ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
ΚΛΕΙΣΙΜΟ
 

Οι αρχιτεκτονικές «αναγνώσεις» ενός ξενοδοχείου

«Σήμερα, το Λήδρα Πάλας πλέον ερειπωμένο υπενθυμίζει επίμονα το ανεπίλυτο πρόβλημα του Κυπριακού» λένε οι ερευνήτριες Παναγιώτα Πύλα και Σάβια Παλατέ

Του Απόστολου Κουρουπάκη

Του Απόστολου Κουρουπάκη

kouroupakisa@kathimerini.com.cy

Η αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Τμήμα Αρχιτεκτονικής του Πανεπιστημίου Κύπρου και διευθύντρια του ερευνητικού εργαστηρίου Mesarch, Παναγιώτα Πύλα και η ερευνήτρια στο Mesarch Lab Σάβια Παλατέ μίλησαν στην «Κ» για το Λήδρα Πάλας, ιδωμένο μέσα από την αρχιτεκτονική του ιστορία, με αφορμή τη διάλεξη που έδωσαν, με τίτλο «Κάτι Παραπάνω Από Ξενοδοχείο: Το Λήδρα Πάλας Μέσα Από Ιστορίες του Μοντέρνου». Η διάλεξη διοργανώθηκε στο πλαίσιο της έκθεσης του Λεβεντείου Δημοτικού Μουσείου Λευκωσίας και του Κέντρου Αριστείας CYENS «Λήδρα Πάλας: χορεύοντας σε μια γραμμή», την οποία επιμελήθηκαν οι η Λουκία Λοΐζου Χατζηγαβριήλ, η Αντιγόνη Ηρακλείδου και η Θεοπίστη Στυλιανού-Λάμπερτ, ενώ τον γενικό συντονισμό είχαν η διευθύντρια του Λεβέντειου Δημοτικού Μουσείου Λευκωσίας Δήμητρα Θεοδότου Αναγνωστοπούλου και η έφορος Μαρία Πατσαλοσαββή. H έκθεση έχει κερδίσει τις εντυπώσεις του κοινού, αφού ξένοι και ντόπιοι την επισκέπτονται καθημερινά για να βιώσουν αυτή τη μοναδική μουσειακή εμπειρία.

Σχέδιο της κεντρικής πρόσοψης του Λήδρα Πάλας, 1946, Αρχείο Τεχνικών Υπηρεσιών, Δήμος Λευκωσίας.

«Ανέτρεπε αντιλήψεις»

–Ποια είναι η αρχιτεκτονική ιστορία του Λήδρα Πάλας;

–To Λήδρα Πάλας κτίστηκε το 1949 εν μέσω μεταρρυθμίσεων στο τέλος της αποικιοκρατίας και αποτελεί μια αρχιτεκτονική «απόδειξη» των νεωτεριστικών φιλοδοξιών της περιόδου εκείνης. Έστω και αν το αποικιοκρατικό βλέμμα, μέσα από τα λόγια του Lawrence Durrell, θεωρούσε τη Λευκωσία της εποχής «μια ανατολίτικη παραμελημένη κωμόπολη», το Λήδρα Πάλας, με τις νέες ανέσεις, τη νέα κλίμακα, και τις δραστηριότητες που εισήγαγε στην πόλη, ανέτρεπε αυτές τις αντιλήψεις και υποσχόταν να προσφέρει όχι απλά ένα πόλο τουριστικής ανάπτυξης , αλλά και ένα σύμβολο και εργαλείο εκσυγχρονισμού της πρωτεύουσας. Σε ό,τι αφορά τη μετέπειτα ζωή του κτηρίου, είναι συνυφασμένη με τη μακρά διαδικασία απo-αποικιοποίησης, με την οποία συνδέθηκε και η ανάπτυξη του τουρισμού στην Κύπρο. Η ίδια η αισθητική του κτηρίου, οι επεκτάσεις, οι προσθήκες, οι αλλαγές, ακόμα και οι σημάνσεις του ξενοδοχείου είναι συνδεδεμένες με την ιστορία της μοντέρνας Κύπρου.

Η αναζήτηση ενός «κυπριακού μοτίβου» είχε ήδη καθιερωθεί στον σχεδιασμό θεσμικών κτηρίων, και ήταν κάτι που υιοθετήθηκε κυρίως μετά τα Οκτωβριανά του 1931

–Το υποβλητικό Λήδρα Πάλας ξεχώριζε ούτως ή άλλως για τον όγκο του, ωστόσο λέτε πως είχε και κάποιες αρχιτεκτονικές ιδιαιτερότητες. Ποιες ήταν αυτές;

–Ως πολυτελές ξενοδοχείο, το Λήδρα Πάλας στόχευε από την μια μεριά, να προωθήσει μια επιχειρηματική ταυτότητα βασισμένη σε σύγχρονα Ευρωπαϊκά πρότυπα. Από την άλλη, το αρχιτεκτονικό σχέδιο του ξενοδοχείου επεδίωξε συνειδητά να αναδείξει πολλαπλές ιστορικές αναφορές, κάτι που συμβάδιζε και με Ευρω-Αμερικανικές τάσεις που ήθελαν να προβάλλουν την ιδιαιτερότητα των τουριστικών προορισμών. Έτσι εντοπίζουμε μια εκλεκτικότητα μορφολογικών στοιχείων που παρέπεμπε κυρίως στη γοτθική και ενετική περίοδο της Κύπρου με έντονες αναφορές σε «παλάτι», που ήταν άλλωστε και το όνομα του. (Εξ’ άλλου οι ανακτορικές αναφορές αποτελούσαν και αυτές μια τυπική προσέγγιση μεγάλων ξενοδοχείων σε Ευρώπη, Αμερική, και αλλού στις αρχές 20ου αιώνα). Το τριώροφο ξενοδοχείο ήταν κτισμένο αρχικά με 94 δωμάτια δυναμικότητας 150 κλινών, οργανωμένα κατά μήκος ενός κεντρικού διαδρόμου σε δύο ορόφους. Ένας προεξέχων κεντρικός όγκος, υψηλότερος από τις δύο επιμήκεις πτέρυγες, αλλά και η διώροφη περίστυλη στοά (loggia) ακριβώς επάνω από την είσοδο τόνιζε τον μνημειώδη χαρακτήρα και τη συμμετρία του κτηρίου. Ένα αψιδωτό πρόστεγο στον κεντρικό άξονα επέτρεπε στα αυτοκίνητα να προσεγγίζουν την κεντρική είσοδο του ξενοδοχείου, προσφέροντας τελετουργικές αφίξεις και αναχωρήσεις. Η μνημειακότητα και συμμετρικότητα της πρόσοψης του κτηρίου αν και «εμπνευσμένη από τη μεγαλοπρέπεια του νεοκλασικισμού» (όπως είπε ο ίδιος ο Βρετανός κυβερνήτης στα εγκαίνια) απέφευγε αναφορές σε ελληνικά στοιχεία, δίνοντας έμφαση στην αναζήτηση τοπικών κυπριακών στοιχείων. Η αναζήτηση ενός «κυπριακού μοτίβου» είχε ήδη καθιερωθεί στο σχεδιασμό θεσμικών κτηρίων, και ήταν κάτι που υιοθετήθηκε κυρίως μετά τα Οκτωβριανά του 1931 σε μια προσπάθεια (όπως επεσήμαναν και άλλοι μελετητές της αποικιοκρατικής αρχιτεκτονικής), να αποσιωπηθούν επιμελώς αναφορές σε δεσμούς του νησιού με την Ελλάδα.

Η κ. Παναγιώτα Πύλα.

–Στη συνείδηση του απλού λαού ως κτήριο με «χίλιες δυο ανέσεις» γνωρίζουμε αν έγινε ποτέ ταξικό σύμβολο και πώς ειδώθηκε από τους κατοίκους;
–Το ξενοδοχείο ενσωμάτωσε πολλές συγκρούσεις, τόσο ταξικές, όσο και ευρύτερα κοινωνικό-πολιτικές. Όντας κέντρο της αστικής ζωής, σε μια ως επί το πλείστον αγροτική κοινωνία, και με παροχές όπως ζεστό νερό, κεντρική θέρμανση και τηλέφωνο σε κάθε δωμάτιο, που ήταν άγνωστες μέχρι τότε στην πλειοψηφία του πληθυσμού, το ξενοδοχείο αναπόφευκτα τόνιζε τις κοινωνικές διαστρωματώσεις. Για κάποιους υπήρξε μέρος ψυχαγωγίας και πολυτελούς διασκέδασης, για άλλους ήταν χώρος εργασίας. Ας δούμε το θέμα και με διαφορετικούς όρους: Λόγω του ότι κατά την περίοδο της Βρετανικής κυριαρχίας, το ξενοδοχείο, ως το «στολίδι της πρωτεύουσας», φιλοξενούσε κυρίως Βρετανικές εκδηλώσεις, είχε γίνει και επίκεντρο των εξεγέρσεων εναντίον της αποικιοκρατίας. Για παράδειγμα, το 1955, εν όψει της επίσκεψης του τότε Βρετανού κυβερνήτη για τον ετήσιο Χορό Καληδονίας, μια έκρηξη χειροβομβίδας στην αίθουσα χορού του ξενοδοχείου οδήγησε στη σύλληψη πέντε υπάλληλων του ξενοδοχείου. Η ίδια αίθουσα χορού το 1960 θα φιλοξενούσε το δείπνο για την ανεξαρτησία, όπως εικονικά αναπαράγει η παρούσα έκθεση στο Λεβέντειο Δημοτικό Μουσείο Λευκωσίας. Λίγα χρόνια αργότερα, χιλιάδες εργαζόμενοι θα κατέκλυζαν το ξενοδοχείο για να χαιρετήσουν απεσταλμένους του Κινήματος Αλληλεγγύης Αφροασιατικών Λαών (AAPSO, ένα στην ουσία αντί-καπιταλιστικό κίνημα υποστηριζόμενο από Κίνα και Σοβιετική Ένωση) που θα συνεδρίαζαν στο ξενοδοχείο. Με άλλα λόγια, πέραν από τις ταξικές, βλέπουμε και ιδεολογικές αλλά και γεωπολιτικές συγκρούσεις με φόντο το Λήδρα Πάλας.

–Πώς λειτούργησε το ξενοδοχείο στον αστικό πολεοδομικό σχεδιασμό; Εξυπηρέτησε π.χ. παράπλευρες ανάγκες των κατοίκων, δρόμοι, αναβάθμιση περιοχών κ.λπ.;
–Το ξενοδοχείο λειτούργησε τον Οκτώβριο του 1949, λίγο μετά το άνοιγμα του πρώτου τερματικού σταθμού επιβατών στη μέχρι τότε στρατιωτική βάση του Διεθνούς Αεροδρομίου Λευκωσίας, ενώ την ίδια χρονιά ανακοινώθηκε η πρώτη αεροπορική σύνδεση μεταξύ Λονδίνου-Λευκωσίας. Οι οδικές υποδομές από το αεροδρόμιο προς το ξενοδοχείο είχαν ενισχυθεί. Ο χώρος ανέγερσης του ξενοδοχείου, ενώ βρισκόταν κοντά στο ιστορικό κέντρο της πρωτεύουσας, διατηρούσε μια απόσταση από την πυκνότητα της εντός των τειχών Λευκωσία. Ωστόσο, με τα χρόνια η γύρω περιοχή ξεκίνησε να αναπτύσσεται με αρκετές αστικές κατοικίες να εμφανίζονται στον περίγυρο του ξενοδοχείου, αλλά και με σχέδια για την Ελληνική Πρεσβεία να ανεγερθεί δίπλα ακριβώς από το ξενοδοχείο το 1961.

Η κ. Σάβια Παλατέ.


Με «χίλιες δυο ανέσεις

–Η κατασκευή του ξενοδοχείου σήμαινε φαντάζομαι ότι υπήρχαν και οι τεχνικές δυνατότητες, αλλά και το εξειδικευμένο εργατο-τεχνικό προσωπικό ισχύει;
–Η κατασκευή πρόβαλλε όντως σημαντικές τεχνικές δυνατότητες, μαζί με την πολυτέλεια που προαναφέραμε. Πολλά υλικά είχαν εισαχθεί από το εξωτερικό, κυρίως Ιταλία αλλά και Ελλάδα, όπως για παράδειγμα τα μάρμαρα, ενώ το πάτωμα της αίθουσας χορού, φωτισμένο από πάμπολλα φώτα εμφανούς και κρυμμένου φωτισμού, ήταν επενδυμένο από ακριβό ξύλο βελανιδιάς. Τα μπαλκόνια από σφυρήλατο σίδηρο επίσης αναδείκνυαν κατασκευαστικές λεπτομέρειες. Το ξενοδοχείο ήταν σχεδιασμένο από το Γερμανο-εβραίο αρχιτέκτονα Benjamin Günsberg που διέμενε αρκετά χρόνια στην Κύπρο και είχε προηγουμένως σχεδιάσει το Forest Park στις Πλάτρες, επίσης πολυτελές ξενοδοχείο μεγάλης δυναμικότητας. Ωστόσο, την κατασκευή του ξενοδοχείου ανέλαβε το τοπικό τεχνικό γραφείο αδελφών Μιχαηλίδη των οποίων η συνεργασία με την αποικιακή κυβέρνηση περιλάμβανε σημαντικά κτήρια της δεκαετίας του 1930 κυρίως στο τομέα της δημόσιας υγείας, όπως το Γενικό Νοσοκομείο στη Λευκωσία. Το εργατό-τεχνικό προσωπικό στην Κύπρο φαίνεται να υπήρχε αφού οι πρώτες κατασκευαστικές εταιρείες στην Κύπρο προϋπήρχαν της ανεξαρτησίας και ξεκίνησαν να εμφανίζονται τις δεκαετίες του 1930-1940, ενώ εμπορικές συναλλαγές σε σχέση με κατασκευαστικά υλικά, τουλάχιστον από Ελληνοκύπριους, είχαν ξεκινήσει να παρουσιάζονται από τα πρώτα χρόνια του 1900. Παρομοίως το εσωτερικό του ξενοδοχείου είχε διακοσμηθεί από ντόπιους καλλιτέχνες και τεχνίτες, όπως για παράδειγμα οι τοιχογραφίες από το ζωγράφο Γ. Πολ Γεωργίου.

–Αρχιτεκτονικά στο Λήδρα Πάλας αποτυπώνεται η κυπριακή σύγχρονη ιστορία και οι δικοινοτικές διαφορές;
–Συχνά υπάρχει η εντύπωση ότι τα ξενοδοχεία προσφέρουν μια απόδραση από την πραγματικότητα και προστασία από την τοπική καθημερινότητα. Αλλά αυτό σίγουρα δεν ισχύει για το Λήδρα Πάλας που υπήρξε από την αρχή της ιστορίας του χώρος πολιτικής διαπραγμάτευσης (με τις πρώτες συναντήσεις του Μακαρίου με τον Βρετανό Κυβερνήτη το 1955 να λαμβάνουν χώρα στο εσωτερικό του ξενοδοχείου). Μπορεί να μην ήταν ως ξενοδοχείο προσιτό σε όλους, αλλά ως αστική παρουσία, είναι συνδεδεμένο με την ιστορία πολιτικών αντιπαραθέσεων και δικοινοτικών διαφορών στον τόπο, και ίδια η υλική του υπόσταση σήμερα φέρει τα τραύματα τέτοιων συγκρούσεων. Ας δώσουμε ένα παράδειγμα από την εποχή πριν το 1960: Αρχικά η σήμανση του ξενοδοχείο, ορατή από πολύ μακριά, τοποθετήθηκε μόνο στα αγγλικά με «γοτθική» γραμματοσειρά πάνω από τη διώροφη στοά. Αργότερα όμως προστέθηκε ακόμη μία φωτεινή επιγραφή, αυτή τη φορά με «αρχαίους ελληνικούς» χαρακτήρες ακριβώς πάνω από το προστώο της εισόδου. Με άλλα λόγια: Η τυπολογία των επιγραφών και οι διαφορετικοί ιστορικοί υπαινιγμοί τους ήταν ακόμη μια ένδειξη τους πολυσύνθετης ταυτότητας του ξενοδοχείου, και των αντιφατικών πολιτικών τοποθετήσεων που ενσωματώνει.

Με την ανεξαρτησία το Λήδρα Πάλας συνδέθηκε με οράματα κοινωνικό-οικονομικής ανάπτυξης και οικοδόμησης του νέου κράτους. Βέβαια, είναι σημαντικό να αναφέρουμε ότι αυτή η ανάπτυξη είχε γενικότερα σημαδευτεί από την απόσυρση των Τουρκοκυπρίων σε θύλακες, αφήνοντας τους Ελληνοκύπριους ως βασικούς προωθητές και εκμεταλλευτές του τουρισμού. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο δικοινοτικών ταραχών στις αρχές του 1960, και δεδομένου ότι οι μεταβολές στις διεθνείς και εγχώριες τάσεις στον τουρισμό έστρεψαν καθοριστικά το ενδιαφέρον προς τις παραθαλάσσιες περιοχές, το Λήδρα Πάλας κλήθηκε να διατηρήσει την ανταγωνιστικότητά του με νέα επέκταση και λειτουργία χώρου πισίνας, η οποία είχε σχεδιαστεί από τον Κύπριο αρχιτέκτονα Φώτη Ι. Κολακίδη (1963). Παραδόξως, το βόρειο εξωτερικό κιγκλίδωμα της πισίνας ήταν και το όριο της Πράσινης Γραμμής από το οποίο ήταν ορατή η περιδιάβαση στρατιωτών. Tο ξενοδοχείο θα γινόταν μάρτυρας των δικοινοτικών διαφορών με τη ανέγερση φυλακίων μπροστά από το ξενοδοχείο, καθορίζοντας τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους. Γι' αυτό και από το 1974 μέχρι σήμερα το Λήδρα Πάλας αποτελεί περισσότερο «οδόφραγμα» παρά ξενοδοχείο. Η μνημειακότητα της πρόσοψης του Λήδρα Πάλας έγινε φόντο για στρατιωτικές αποστολές, στην ανταλλαγή πληθυσμών και αιχμαλώτων το 1974, σε διαδηλώσεις αγνοουμένων από το 1969 μέχρι σήμερα, αλλά και στη διάνοιξη του πρώτου σημείου ελέγχου το 2003. Μέρη του ξενοδοχείου φιλοξενούσαν μέλη της Ειρηνευτικής Δύναμης των Ηνωμένων Εθνών στην Κύπρο από το 1963, ενώ από το 1974 και έπειτα το ξενοδοχείο θα γινόταν η κύρια στέγαση της ειρηνευτικής δύναμης στην Κύπρο. Σήμερα, το Λήδρα Πάλας πλέον ερειπωμένο υπενθυμίζει επίμονα το ανεπίλυτο πρόβλημα του Κυπριακού.


Τρία ξενοδοχεία με νεωτεριστικές φιλοδοξίες

–Το Forest Park και το Λήδρα Πάλας, αλλά και το Saray... πώς μπορούν να συνομιλήσουν αρχιτεκτονικά, ιστορικά και κοινωνιολογικά;
–Και τα τρία ξενοδοχεία αναδεικνύουν νεωτεριστικές φιλοδοξίες, υιοθετώντας στοιχεία της μοντέρνας αρχιτεκτονικής σε μια αλληλένδετη σχέση με τις προτεραιότητες του διεθνούς τουριστικού ρεύματος του 20ού αιώνα. Το Forest Park και το Λήδρα Πάλας είχαν κοινούς ιδιοκτήτες και είχαν σχεδιαστεί από τον ίδιο αρχιτέκτονα. Η διαφορετικότητα του τοπίου μέσα στο οποίο είχαν κληθεί να χωροθετηθούν διαφοροποιεί σε αρκετά σημεία την αρχιτεκτονική των δύο κτηρίων παρά τις ομοιότητες σε μέγεθος και υποδομή. Συγκεκριμένα, στο Forest Park υπερισχύει το κόκκινο τούβλο και η κεκλιμένη οροφή, απαραίτητη σε χιονοπτώσεις, ενώ στο Λήδρα Πάλας ο κίτρινος ψαμμίτης έχει ξεκάθαρες αναφορές στα τείχη της Λευκωσίας που γειτνίαζαν με το ξενοδοχείο. Το Forest Park, αν και σε περίοπτη θέση, ξεδιπλώνεται μέσα στο δάσος σε ένα ασύμμετρο σχήμα, ενώ η μνημειακότητα και η συμμετρία των στοιχείων του Λήδρα Πάλας με αψίδες, που συνδυάζουν γοτθικά και ντόπια στοιχεία, εντείνουν την παρουσία ενός ‘παλατιού’ στο κέντρο της πρωτεύουσας. Από την άλλη, η σύγκριση με το Saray που σημαίνει «οθωμανικό παλάτι», και ήταν χτισμένο εκεί όπου ήταν άλλοτε η έδρα του Οθωμανού κυβερνήτη στην Κύπρο, αποτελεί από μόνη της μια μικρο-ιστορία των δικοινοτικών συγκρούσεων. Το Saray είναι στρατηγικά τοποθετημένο στην κεντρική πλατεία Ατατούρκ και δίνει έμφαση στον κατακόρυφο άξονα, με την ταράτσα του μοντέρνου οκταώροφου κτηρίου να προσφέρει θέα στην παλιά πόλη αλλά και στο Λήδρα Πάλας, υπογραμμίζοντας την αντιπαράθεση των εθνοτικών ταυτοτήτων, αλλά και τον διαχωρισμό των οικονομικών υποδομών ανάμεσα στις δύο κοινότητες.

–Σήμερα πιστεύετε ότι ένα τέτοιο κτήριο θα μπορούσε να ενταχθεί στο περιβάλλον μιας ιστορικής περιοχής;
–Η αρχιτεκτονική του Λήδρα Πάλας αναδείκνυε την αρχιτεκτονική αλλά και το κοινωνικό γίγνεσθαι της εποχής του. Το τι μπορεί και τι όχι να ενταχθεί στο περιβάλλον μιας ιστορικής περιοχής αποτελεί ένα σύνθετο πρόβλημα αρχιτεκτονικής και πολεοδομίας, το οποίο θέτει σοβαρά ερωτήματα για το τι αποτελεί πολιτιστική κληρονομιά, πώς διατηρείται με ευαισθησία αλλά και χωρίς νοσταλγικές εμμονές, σε μια κοινωνία που αναπροσαρμόζεται με ραγδαίους ρυθμούς, καλώντας την αρχιτεκτονική να κάνει το ίδιο. Υπάρχουν πολλοί παράγοντες που συμβάλλουν στην «καταλληλότητα» ενός νέου κτηρίου και τη συνύπαρξή του σε έναν ιστορικό ιστό, αλλά ας μην ξεχνάμε ότι ακόμη και το Λήδρα Πάλας λόγω μεγέθους αλλά και φιλοδοξίας, η οποία αποτυπώνεται αρχιτεκτονικά, «προτίμησε» να κρατήσει μια απόσταση από το κέντρο της Λευκωσίας, το οποίο τότε ήταν η εντός των τειχών πόλη.


–Οι πύργοι στις κυπριακές πόλεις μπορούν να παραλληλιστούν με το Λήδρα Πάλας του τότε;
–Το Λήδρα Πάλας ήταν μια ιδιωτική επενδυτική πρωτοβουλία, η οποία αναδύθηκε μέσα σε ένα ευρύτερο κοινωνικο-πολιτικό κλίμα για ανάπτυξη στην Κύπρο. Οι πύργοι στις κυπριακές πόλεις χρησιμοποιούν εμβληματική αρχιτεκτονική για να αναδειχθούν κραυγαλέα μέσα στο ευρύτερο τοπίο, χωρίς όμως να έχουν την ίδια περιεκτικότητα, αφού τείνουν να διαχωρίσουν τον χώρο και τα όρια «τους» από τον ευρύτερο δημόσιο χώρο της πόλης τόσο μορφολογικά όσο και κοινωνικο-οικονομικά. Επίσης, ενώ πολλοί από αυτούς τους πύργους δημιουργήθηκαν αρχικά μέσα στo πλαίσιo μιας ευρύτερης προσπάθειας για αναδιάρθρωση της οικονομίας μετά από την κρίση του 2013 και υπόσχονταν προοπτικές ανάπτυξης, οι σημερινές διασυνδέσεις των πύργων αυτών με οικονομικά σκάνδαλα σε πολλαπλά επίπεδα, αλλά και με την εμπορευματοποίηση της κυπριακής υπηκοότητας, απέχουν κατά πολύ από την «υπερηφάνεια» που προσπάθησε να καλλιεργήσει το Λήδρα Πάλας. Έστω και αν η ανάπτυξη που προσπάθησε να καλλιεργήσει το ξενοδοχείο είχε σίγουρα τα τύφλα σημεία της, σε ό,τι αφορά το δικοινοτικό ή και άλλες κοινωνικές ανισότητες, το Λήδρα Πάλας ήταν κάτι παραπάνω από ένα εμβληματικό κτήριο για οικονομικά οφέλη, αφού η δημιουργία του συμπορεύτηκε με ένα κάποιο μέλημα για το «συλλογικό».

 

Πληροφορίες

«Λήδρα Πάλας: χορεύοντας σε μια γραμμή», Λεβέντειο Δημοτικό Μουσείο και Κέντρο Αριστείας CYENS. Αίθουσα Προσωρινών Εκθέσεων, Λεβέντειο Δημοτικό Μουσείο Λευκωσίας, ώρες λειτουργίας: Τρίτη-Κυριακή, 10:00-16:30. Διάρκεια έκθεσης έως 31 Οκτωβρίου 2021

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS

Πολιτισμός: Τελευταία Ενημέρωση