ΚΥΠΕ
Στο μεγάλο κοινωνικό ζήτημα της στέγασης εστίασε ο υπουργός Εσωτερικών, Κωνσταντίνος Ιωάννου, την ενημέρωσή του σε δημοσιογράφους διαπιστευμένους στις Βρυξέλλες που επισκέπτονται την Κύπρο, τονίζοντας ότι απαιτείται συντονισμένη ευρωπαϊκή απάντηση στην στεγαστική κρίση.
Σε μια ευρεία συζήτηση στο Δημαρχείο Λευκωσίας, ο υπουργός τόνισε ότι «η κρίση στέγασης δεν είναι πια περιθωριακό θέμα».
Έχει, είπε, «ευρύ και βαθύ αντίκτυπο στην κοινωνική συνοχή, στην οικονομική ανθεκτικότητα, στη δημογραφική εξέλιξη, στην κινητικότητα των εργαζομένων και, τελικά, στην εμπιστοσύνη των πολιτών προς τους θεσμούς».
Χωρίς πρόσβαση σε προσιτή και αξιοπρεπή στέγη, επισήμανε κ. Ιωάννου, «δεν μπορούμε να προσελκύσουμε και να διατηρήσουμε εργαζόμενους, να στηρίξουμε οικογένειες και να ενισχύσουμε την ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης».
«Απαιτείται συντονισμένη ευρωπαϊκή απάντηση», τόνισε ο υπουργός Εσωτερικών, σημειώνοντας πως παρότι η στεγαστική πολιτική παραμένει εθνική αρμοδιότητα, «οι αιτίες της κρίσης ξεπερνούν τα σύνορα».
«Είναι πλέον σαφές ότι απαιτείται συντονισμένη ευρωπαϊκή απάντηση» επανέλαβε ενώ ξεκαθάρισε ότι «η αντιμετώπιση της προσιτής στέγασης δεν είναι κοινωνική δαπάνη, αλλά επένδυση στην ανθεκτικότητα και το μέλλον της Ευρώπης».
Σύμφωνα με τον υπουργό Εσωτερικών, η κυπριακή προεδρία θα προωθήσει τους τέσσερις πυλώνες για την προσιτή στέγη, σύμφωνα και με το Ευρωπαϊκό Σχέδιο Προσιτής Στέγασης. «Πρώτον, αύξηση της προσφοράς μέσω άρσης εμποδίων και επιτάχυνσης των αδειοδοτήσεων, δεύτερον, κινητοποίηση δημόσιων και ιδιωτικών επενδύσεων, τρίτον, άμεση στήριξη των πολιτών με μέτρα κατά της ενεργειακής φτώχειας, και τέταρτον, στοχευμένη προστασία των πιο ευάλωτων νοικοκυριών», ανέφερε.
Ο κ. Ιωάννου αναγνώρισε ότι «οι βραχυχρόνιες μισθώσεις πιέζουν την αγορά» ενώ αναφερόμενος στα Airbnb και τις βραχυχρόνιες μισθώσεις σχολίασε ότι σε πολλές πόλεις της Ευρώπης όπως στη Μαδρίτη και τη Λισαβόνα, αλλά και την Αθήνα υπάρχει πλέον σοβαρό πρόβλημα για την προσφορά κατοικιών. Εξήγησε ότι «όλο και περισσότεροι ιδιοκτήτες βρίσκουν πιο κερδοφόρο να διαθέτουν τα ακίνητά τους σε τουρίστες αντί στη μόνιμη κατοικία, γεγονός που εκτοξεύει τις τιμές και περιορίζει τις επιλογές για τον τοπικό πληθυσμό».
Όσον αφορά την διαχείριση που γίνεται σε κυπριακό επίπεδο, ο υπουργός Εσωτερικών παρουσίασε τη στρατηγική της δραστικής μείωσης του χρόνου αδειοδότησης. «Μειώσαμε τον χρόνο αδειοδότησης από ενάμιση χρόνο σε 40 έως 80 εργάσιμες ημέρες, ανάλογα με το έργο. Αυτό επιτρέπει στα σπίτια να μπαίνουν στην αγορά πολύ πιο γρήγορα».
Σχετικά με τα κίνητρα προς τους κατασκευαστές, τόνισε ότι «η Κύπρος παρέχει αυξημένο συντελεστή δόμησης –έως και 45% επιπλέον– με την υποχρέωση τα επιπλέον διαμερίσματα να διατίθενται ως προσιτή κατοικία».
«Αν δεν αυξήσουμε την προσφορά, απλώς ανεβάζουμε τις τιμές», προειδοποίησε ο κ. Ιωάννου. «Αν περιοριστούμε μόνο σε οικονομική στήριξη προς τους πολίτες χωρίς να αυξήσουμε την προσφορά κατοικιών, απλώς θα ωθήσουμε τις τιμές ακόμη ψηλότερα», ανέφερε.
«Η λύση βρίσκεται στη σωστή ισορροπία: περισσότερα σπίτια στην αγορά και στοχευμένη βοήθεια σε όσους έχουν πραγματική ανάγκη», πρόσθεσε.
Ο υπουργός αναφέρθηκε ρητά και στη συνεργασία με άλλες πόλεις και χώρες, κυρίως μέσα από το νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο, αναφερομενος στην Ευρωπαϊκή Συμμαχία Στέγασης και την ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών.
Όπως είπε, «το 2026 θα εγκαινιαστεί μια νέα Ευρωπαϊκή Συμμαχία Στέγασης, η οποία θα στηρίζει τη συνεργασία, την ανταλλαγή γνώσης και βέλτιστων πρακτικών μεταξύ κρατών, περιφερειών και πόλεων». Παράλληλα, τόνισε τη σημασία της διασύνδεσης: «Η αποτελεσματική στεγαστική πολιτική πρέπει να βασίζεται σε δεδομένα και εμπειρία. Δεν γνωρίζουμε πάντα τι κάνουν οι άλλες χώρες και πόλεις – γι’ αυτό η ανταλλαγή πρακτικών σε ευρωπαϊκό επίπεδο είναι κρίσιμη».
«Οι λύσεις πρέπει να προσαρμόζονται τοπικά», εκτίμησε ο κ. Ιωάννου ενώ εξήγησε ότι «δεν μπορεί να υπάρξει μία ενιαία λύση για όλους, καθώς κάθε χώρα και κάθε πόλη έχει διαφορετικές διοικητικές δομές και ανάγκες».
«Η ευρωπαϊκή προσέγγιση θα λειτουργεί ως ομπρέλα, παρέχοντας εργαλεία και κατευθυντήριες γραμμές, ώστε κάθε πόλη και κράτος να εφαρμόζει τις πολιτικές που ταιριάζουν στο δικό του πλαίσιο,» κατέληξε.
Επεσήμανε επίσης την ανάγκη της συνεργασίας σε όλα τα επίπεδα. «Η συνεργασία δεν αφορά μόνο τα κράτη, αλλά και τις τοπικές και περιφερειακές αρχές, ώστε επιτυχημένες λύσεις από μία πόλη να μπορούν να προσαρμόζονται και να κλιμακώνονται σε όλη την Ευρώπη», σημείωσε καταληκτικά.




























