Η κυβερνήτης της Νέας Υόρκης Κάθι Χόκουλ έχει μεν εναντιωθεί στην αύξηση ορισμένων φόρων που προτείνει ο δήμαρχος της πόλης, αλλά τάσσεται υπέρ ενός φόρου πολυτελείας, που θα στοχεύει κυρίως σε όσους βαθύπλουτους κατοικούν στα προάστια της Νέας Υόρκης. Θα προτείνει επισήμως έναν ετήσιο φόρο σε όσες δεύτερες κατοικίες βρίσκονται στην περιφέρεια της Νέας Υόρκης και είναι αξίας μεγαλύτερης των 5 εκατ. δολαρίων.
Το ακριβές κόστος του πρόσθετου φόρου δεν έχει ακόμη εκτιμηθεί, αλλά η κυβερνήτης ελπίζει πως θα αντλεί 500 εκατ. δολ. ετησίως ώστε να καλύψει το έλλειμμα της πόλης, που υπολογίζεται ότι θα φτάσει στα 5,4 δισ. δολ. το επόμενο οικονομικό έτος. Οπως τόνισε η ίδια σε γραπτή ανακοίνωσή της, «η Νέα Υόρκη είναι η μεγαλύτερη πόλη στον κόσμο και όσοι ζουν σε αυτήν δεν πρέπει να αναλαμβάνουν όλο το βάρος» και διευκρίνισε ότι «αν μπορείτε να έχετε δεύτερη κατοικία αξίας 5 εκατ. δολ., που παραμένει άδεια το μεγαλύτερο μέρος του έτους, τότε μπορείτε να συνεισφέρετε όπως όλοι οι άλλοι Νεοϋορκέζοι». Οι σύμβουλοι της κ. Χόκουλ υποστηρίζουν πως ο πρόσθετος φόρος θα μπορούσε να οριστεί κλιμακωτά με υψηλότερο συντελεστή σε όσες κατοικίες είναι υψηλότερης αξίας. Η κυβερνήτης σκοπεύει να συμπεριλάβει τον νέο φόρο στον προϋπολογισμό της πολιτείας, που είναι ακόμη υπό διαπραγμάτευση.
Πολλά δημοσιεύματα έχουν αποκαλύψει ότι πολλές από τις μεγάλες και ακριβές κατοικίες στο Μανχάταν ανήκουν σε ξένους επενδυτές, που περνούν ελάχιστο χρόνο σε αυτές. Σύμφωνα με την επιθεώρηση στέγης και κενών κατοικιών της Νέας Υόρκης, έρευνα που διεξάγεται ανά τρία έτη, το 2023 περίπου 59.000 ακίνητα χρησιμοποιούνται μόνον «εποχιακά, περιστασιακά ή για ψυχαγωγία». Ο αριθμός ήταν μεγαλύτερος το 2017, οπότε έφτανε στις 75.000. Ο δήμαρχος της Νέας Υόρκης Ζοράν Μαμντάνι συντάχθηκε με την πρόταση της κ. Χόκουλ και την επαίνεσε, γιατί διευκολύνει «την αντιμετώπιση του δημοσιονομικού ελλείμματος των Αρχών της πόλης ώστε να συνδράμουν οι πλούσιοι τα δέοντα». Η κ. Χόκουλ, μετριοπαθής Δημοκρατική που θα ξαναβάλει υποψηφιότητα, έχει ταχθεί κατά των αυξήσεων φόρων που προτείνει ο δήμαρχος προκειμένου να χρηματοδοτήσει τα φιλόδοξα σχέδιά του για παροχή φροντίδας των παιδιών σε όλους και δωρεάν λεωφορεία. Εχει ωστόσο ταχθεί υπέρ των σχεδίων του για τη φροντίδα των παιδιών και τις υπηρεσίες που προσφέρει η πόλη.
Δεν είναι η πρώτη φορά που οι εκλεγμένοι άρχοντες της πολιτείας της Νέας Υόρκης θέτουν στο στόχαστρό τους τους βαθύπλουτους ιδιοκτήτες κατοικιών στην πόλη της Νέας Υόρκης. Αντίστοιχους νόμους έχουν προωθήσει κατά καιρούς οι Αρχές στο Ολμπανι. Το 2014, μία από τις προτάσεις προέβλεπε πως οι ιδιοκτήτες με κατοικίες αξίας από 5 εκατ. έως 6 εκατ. δολ. θα καταβάλλουν το 0,5% του τμήματος της αξίας των κατοικιών, που υπερβαίνει τα 5 εκατ. δολ. Η φορολόγηση θα αυξανόταν σταδιακά, με τους ιδιοκτήτες κατοικιών αξίας άνω των 25 εκατ. δολ. να καταβάλλουν ετήσιο φόρο ύψους 370.000 δολ. συν το 4% του τμήματος της τιμής πάνω από τα 25 εκατ. δολ. Αντίστοιχη πρόταση το 2019 είχε μεγάλη υποστήριξη, όταν έγινε γνωστό ότι ο Κένεθ Γκρίφιν, δισεκατομμυριούχος και ιδιοκτήτης hedge fund, είχε αγοράσει διαμέρισμα αξίας 238 εκατ. δολ. στο νότιο μέρος του Σέντραλ Παρκ. Τελικά η πρόταση απορρίφθηκε μετά τη συντονισμένη εκστρατεία που διεξήγαγαν πολιτικά πανίσχυροι κατασκευαστές κατοικιών, υποστηρίζοντας ότι ο προτεινόμενος φόρος θα απέφερε πολύ λιγότερα έσοδα από όσα είχε εκτιμηθεί και θα έπληττε την οικονομία της πόλης αφού θα αποθάρρυνε την αγορά δεύτερης κατοικίας.
Πηγή: The New York Times



























