ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
ΚΛΕΙΣΙΜΟ
 

«Με αγωνία περιμένω τη χρυσή ημέρα που θα πάμε όλοι στα γλυκά μας σπιτάκια»

Οσο η προσμονή της επιστροφής χάλκευε τις αντοχές παιδιών και εφήβων, οι μεγάλοι πόζαραν ως άλλοι Ντόριαν Γκρέι

Του Απόστολου Κουρουπάκη

Του Απόστολου Κουρουπάκη

kouroupakisa@kathimerini.com.cy

Γράφει η Νίκη Μαραγκού στις 10.12.1983 στον Αντώνη Μυστακίδη (Μεσεβρινό) για το ποίημά του «Ενδόμυχο στο Λεόντιο Μαχαιρά», που περιλαμβάνεται στη συλλογή «Επιστροφή στη Μεσημβρία» (Θεσσαλονίκη 1983): «[…] Όσο για το ‘‘Ενδόμυχο στο Λεόντιο Μαχαιρά’’ συμμερίζομαι τη γνώμη σας ‘‘ότι κάτι δεν πάει καλά στην παράσταση’’, τα πράγματα εδώ όλο χειροτερεύουν, μου φαίνεται, κι έχω μεγάλη έγνοια για το πού πάμε. Νομίζω πως για πρώτη φορά στην ιστορία της Κύπρου διαγράφεται ένας αληθινός κίνδυνος αφανισμού ενός πολιτισμού. […]» (Θ. Πυλαρινός, «Αντώνης Μυστακίδης Μεσεβρινός, Βουκουρέστι 2020). Δυστυχώς, είχε δίκιο…

Συγκλονιστική η μαρτυρία του 14χρονου Χαράλαμπου Λουκά Καρεκλά από την Αμμόχωστο. Ο Χαράλαμπος με το ποδήλατό του έφυγε από την Ορμήδεια και πήγε στην οδό Κενταύρου 145Α, στο Κάτω Βαρώσι, απλώς για να δει το σπίτι του: «[…] Ύστερα από 6 μήνες κοιμήθηκα στο σπίτι μου […] Έτσι με την επίσκεψή μου αυτή είδα την κατάσταση του σπιτιού μου […]. Η επίσκεψή μου αυτή θα μου μείνη ενθύμιο στην ζωή για την απόφασή μου να παίξω την ζωήν μου κορώνα γράμματα για το σπίτι μου». Η Μαρία Κουννά δεν γιόρτασε τα γενέθλιά της και από τότε… «με αγωνία περιμένω τη χρυσή ήμερα που θα πάμε όλοι στα γλυκά μας σπιτάκια».

Αλλά ας αφήσουμε τα παιδιά της Αμμοχώστου, των Βαρωσίων… να μιλήσουν για την ελπίδα, για το σπίτι τους, για την πόλη τους, που 46 χρόνια μετά τη βλέπουν να γίνεται σκηνικό ενός κακόγουστου πανηγυριού. Οι εμπειρίες τους καταγράφηκαν στο βιβλίο «Παιδικά σαλπίσματα πίκρας και ελπίδας», έκδοση των δημοτικών σχολείων Ξυλοτύμπου, Ορμήδειας και Ξυλοφάγου, που κυκλοφόρησε το 1975, με υπεύθυνο ύλης τον Ανδρέα Χατζηπαύλου.

Ευχαριστώ τον Βαρωσιώτη φωτογράφο Βάσο Στυλιανού για την παραχώρηση των σχολικών φωτογραφιών από το αρχείο του (6x6 ΚΕΝΤΡΟ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΣ)

 

Οι μαθητές

ΠΡΟΚΟΠΗΣ ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ — Αμμόχωστος.
Μαθητής Ε΄ τάξης Β΄ Δημοτικού Σχολείου Ξυλοτύμπου.

 

Πρωινός βομβαρδισμός

Χαράματα Κυριακής. Έξι η ώρα. Τα Τουρκικά αεροπλάνα, σχίζοντας σα γεράκια τον ουρανό, χαμήλωσαν πάνω από την Αμμόχωστο. Χαλάζι έπεφταν οι σφαίρες και οι Ναπάλμ σκόρπιζαν το θάνατο. Τρομαγμένοι τρέχαμε να κρυφτούμε στα χαρακώματα σ’ ένα κοντινό περιβόλι. Μια γειτόνισσά μας έκλαιγε γιατί ο γιος της ήταν στρατιώτης και δεν ήξερε αν εζούσε. Μια βόμβα έσκασε σε μια κοντινή μας γειτονιά. Ένα πρατήριο βενζίνης πήρε φωτιά και ο ουρανός γέμισε μπλε καπνό. Σιγά – σιγά ο κρότος των αεροπλάνων άρχισε να λιγοστεύη και στο τέλος έπαψε να ακούεται. Τα αεροπλάνα είχαν φύγει, αφού σκόρπισαν το θάνατο και την καταστροφή. Κατακίτρινοι από το φόβο μας βγήκαμε από τα χαρακώματα και τραβήσαμε για τα σπίτια μας. Δεν ξέραμε αν έμειναν γερά ή όχι. Ευτυχώς το δικό μας δεν είχε πάθει τίποτε το σοβαρό εκτός από λίγα σπασίματα στα τζάμια. Άλλοι όμως είχαν χάσει τα σπίτια τους. Λυπήθηκα πολύ και τα μάτια μου δάκρυσαν όταν είδα μια γειτονική μας οικογένεια να αντικρύζη με σπαραγμένη την καρδιά το σπίτι της, που μετατράπηκε σε ερείπια. Ποτέ μου δεν έχω ξαναδή τέτοια βαρβαρότητα σαν κι' αυτή των Τουρκικών βομβαρδισμών.

 

 

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ - Αμμόχωστος.
Μαθητής Δ΄ τάξης Β΄ Δημοτικού Σχολείου Ξυλοφάγου.

Πώς πέρασα τις ώρες του πολέμου

Ένα πρωινό ακούστηκαν ξαφνικά τούρκικα αεροπλάνα που βομβάρδιζαν. Ο κόσμος άρχισε να φεύγη. Εμείς πήγαμε σε ένα περιβόλι. Σαν πήγαμε στο περιβόλι είδαμε πολλούς ανθρώπους που έτρεχαν να προφυλαχθούν από τα πυρά των Τούρκων. Έμοιαζαν με τα αθώα προβατάκια που τα σκορπίζει ο λυσσασμένος λύκος αφού έχασαν τον τσοπάνη τους. Δεν πέρασε πολλή ώρα και νάσου τα αεροπλάνα από πάνω μας να βομβαρδίζουν ανελέητα. Όλα τα παιδιά βάλαμε τις φωνές και τα κλάματα. Μερικά μάλιστα έτρεχαν να κρυφτούν στη ζεστή αγκαλιά της μητέρας τους σαν μικρά σπουργιτάκια. Η γιαγιά μου έκανε το σταυρό της και παρακάλεσε το θεό να σώση εμάς τα αθώα παιδιά.

Εκεί περάσαμε όλη την ήμερα με το φόβο ζωγραφισμένο στα πρόσωπά μας. Δεν θα ξεχάσω ποτέ την ήμερα αυτή. θα μείνη βαθειά χαραγμένη στην ψυχή μου. Έπειτα πήραμε το δρόμο της προσφυγιάς με την ελπίδα πώς θα γυρίσουμε γρήγορα στο αγαπημένο μας σπιτάκι.

 

 

ΜΑΡΙΑ ΚΟΥΝΝΑ – Αμμόχωστος.
Μαθήτρια Γ΄ τάξης Β΄ Δημοτικού Σχολείου Ξυλοτύμπου.

 Πώς έγινα μια προσφυγοπούλα

Πάνε τώρα εφτά μήνες που αναγκαστήκαμε να φύγουμε από τα σπίτια μας. Ποτέ μου δεν θα ξεχάσω εκείνη την ήμερα, θυμάμαι ήταν 15 Αυγούστου 1974. Γενέθλια και ονομαστική μου εορτή. Η μητέρα μου ετοίμασε την τούρτα μου και έκανε μερικά φαγητά για τη γιορτή μου. Δυστυχώς όμως, ούτε τα κεράκια μου άναψα για τα γενέθλια μου ούτε και οι καμπάνες κτύπησαν για την εκκλησία.

Ήταν περίπου δέκα η ώρα το πρωί, ήμερα Πέμπτη, όταν ήλθαν τα τούρκικα αεροπλάνα και βομβάρδισαν την Αμμόχωστον. Τότε φοβηθήκαμε και γώ έκλαιγα τρομαγμένη στην αγκαλιά της μητέρας μου. Τρέξαμε στο αυτοκίνητο μας και χωρίς να προλάβουμε να πάρουμε τίποτε, αφήσαμε το σπιτάκι μας και όλα τα καλά μας και φύγαμε και από τότες δεν το ξαναείδαμε πια.

Τώρα μένουμε σε ένα καταυλισμό που λέγεται ΑΝΖΙΟ στην περιοχή Δεκέλειας. Κάθε πρωί που ξυπνώ παίρνω το πιάτο μου και πηγαίνω στην κουζίνα για το φαγητό μου. Με αγωνία περιμένω τη χρυσή ήμερα που θα πάμε όλοι στα γλυκά μας σπιτάκια.

 

 

 

ΧΡΥΣΩ Μ. ΧΡΙΣΤΟΥ - Αμμόχωστος.
Μαθήτρια Γ΄ τάξης Β΄ Δημ. Σχολείου Ξυλοφάγου.

 Η προσφυγιά

Στις 14 Αυγούστου 1974 οι βάρβαροι Τούρκοι έκαναν εισβολή στην Κύπρο μας. Έτσι πολλοί από τούς κατοίκους του νησιού αναγκαστήκαμε να φύγουμε από τα αγαπημένα μας σπίτια και να καταφύγουμε μέσα στις βάσεις των Άγγλων ή σε άλλες ελεύθερες περιοχές για να γλυτώσουμε την ζωή μας. Η οικογένειά μου ήρθε στην Ξυλοφάγου και εμείναμε σε ένα ατέλειωτο σπίτι με πολλές άλλες οικογένειες.

Εκεί κοιμόμαστε στο πάτωμα, σε μερικές κουβέρτες που πήραμε από το Βαρώσι. Τόσο δύσκολη ζωή περνούσαμε που νοσταλγούσαμε να γυρίσουμε στο σπίτι μας. Σ’ αυτό το σπίτι μείναμε τρεις βδομάδες και μετά ενοικιάσαμε δύο δωμάτια σε σπίτι και επεράσαμε δύο τρεις μήνες. Ήταν πράγματι δύσκολη ή ζωή μας. Δεν είχαμε τα πράματα που είχαμε στο σπίτι μας. Ούτε τα παιχνίδια μας, ούτε τα ρούχα μας αλλ’ ούτε και η μητέρα είχε τις ευκολίες της. Αναγκάζεται να πλένη τα ρούχα μας στο χέρι, να μαγειρεύει στο ίδιο δωμάτιο που κοιμόμαστε.

Εδώ και δυο μήνες μένομε σε αντίσκηνο. Εμάς των παιδιών δεν μας αρέσει στον καταυλισμό. Άλλα και οι γονείς μας λυπούνται γιατί αναγκαστήκαμε να ζούμε σε ένα παγερό αντίσκηνο ενώ έχομε τα ωραία μας σπίτια στο Βαρώσι, που άρπαξαν οι Τούρκοι και δεν ξέρομε αν θα τα ξαναδούμε. Τις παγερές νύκτες του χειμώνα κρυώναμε πολύ. Κάθε μέρα περιμένομε να ακούσουμε μια καλή είδηση ότι θα επιστρέψουμε στα σπίτια μας, αλλά τίποτε. Βαρέθηκα την πικρή προσφυγιά αλλά θα κάνωμε υπομονή και θα επιμένωμε στο δίκιο μας.

 

 

ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΦΛΟΥΡΕΝΤΖΟΥ - Αμμόχωστος.
Μαθήτρια Στ΄ τάξης του Α΄ Δημοτικού Σχολείου Ξυλοτύμπου.

 

Είμαι μια προσφυγοπούλα

Πριν πέντε μήνες, ζούσα ευτυχισμένη στο παραθαλάσσιο σπίτι μου στην Αμμόχωστο. Αλλά ο αιώνιος εχθρός του πανέμορφου νησιού της Αφροδίτης, ζήλεψε την ευτυχία όλων των κατοίκων της Κύπρου και προπάντων των μικρών και σκλάβωσε τα πιο ωραία μέρη της. Έτσι βρέθηκα προσφυγοπούλα που ούτε στο όνειρό μου δεν το φανταζόμουν.

Άκουα από το ραδιόφωνο τις ειδήσεις για την ζωήν των προσφύγων στην Παλαιστίνη και δεν πίστευα ότι θα μπορούσε να είναι αλήθεια. Τώρα όμως που ζω και εγώ τις ίδιες εκείνες στιγμές, που έζησαν και ζουν εκείνοι, κατάλαβα ότι είναι αλήθεια.

Είχα ό,τι μου χρειαζόταν στο σχολείο, εγκυκλοπαίδειες, βιβλία και χάρτες. Είχα ό,τι απαιτεί ή σημερινή ζωή. Τώρα τα έχασα όλα όπως όλοι οι άλλοι πρόσφυγες. Βλέπω τα άλλα κορίτσια της ηλικίας μου στα σπίτια τους και τα ζηλεύω.

Πολλές φορές θυμάμαι το σπίτι μας, τη γειτονιά μου, την όμορφη θάλασσα της Αμμοχώστου, τη χρυσήν αμμουδιά, που όλοι την ζήλευαν, τις φίλες μου και τις ευτυχισμένες στιγμές που ζήσαμε μαζί, το αγαπημένο μου σχολείο, την οδό Δημοκρατίας και σκοτάδι σκεπάζει τα μάτια μου. Δαγκώνω τα χείλη μου, καθώς oι παλιές χαρούμενες αναμνήσεις στριφογυρίζουν στο μυαλό μου.

Τώρα η ζωή δεν είναι ευχάριστη όπως πρώτα. Πόσο θα ήθελα να ήμουν στο σπίτι μου!

 

 

ΑΙΜΙΛΙΑ ΧΡΙΣΤΟΥ - Αμμόχωστος.
Μαθήτρια Στ΄ τάξης Β΄ Δημοτ. Σχολείου Ξυλοτύμπου.

 

Ω! Θεέ μου, κρυώνω

Κουλουριασμένη σε μια γωνιά του αντίσκηνου και με μια κουβέρτα στην πλάτη, ακούω την βροχή που κτυπά στο αντίσκηνο και τον μανιασμένο άνεμο να παλεύη μαζί του, θέλοντας να το ρίξη κάτω και να το σχίση. Μερικοί πάσσαλοι του αντίσκηνου έχουν βγη και ο πατέρας αγωνίζεται με κόπο να τούς χώση στο χώμα, ενώ η βροχή τον κτυπά αλύπητα στο πρόσωπο. Ύστερα από λίγο τα κατάφερε, μπήκε μέσα μουσκεμένος και καταλασπωμένος. Τι κρύο, θεέ μου! Σε μια γωνιά το αντίσκηνο τρέχει. Σκέφτομαι το ζεστό κρεββατάκι μου και από τα μάτια μου τρέχουν τα δάκρυα σαν ποτάμι. Τρέμω εκει κουλουριασμένη και τα δόντια μου κτυπούν από το κρύο.

Η μητέρα με είδε και το κατάλαβε. Σηκώθηκε, αφαίρεσε μιαν κουβέρτα από τις δικές της και με σκέπασε. Με έσφιξε στην αγκαλιά της και δυο καυτά δάκρυα κύλησαν στα μάγουλά της.

—Γιατί κλαις μητέρα;

—Δεν κλαίω μικρή μου, δεν είναι τίποτα.

Εγώ κατάλαβα: Είναι ο ξεριζωμός από τα σπίτια μας, ο πατέρας που δεν έχει δουλειά, το αδελφάκι μου που είναι άρρωστο και τόσες άλλες δυσκολίες που την κάνουν να κλαίη.

Η μητέρα πήγε στο κρεββάτι της, αλλά εγώ συνέχιζα να

κρυώνω.

*Ω θεέ μου, πόσο κρυώνω!

 

ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ Π. ΦΛΟΥΡΕΝΤΖΟΥ - Αμμόχωστος.
Μαθήτρια Στ΄ τάξης Α΄ Δημοτικού Σχολείου Ξυλοτύμπου.

 

Η ελληνική γη περιμένει τον ερχομό της ελευθερίας

 Ζούσαμε ευτυχισμένοι στα χωριά και στις πόλεις μας, με όλες τις ανέσεις, ώσπου μια μέρα του Ιουλίου, ξέσπασε το κακό. Το κακό που κανείς δεν το περίμενε. Ήταν πρωί όταν τα ραδιόφωνα έπαιζαν εθνικά εμβατήρια και έλεγαν: «Έλληνες θάρρος και υπομονή για ό,τι θα ακούσετε. Ο αιώνιος εχθρός της Ρωμιοσύνης, ο βάρβαρος Τούρκος, μπήκε ύπουλα στο όμορφο νησί της Αφροδίτης.....» Τότε έτρεξαν τα αμούστακα παλληκάρια του νησιού μας για να πολεμήσουν και να σκοτωθούν για την γλυκεία πατρίδα. Μπάμ—μπουμ, ακούγονταν οι κανονιές το Σάββατο της 20ής Ιουλίου. Φόβος, τρόμος και απελπισία επικρατούσε στις ψυχές μικρών και μεγάλων. Ήρθε η Κυριακή. Οι καμπάνες δεν κτύπησαν χαρμόσυνα, όπως πριν, για να καλέσουν τούς πιστούς.

Ώρα 6 π.μ. Βζζζ, πέρασε ξαφνικά ένα αεροπλάνο από πάνω μας. Βόμβες έπεφταν αλύπητα στα ωραία σπίτια και ξενοδοχεία της πόλης του Ευαγόρα. Πολλά σπίτια κοντά στο ξενοδοχείο «Αστερίας» καταστράφηκαν. Το ξενοδοχείο «Σαλαμίνια» είχε θύματα πολλούς τουρίστες.

Ξαφνικά ακούστηκε ένας απαίσιος θόρυβος. Το σπίτι μας έτρεμε σαν να έγινε σεισμός. Νόμιζα πώς ήταν το τέλος μας. Ποτάμια έτρεχαν τα δάκρυα από τα μάτια μου. Απ' όλα τα σπίτια φωνές και κλάματα μικρών ακούγονταν. Ο θεός μόνο μπορούσε να μας σώση και μας έσωσε. Την Δευτέρα, από το μεσημέρι μέχρι το απόγευμα, μας βομβάρδιζαν πάλι. Η ώρα 4 μ.μ. έγινε εκεχειρία και σταμάτησαν τα καταραμένα αεροπλάνα.

25 Ιουλίου 1974. Οι Τούρκοι παραβίασαν την εκεχειρία και κυρίευσαν το γραφικότερο μέρος της Κύπρου, την ωραία Κερύνια. Την λεηλάτησαν, την κατάστρεψαν και έσφαξαν πολλούς κατοίκους. Έγινε μάχη, αλλά εμείς δεν είχαμε ούτε στρατό, ούτε στόλο, ενώ ο εχθρός είχε και από τα δυο και μάλιστα από τα πιο ισχυρά. Κτυπιόταν ο Δαβίδ με τον Γολιάθ. Πέρασαν 20 μέρες κάπως ξέγνοιαστες για μερικούς και γεμάτες πίκρα για τους πρόσφυγες τώρα, Κερυνιώτες. Δεν μας άφησαν όμως για πολύ ήσυχους και έκαναν δεύτερη εισβολή στην Κύπρο, στην οποία κατάστρεψαν περισσότερα και έπιασαν τα ομορφότερα μέρη της. Τα περισσότερα σπίτια της Κύπρου είναι ντυμένα τώρα στα μαύρα για τον χαμόν των παιδιών, των συζυγών και άλλων αγαπημένων προσώπων.

Πρόσφυγες γέμισαν τα χωριά, τα δάση και oι πεδιάδες. Όλοι με πρόσωπα μελαγχολικά ζουν μόνο με τις αναμνήσεις τους. Έχασαν τα πάντα. Οι γυναίκες πλένουν σε λεκάνες αντί σε πλυντήρια που ήταν μαθημένες. Όλοι οι πρόσφυγες παίρνουν τρόφιμα σαν να είναι ζητιάνοι. Τα παιδιά έμειναν χωρίς τα παιγνίδια και τις ανέσεις που είχαν στα σπίτια τους. Η Κύπρος ερήμωσε. Οι τουρίστες, αν ξανάρθουν τουρίστες, δεν θα ξαναβρούν την παλιά ωραία Κύπρο και την χρυσή αμμουδιά που τόσο αγαπούσαν. Οι Κύπριοι περιμένουν από τα βάθη της ψυχής των, τον ερχομό της ελευθερίας, όπως περίμεναν oι Ιουδαίοι τον ερχομό του Χριστού. Το πιστεύουν ότι η ελευθερία σύντομα θα ρθή. Είναι βέβαιοι πώς ο Παντοδύναμος θα βοηθήση την Ρωμιοσύνη. Ο Έλληνας δεν μπορεί να ζήση κάτω από ξένο ζυγό και προ πάντων του Τούρκου. Να το ξέρουν όλοι oι λαοί, Χριστιανοί και μη, λευκοί και μαύροι πλούσιοι και φτωχοί ότι η νεολαία της γλυκείας πατρίδας θα αγωνισθή μέχρι τέλους, για να δη τουλάχιστον η άλλη γενιά μια ελεύθερη και ακέραια Κύπρο.

 

 

ΚΟΥΛΑ ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΥ - Αγία Ζώνη.
Μαθήτρια Ε΄ τάξης Β΄ Δημοτικόν Σχολείον Ξυλοφάγου.

Αναμνήσεις από τα περασμένα

Όταν δεν έχω μαθήματα κάθομαι ώρες ολόκληρες σκεφτική και μελαγχολική, θυμούμαι τα περασμένα, τα αξέχαστα. Πώς ζούσα πριν στο σπίτι μου και πώς ζω τώρα κάτω από το φως ενός φαναριού. Μια αδύνατη φλόγα πίκρας, πόνου και απελπισίας, θυμούμαι τις πρώτες μέρες της αγωνίας όλων των μανάδων για τα παιδιά τους. Όλος ο κόσμος διωγμένος από τα σπίτια του, από τον βάρβαρο εισβολέα.

Εδώ και εκεί πεταμένος κάτω από ένα δέντρο, να περάση την νύκτα του. Θυμούμαι ακόμα πώς στα σπίτια μας είχαμε μια λάμπα σε κάθε δωμάτιο για να μας φωτίζη. Παντού όπου πήγαινες και ερχόσουν, έβλεπες γελαστά πρόσωπα, ενώ τώρα θλιμμένα χωρίς χαμόγελο στα χείλη. Πρώτα είχαμε κουβέρτες πολλές, τώρα τίποτα. Ακόμα τις πρώτες μέρες ήταν χειρότερα. Κοιμόμαστε χάμω χωρίς σκέπασμα. Τώρα δεν έχομε χρήματα γιατί δεν έχει δουλειές να δουλέψωμε. Πριν όμως που είχε δουλειές, δούλευαν οι γονείς μας και βγάζαμε λίγα χρήματα για να αγοράσωμε τρόφιμα, ρούχα, παπούτσια.

Τώρα όμως που ησύχασαν κάπως τα πράγματα, ή Μητέρα Ελλάδα δεν μας ξέχασε στον πόνο μας. Μας στέλλει συνεχώς ρούχα, τρόφιμα, χρήματα και φάρμακα. Θυμούμαι που παίζαμε ξέγνοιαστα με τα άλλα παιδιά και γελούσαμε. Τώρα όμως όλα τα παιδιά έχουν πίκρα στην καρδιά γι’ αυτά που έχασαν. Τώρα είμαστε κάπως σε ένα πιο ελεύθερο δρόμο, γιατί συνηθίσαμε στην προσφυγιά. Μα δεν παύομε να στενοχωριόμαστε για εκείνα που χάσαμε άδικα από τους εισβολείς που πάτησαν τα Άγια Χώματα του όμορφου νησιού, της Κύπρου μας.

θυμούμαι ακόμα τα ολαπράσινα δάση της Κύπρου μας, το δασωμένο μας νησί. Αυτά σκέφτομαι την ώρα της μοναξιάς μου. Τα σκέφτομαι με πόνο στη καρδιά.

Αχ ! Γιατί να ’ρθουν οι Τούρκοι. Γιατί;

 

 

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΛΟΥΚΑ ΚΑΡΕΚΛΑ – Στ΄ τάξης Δημ. Σχολείον Ορμήδειας.
Κενταύρου 145 Α Κάτω Βαρώσι — Αμμόχωστος Τώρα στο δάσος Δεκέλειας.

 

Μια επίσκεψη στο τουρκοκρατούμενο Βαρώσι

Ήμουν κάτοικος Βαρωσιού και τώρα πρόσφυγας στην Όρμήδεια μετά την εκδίωξή μας από τους Τούρκους, τους πιο βάρβαρους και αιμοβόρους ανθρώπους που ήρθαν να κυριέψουν το νησάκι μας, την πατρίδα μας. Μένομε μέσα στο αντίσκηνο οκτώ άτομα. Το χρησιμοποιούμεν και κουζίνα και κρεββατοκάμαρη. Είμαι 14 χρόνων, αρκετά μεγάλος για να καταλαβαίνω την κατάσταση. Συνεχώς ήμουν λυπημένος και ή σκέψη μου ήταν στο σπίτι μας. Μου ερχόταν ή ιδέα να πάω, μα δεν αποφάσιζα. Το είπα και στους γονείς μου μα μου θύμωσαν και έτσι άλλαξα απόφαση.

Πέρασαν λίγες ήμερες και μια μέρα, πάλι μου ήρθε ή ιδέα να πάω στο σπίτι μου να δω, να δω σε ποια κατάσταση βρισκόταν. Αποφάσισα και ξεκίνησα ένα δειλινό με τον αδελφό μου. Πήγαμε λίγο δρόμο και όταν νύκτωσε φοβόταν και έτσι επιστρέψαμε. Πέρασαν μια δυο εβδομάδες και πήρα την τελική απόφαση. 5.2.75 ώρα 10 το πρωί. εκίνησα με το ποδήλατο και βγήκα της Ορμήδειας. Έφθασα στο Αυγόρου, πέρασα και το Αυγόρου και έφθασα στις Βρυσούλες. Άφησα το ποδήλατό μου στις βάσεις και ξεκίνησα για το δρόμο του σπιτιού μου ύστερα από έξη μήνες.

Πέρασα από περιβόλι σε περιβόλι και έφθασα στην περιοχή της «Βήτα Ώρας» η οποία εργαζόταν. Εκεί κοντά είδα και έναν Τούρκο στρατιώτη με όπλο και δίπλα κανόνι. Εγώ κρύφτηκα για να μη με δη άλλα πρόσεξα ότι δεν κουνιόταν, ήταν ψεύτικος. Προχώρησα πάλι από τα περιβόλια και έφθασα στο δρόμο του Φάραγγα. Από μακρυά είδα σε κάποιο σπίτι 2—3 λαντρόβερς και αρκετούς στρατιώτες και ένα τραπέζι που κάτι έγραφαν. Αμέσως κατάλαβα ότι έπρεπε να ήταν το αρχηγείο τους και αμέσως άλλαξα δρόμο. Μπήκα σε άλλο περιβόλι και μετά βρήκα δυο σπίτια. Σκέφθηκα να μπω μέσα για να δω την κατάστασή του. Μπήκα μέσα και ήταν έρημο: και γύρισα να φύγω και πρόσεξα κάτω ένα ξύλινο σταυρό και αμέσως σκέφτηκα για λίγο το θεό. Τον πήρα και τον έβαλα στην τζέπη μου με την ευχή να με βοηθήση.  Και συνέχισα το δρόμο μου. Σε λίγη ώρα δρόμο από περιβόλι σε περιβόλι αντίκρυσα το σπίτι μου και αμέσως άκουσα ρογχαλίσματα. Φοβήθηκα λίγο αλλά προχώρησα. Στην κρεβατοκάμαρα είδα μια γουρούνα με τα γουρουνάκια και έτσι εξηγήθηκε ο θόρυβος.

Προχώρησα σε όλες τις κάμαρες, μια ερημιά ! Όλα τα αντικείμενα έλειπαν. Το σπίτι ήταν άδειο. Έγινε αγνώριστο. Μόνο ορισμένες κλίνες ήταν, γυμνές. Τα ερμάρια άδεια. Νύκτωσε και έπεσα πάνω σε κάτι άχρηστα ρούχα που ήταν κάτω και κοιμήθηκα. Ύστερα από 6 μήνες κοιμήθηκα στο σπίτι μου. Όταν ξημέρωσε πήρα το δρόμο του γυρισμού χωρίς καθυστέρηση μαζί με το αεροβόλο του πατέρα μου. Πάλι τον ίδιο δρόμο χωρίς εμπόδια. Στα περιβόλια παρατήρησα ότι τα εσπεριδοειδή ήταν πάνω στα δέντρα, δεν τα έκοψαν.

Μετά από λίγη ώρα έφθασα, με την βοήθεια του θεού, στον τόπο που άφησα το ποδήλατό μου. Το πήρα και γύρισα στην Ορμήδεια. Όταν με είδαν οι γονείς μου χάρηκαν που με είδαν καλά και με ρώτησαν πού πήγα και όταν τους είπα έμειναν ξεροί, και μου θύμωσαν να μην ξαναπάω γιατί είναι επικίνδυνο. Τούς διηγήθηκα και την κατάσταση του σπιτιού μας και λυπήθηκαν. Έτσι με την επίσκεψή μου αυτή είδα την κατάσταση του σπιτιού μου και έβγαλα την ιδέα. Η επίσκεψή μου αυτή θα μου μείνη ενθύμιο στην ζωή για την απόφασή μου να παίξω την ζωήν μου κορώνα γράμματα για το σπίτι μου. Αλλά οι ζημιές που μας έκαμαν οι Τούρκοι είναι πολλές και μεγάλες.

Σημ.- Ημερομηνία γεννήσεως μαθητού 4.6.1961. Πραγματικά ο μαθητής ούτος επεσκέφθηκε το σπίτι του όπως το περιέγραψεν. Το αεροβόλον το επήρε από τη κρύπτη που το έβαλε με τον πατέρα του.

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS

Πολιτισμός: Τελευταία Ενημέρωση