Kathimerini.gr
Οι τιμές του πετρελαίου υποχώρησαν σε επίπεδα που είχαν παρατηρηθεί πριν από την έναρξη του πολέμου στο Ιράν, καθώς οι προσδοκίες για αύξηση της προσφοράς από τη Μέση Ανατολή υπερίσχυσαν των ανησυχιών για τη ζήτηση, αφού τα δεξαμενόπλοια που είχαν αποκλειστεί στον Περσικό Κόλπο για μήνες άρχισαν να αποχωρούν από τα Στενά του Ορμούζ, ενώ αναλυτές εκτιμούν ότι η αγορά πετρελαίου θα βρεθεί σύντομα σε πλεόνασμα. Την ίδια στιγμή και οι τιμές των αεροπορικών καυσίμων έχουν καταγράψει υποχώρηση, με τις αεροπορικές να αναμένεται να εξοικονομήσουν δισεκατομμύρια σε λειτουργικό κόστος, κάτι που ωστόσο δεν αναμένεται να μεταφραστεί άμεσα σε φθηνότερα αεροπορικά εισιτήρια για τους ταξιδιώτες.
Η τιμή του αργού πετρελαίου Brent υποχώρησε χθες έως και τα 72,24 δολάρια το βαρέλι και το αμερικανικό αργό West Texas Intermediate στα 69,19 δολ., επίπεδα που είχαν σημειωθεί πριν από τις 27 Φεβρουαρίου, με τις αγορές να διαγράφουν έτσι το γεωπολιτικό premium που είχε προκαλέσει ο πόλεμος. Σημειώνεται ότι το Brent είχε εκτοξευθεί στα 126 δολάρια τον Απρίλιο, ενώ το WTI είχε σκαρφαλώσει έως και τα 113 δολάρια.
Περίπου 35 εκατ. βαρέλια πετρελαίου έχουν εξέλθει από την περιοχή του Περσικού Κόλπου μέσω των Στενών του Ορμούζ από την υπογραφή της συμφωνίας, σύμφωνα με την εταιρεία ανάλυσης ναυτιλιακών στοιχείων Kpler. Περισσότερα από 70 πλοία διέσχισαν την πλωτή οδό από την Τετάρτη, αν και πολύ λιγότερα από τα πάνω από 130 πλοία ημερησίως πριν από τον πόλεμο.
Η σύγκρουση εγκλώβισε περισσότερα από ένα δισ. βαρέλια πετρελαίου στον Κόλπο, καθώς διακόπηκε η παραγωγή και οι εξαγωγές μέσω των Στενών σταμάτησαν.
Πάντως, το ναυτικό του σώματος των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης προειδοποίησε την Πέμπτη ότι η ασφαλής διέλευση από τα Στενά του Ορμούζ θα επιτρέπεται μόνο μέσω διαδρομών που έχει ορίσει η Τεχεράνη, τονίζοντας ότι οι κίνδυνοι για τη βασική ναυτιλιακή οδό παραμένουν. Πρόσθεσε επίσης ότι τα πλοία που παραβιάζουν τις οδηγίες θα «αντιμετωπίσουν μέτρα».
Σε κάθε περίπτωση, όπως επισημαίνει η UBS, το μεγαλύτερο μέρος της αύξησης των ροών από τον Κόλπο αφορά πλοία που εξέρχονται από τα Στενά. Η σημαντική αύξηση των εισερχόμενων ροών, η οποία θα σημάνει την επιστροφή στην κανονικότητα, απαιτεί την επιστροφή της εμπιστοσύνης στη ναυτιλία ώστε να επιτραπεί η ομαλοποίηση των ασφαλίστρων.
Η Citigroup, πάντως, σημείωσε ότι τα χειρότερα πιθανότατα έχουν περάσει για τις αγορές εμπορευμάτων και αναμένει ότι το Brent θα υποχωρήσει στα 60 έως 65 δολάρια το βαρέλι τους επόμενους έξι έως δώδεκα μήνες, καθώς οι ροές στο Ορμούζ ομαλοποιούνται. Παράλληλα, εκτιμά ότι οποιοδήποτε ράλι του πετρελαίου το καλοκαίρι (λόγω logistics ή καιρικών συνθηκών π.χ.) θα αποδειχθεί προσωρινό. Κατά την άποψη της Citi, η ομαλοπoίηση των ροών και των τιμών πετρελαίου θα οδηγήσει την προσοχή και πάλι στα αδύναμα θεμελιώδη στοιχεία της υποκείμενης αγοράς πετρελαίου, συμπεριλαμβανομένου ενός πλεονάσματος τεσσάτων εκατ. βαρελιών την ημέρα έως το 2027, δίνοντας περιθώριο για αύξηση των αποθεμάτων παγκοσμίως.
Πλεόνασμα αναμένει και η Capital Economics, εκτιμώντας ότι οι ενεργειακές ροές από τη Μέση Ανατολή θα αυξηθούν περαιτέρω κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου και θα φτάσουν στο 80% των προ του πολέμου επιπέδων μέχρι τα μέσα Σεπτεμβρίου. Συνολικά, προβλέπει ότι η τιμή του αργού πετρελαίου Brent θα κλείσει το 2026 κοντά στα 75 δολάρια, ενώ θα μειωθεί στα 60 μέχρι το τέλος του 2027 και στα 50 δολάρια το 2028. «Εάν η ειρηνευτική συμφωνία ΗΠΑ – Ιράν διατηρηθεί, η προσφορά στην αγορά πετρελαίου θα ομαλοποιηθεί τους επόμενους έξι μήνες, όταν και αναμένουμε να επανέλθει η υπερπροσφορά πετρελαίου και οι τιμές να μειωθούν από το 2027 και μετά», εξηγεί ο οίκος.
Παρόλο που οι τιμές των αεροπορικών καυσίμων δεν αντικατοπτρίζουν ακριβώς τις τιμές του αργού πετρελαίου, γενικά ακολουθούν την ίδια τάση, με τις χαμηλότερες τιμές του αργού να αναμένεται να μειώσουν ένα από τα μεγαλύτερα λειτουργικά κόστη των αεροπορικών εταιρειών τις επόμενες εβδομάδες. Οι τιμές των αεροπορικών καυσίμων στην Ευρώπη, που ήταν κατά μέσον όρο στα 85-90 δολάρια το βαρέλι πριν από τις επιδρομές στο Ιράν τον Φεβρουάριο και κορυφώθηκαν τον Μάρτιο στα 170 δολάρια, οδηγώντας τις αεροπορικές εταιρείες να αυξήσουν τα ναύλα ώστε να αντισταθμίσουν το αυξανόμενο κόστος των καυσίμων, πλέον έχουν υποχωρήσει αρκετά κάτω από τα 120 δολάρια, σύμφωνα με τη Διεθνή Ενωση Αερομεταφορών (ΙΑΤΑ).
Παρ’ όλα αυτά, οι επιβάτες είναι απίθανο να δουν άμεση ανακούφιση. Η περιορισμένη χωρητικότητα μπορεί να επιτρέψει στους αερομεταφορείς να διατηρήσουν τα ναύλα πολύ πάνω από τα προπολεμικά επίπεδα, ενώ οι περισσότερες αεροπορικές έχουν ήδη διαμορφώσει τη δομή του κόστους τους για τους επόμενους τρεις έως τέσσερις μήνες. Παράλληλα, η ισχυρή ταξιδιωτική ζήτηση δείχνει ότι οι καταναλωτές εξακολουθούν να είναι πρόθυμοι να πληρώσουν ακριβότερα εισιτήρια προκειμένου να πραγματοποιήσουν τα ταξίδια τους. Σύμφωνα με αναλυτές, οι αεροπορικές ίσως εξετάσουν το ενδεχόμενο μειώσεων των τιμών από το φθινόπωρο, όταν η ζήτηση παραδοσιακά υποχωρεί.




























