ το 2025. Προσθέτει ότι, αν και προβλέπεται αύξηση στο 1,5% το 2028 λόγω της αναχρηματοδότησης με υψηλότερα επιτόκια, το κόστος παραμένει χαμηλό για τα ιστορικά δεδομένα, σημειώνοντας πως «τα ρευστά διαθέσιμα ύψους 7,3% του ΑΕΠ προσφέρουν επιπλέον ευελιξία».
Αναφορικά με τις προοπτικές ανάπτυξης, ο Fitch προβλέπει ανθεκτικό ρυθμό ανάπτυξης του ΑΕΠ ύψους 3% για την Κύπρο κατά την περίοδο 2026–2028, ο οποίος υπερβαίνει τον μέσο όρο της Ευρωζώνης και τη διάμεσο των χωρών με αξιολόγηση «Α». «Αυτή η δυναμική τροφοδοτείται από την ισχυρή εγχώρια κατανάλωση και τη συνεχιζόμενη θετική πορεία του τομέα των υπηρεσιών», σημειώνει ο οίκος.
Επισημαίνει, εξάλλου, πως οι κίνδυνοι που σχετίζονται με την κρίση στη Μέση Ανατολή δεν έχουν υλοποιηθεί, καθώς η οικονομία ανέκαμψε ταχύτατα μετά την αποδυνάμωση του οικονομικού κλίματος κατά την περίοδο Απριλίου–Μαΐου.
«Οι πρόσφατες αναθεωρήσεις δεδομένων υποδεικνύουν πολύ ισχυρότερη αναπτυξιακή απόδοση την περίοδο 2022-2025 (κατά μέσο όρο 6,6% ετησίως) από ό,τι είχε εκτιμηθεί προηγουμένως, υπογραμμίζοντας θετικές δευτερογενείς επιπτώσεις από τις επενδύσεις και τη διαφοροποίηση του τομέα των υπηρεσιών», σημειώνει ο Fitch, προσθέτοντας ότι το ΑΕΠ κατά κεφαλήν έχει πλέον συγκλίνει με τον μέσο όρο της ευρωζώνης.
Αναφέρει, ακολούθως, ότι η Κύπρος διαθέτει ευρύ επενδυτικό χαρτοφυλάκιο, το οποίο, σε συνδυασμό με την αυξανόμενη παραγωγικότητα σε βασικούς κλάδους όπως ο τομέας της πληροφορικής και επικοινωνιών (ICT), αναμένεται να υποστηρίξει τη συνεχιζόμενη ισχυρή ανάπτυξη μεσοπρόθεσμα, με τη δυνητική ανάπτυξη να εκτιμάται στο 3%.
Aναφορικά με την αγορά εργασίας, ο Fitch σημειώνει ότι «είναι σταθερή, με ιστορικά υψηλά ποσοστά συμμετοχής και ανεργία που προβλέπεται να διαμορφωθούν κατά μέσο όρο μόνο στο 3,8% κατά την περίοδο πρόβλεψης, στηρίζοντας την ιδιωτική κατανάλωση».
Επισημαίνει, πάντως, βραχυπρόθεσμους κινδύνους, που «επικεντρώνονται στις πληθωριστικές πιέσεις και την επίδρασή τους στην κατανάλωση, ενώ οι εξωτερικές ευπάθειες- συμπεριλαμβανομένου του μεγάλου ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών και της χαμηλού βαθμού ενεργειακής ανεξαρτησίας - θα παραμείνουν μια βασική μεσοπρόθεσμη πρόκληση".
Ο οίκος σημειώνει στην αξιολόγησή του ότι ο εναρμονισμένος πληθωρισμός ήταν 5,2% τον Σεπτέμβριο από μόλις 0,9% τον Φεβρουάριο, αντανακλώντας την υψηλή εξάρτηση από τις εισαγωγές ορυκτών καυσίμων και τις αυξημένες τιμές των υπηρεσιών.
Αναφέρει ότι οι πιέσεις στους μισθούς παραμένουν μέτριες, αλλά εκτιμά ότι θα υπάρξιε μέτρια αύξηση της πίεσης αυτής από το 2027, καθώς θα ενεργοποιηθούν οι προσαρμογές της τιμαριθμικής αναπροσαρμογής, αν και με πολύ χαμηλότερους ρυθμούς σε σχέση με την περίοδο 2022-2023. «Βλέπουμε ότι ο πληθωρισμός θα διαμορφωθεί κατά μέσο όρο στο 2,5% το 2027-2028, από 4% το 2026, αντανακλώντας το χαμηλότερο προβλεπόμενο κόστος ενέργειας», αναφέρει ο οίκος.
Όσον αφορά το εξωτερικό ισοζύγιο, ο Fitch αναμένει ότι το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών θα παραμείνει μεγάλο την περίοδο 2026-2028 (με μέσο όρο 8,1% του ΑΕΠ), καθώς το εμπορικό έλλειμμα επηρεάζεται από το υψηλότερο κόστος ενέργειας και τη συγκράτηση της ισχυρής ανάπτυξης των εξαγωγών υπηρεσιών που καταγράφηκε τα προηγούμενα έτη.
Ως θετική αποτιμά ο οίκος την γρήγορη ανάκαμψη στον τουρισμό, μετά την επιβράδυνση που σημειώθηκε, με το ξέσπασμα του πολέμου στη Μέση Ανατολή. «Όπως και τα προηγούμενα έτη, οι σταθερές εισροές Ξένων Άμεσων Επενδύσεων (FDI) θα χρηματοδοτήσουν εξ ολοκλήρου το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών», σημειώνει ο Fitch, προσθέτοντας, όμως, ότι «η εξάρτηση από μεγάλους όγκους κεφαλαιακών ροών σε ένα περιβάλλον γεωπολιτικών κινδύνων και κινδύνων ασφαλείας, καθώς και οι πιθανές μεταβολές στο επενδυτικό κλίμα, υπογραμμίζουν μια επίμονη ευπάθεια».
Αναφορικά με τον τραπεζικό τομέα, ο Fitch σημειώνει ότι παρέμεινε ανθεκτικός κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026, με το σύστημα να διαθέτει ισχυρή φερεγγυότητα, ρευστότητα και κερδοφορία.
Ο δείκτης κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1 (CET1) ανήλθε στο 25,5% τον Ιούνιο του 2026, ο οποίος είναι ο υψηλότερος στην Ευρωπαϊκή Ένωση, παρέχοντας στις τράπεζες μεγάλα αποθέματα ασφαλείας σε περίπτωση κυκλικής κάμψης της οικονομίας.
Ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ) παρέμεινε στο χαμηλό 1,6% το πρώτο εξάμηνο του 2026 από την κορύφωσή του κοντά στο 45% το 2015, αναδεικνύοντας τη σημαντική πρόοδο στην αντιμετώπιση των παλαιότερων προκλήσεων.
Όσον αφορά τους παράγοντες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αρνητική αξιολόγηση, ο οίκος αναφέρεται σε απότομη αύξηση του δείκτη δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ, για παράδειγμα, λόγω παρατεταμένης δημοσιονομικής χαλάρωσης. Όσον αφορά το μακροοικονομικό περιβάλλον, αναφέρεται σε ένα εξωτερικό σοκ που θα ενέτεινε τις εξωτερικές ευπάθειες και θα οδηγούσε σε παρατεταμένη επιβράδυνση της οικονομικής ανάπτυξης.
Ως παράγοντες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αναβάθμιση περιλαμβάνονται η μείωση της ευπάθειας σε εξωτερικά σοκ, για παράδειγμα λόγω διαρθρωτικής μείωσης των μεγάλων ελλειμμάτων του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών ή/και αυξημένης ανθεκτικότητας σε γεωπολιτικά σοκ.
Στους παράγοντες συγκαταλέγεται, τέλος, και ενδεχόμενη σημαντική βελτίωση του κατά κεφαλήν ΑΕΠ και των δεικτών διακυβέρνησης προς τα επίπεδα των χωρών με υψηλότερη αξιολόγηση (peers).




























