Kathimerini.gr
Όταν η θερμοκρασία ξεπερνά τα όρια ασφαλείας, ορισμένοι Ευρωπαίοι εργαζόμενοι μπορούν να μείνουν στο σπίτι με αποδοχές, άλλοι μετακινούν τη βάρδιά τους στις πιο δροσερές ώρες και εκατομμύρια εξακολουθούν να εργάζονται χωρίς σαφές θεσμικό δίχτυ προστασίας. Η αποκαλούμενη «άδεια καύσωνα» αρχίζει να μπαίνει στο ευρωπαϊκό εργασιακό λεξιλόγιο, δεν αποτελεί όμως ενιαίο ή αυτόματο δικαίωμα. Η Ισπανία διαθέτει πληρωμένη «κλιματική άδεια», η Ιταλία ενεργοποιεί μηχανισμό εισοδηματικής στήριξης όταν διακόπτεται η εργασία, ενώ χώρες όπως η Ελλάδα επιβάλλουν έκτακτες παύσεις συγκεκριμένων δραστηριοτήτων και ωρών.
Η διαφορά δεν είναι απλώς νομική. Καθορίζει ποιος αναλαμβάνει το οικονομικό κόστος όταν η ζέστη καθιστά αδύνατη ή επικίνδυνη την εργασία: ο εργαζόμενος, η επιχείρηση ή το κράτος.
Περίπου 130 εκατ. εργαζόμενοι στην Ευρώπη εκτίθενται κάθε χρόνο σε θερμική καταπόνηση στον χώρο εργασίας, σύμφωνα με έρευνα του European Trade Union Institute. Η έκθεση στη ζέστη συνδέεται, βάσει των ίδιων εκτιμήσεων, με 277.000 τραυματισμούς και 230 θανάτους ετησίως.
Παράλληλα, η έρευνα OSH Pulse 2025 της EU-OSHA έδειξε ότι ένας στους πέντε εργαζομένους στην Ε.Ε. είχε εκτεθεί σε ακραία ζέστη κατά τους προηγούμενους 12 μήνες. Το ποσοστό έφτανε στο 35% στη γεωργία, στη δασοκομία και στην αλιεία, ενώ περίπου ένας στους τέσσερις εργαζομένους στις κατασκευές και στην ενέργεια δήλωσε αντίστοιχη έκθεση. Σχεδόν ένας στους δέκα ανέφερε συμπτώματα όπως ζάλη, κράμπες ή θερμοπληξία. Το οικονομικό αποτύπωμα είναι επίσης σημαντικό. Ο Ανδρέας Φλουρής, καθηγητής Φυσιολογίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας και ένας από τους συντάκτες της έρευνας του ETUI, υπολογίζει ότι σε έναν μέσο καύσωνα η απώλεια παραγωγικότητας φτάνει στο 20%-25% στη νότια Ευρώπη, έναντι 8%-14% στην κεντρική Ευρώπη και 3%-6% στις σκανδιναβικές χώρες.
Το ισπανικό μοντέλο
Η Ισπανία έχει προχωρήσει περισσότερο από τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, θεσπίζοντας το 2024 την αποκαλούμενη «κλιματική άδεια». Η ρύθμιση προβλέπει έως τέσσερις ημέρες πληρωμένης απουσίας όταν ένας εργαζόμενος δεν μπορεί να φτάσει στον χώρο εργασίας λόγω περιορισμών ή απαγορεύσεων μετακίνησης που έχουν επιβάλει οι Αρχές ή όταν υπάρχει σοβαρός και άμεσος κίνδυνος από φυσική καταστροφή ή ακραίο καιρικό φαινόμενο. Εφόσον οι συνθήκες συνεχιστούν πέραν των τεσσάρων ημερών, οι επιχειρήσεις μπορούν να προσφύγουν σε προσωρινή αναστολή ή μείωση της απασχόλησης λόγω ανωτέρας βίας, μέσω του μηχανισμού ERTE, εκτός εάν είναι εφικτή η τηλεργασία. Η συγκεκριμένη πρόβλεψη θεσπίστηκε μετά τις καταστροφικές πλημμύρες στη Βαλένθια και δεν δημιουργήθηκε αποκλειστικά για τους καύσωνες. Μπορεί, όμως, να εφαρμοστεί και σε ακραία ζέστη, όταν πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις.
Σε Ιταλία και Βέλγιο
Στην Ιταλία δεν υπάρχει ενιαίο εθνικό όριο θερμοκρασίας που να σταματά αυτομάτως την εργασία. Εφαρμόζεται ένα μωσαϊκό περιφερειακών αποφάσεων, πρωτοκόλλων και εισοδηματικών ενισχύσεων. Οι περιφέρειες μπορούν να απαγορεύουν τις υπαίθριες εργασίες συνήθως από τις 12.30 έως τις 16.00, όταν οι μετεωρολογικές προβλέψεις δείχνουν υψηλό κίνδυνο για εργαζομένους που εκτίθενται στον ήλιο και εκτελούν βαριά σωματική εργασία. Το 2025, ανάλογες αποφάσεις εφαρμόστηκαν σε 18 από τις 20 περιφέρειες και επηρέασαν περισσότερους από 2,3 εκατ. εργαζομένους, σύμφωνα με το Reuters. Οταν η εργασία αναστέλλεται ή περιορίζεται λόγω υψηλών θερμοκρασιών, οι επιχειρήσεις μπορούν να ζητήσουν από το INPS την ενεργοποίηση του μηχανισμού συμπλήρωσης μισθού. Ως γενικό σημείο αναφοράς χρησιμοποιούνται οι 35 βαθμοί Κελσίου, λαμβάνεται όμως υπόψη και η αισθητή θερμοκρασία, καθώς και το είδος της εργασίας. Το Βέλγιο ακολουθεί ένα πιο τεχνικό σύστημα. Τα όρια βασίζονται στον δείκτη WBGT, ο οποίος συνυπολογίζει, εκτός από τη θερμοκρασία, την υγρασία, την ηλιακή ακτινοβολία και άλλες συνθήκες που επηρεάζουν την ικανότητα του ανθρώπινου σώματος να ψύχεται.
Το όριο διαμορφώνεται στους 29 βαθμούς για ελαφριά εργασία, στους 26 για μέτρια, στους 22 για βαριά και στους 18 για πολύ βαριά σωματική εργασία. Οταν ξεπερνιούνται τα επίπεδα αυτά, ο εργοδότης οφείλει να παρέχει νερό, προστασία από τον ήλιο και εξαερισμό. Εάν η επιβάρυνση συνεχιστεί, πρέπει να προβλέπονται διαλείμματα, ενώ μπορεί να ενεργοποιηθεί προσωρινή ανεργία με κρατική αποζημίωση.
Γαλλία και Γερμανία
Στη Γερμανία δεν υφίσταται αυτόματο δικαίωμα αποχώρησης από την εργασία λόγω ζέστης. Οι τεχνικοί κανόνες προβλέπουν ότι, όταν η θερμοκρασία σε έναν κλειστό χώρο υπερβαίνει τους 26 βαθμούς, πρέπει να εξετάζονται παρεμβάσεις. Πάνω από τους 30 βαθμούς απαιτούνται ουσιαστικότερα μέτρα, όπως αλλαγή ωραρίου, σκίαση, αερισμός και πρόσθετα διαλείμματα. Σε θερμοκρασίες άνω των 35 βαθμών ο χώρος θεωρείται ακατάλληλος για εργασία, εκτός εάν εφαρμοστούν ειδικά μέτρα προστασίας αντίστοιχα με εκείνα που χρησιμοποιούνται σε περιβάλλοντα υψηλής θερμότητας.
Η Γαλλία ενίσχυσε από την 1η Ιουλίου 2025 τις υποχρεώσεις των εργοδοτών, συνδέοντας τα μέτρα προστασίας με τα επίπεδα προειδοποίησης της Météo-France. Οι επιχειρήσεις πρέπει να προσαρμόζουν τα ωράρια, να περιορίζουν την έκθεση, να παρέχουν δροσερό νερό και εξοπλισμό προστασίας και να εντάσσουν τη ζέστη στην αξιολόγηση επαγγελματικού κινδύνου. Δεν προβλέπεται, πάντως, ανώτατη νόμιμη θερμοκρασία ούτε γενικευμένη «κλιματική άδεια». Ιδίως στις κατασκευές, οι περίοδοι πορτοκαλί ή κόκκινης προειδοποίησης μπορούν να δικαιολογήσουν αποζημίωση για τη διακοπή των εργασιών.
Συζήτηση στις Βρυξέλλες
Το κατακερματισμένο ευρωπαϊκό πλαίσιο έχει πλέον φτάσει στην ατζέντα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Στη δεύτερη φάση διαβούλευσης για το Quality Jobs Act, η οποία ξεκίνησε στις 20 Ιουλίου 2026, η Κομισιόν αναγνωρίζει ότι οι κίνδυνοι από τη ζέστη και τα ακραία καιρικά φαινόμενα δεν αντιμετωπίζονται επαρκώς από το υφιστάμενο σύστημα. Μεταξύ των επιλογών που εξετάζονται είναι η υποχρεωτική ένταξη του θερμικού κινδύνου στις αξιολογήσεις ασφαλείας των εργοδοτών και η αναθεώρηση της ευρωπαϊκής οδηγίας για τους χώρους εργασίας. Η Επιτροπή επισημαίνει μάλιστα ότι το σημερινό πλαίσιο εξαιρεί αγρούς, δάση και άλλες εκτάσεις γεωργικών ή δασικών επιχειρήσεων που βρίσκονται μακριά από τα κτίριά τους, παρότι οι συγκεκριμένοι εργαζόμενοι συγκαταλέγονται στους περισσότερο εκτεθειμένους.
Οι ευρωπαϊκές συνδικαλιστικές οργανώσεις ζητούν δεσμευτικά όρια θερμικής καταπόνησης, πληρωμένα διαλείμματα, νερό, σκιά, προσαρμογή των ωραρίων και εγγύηση ότι η διακοπή της εργασίας δεν θα μεταφέρει την απώλεια εισοδήματος στον εργαζόμενο.




























