Γράφει ο Κώστας Μπαλαχούτης
Δεν ανήκω στους «Βουγιουκλακικούς». Οταν όμως την παρακολούθησα στην παράσταση «Φιλουμένα Μαρτουράνο» στο θέατρο «Αλίκη» το 1986 σε σκηνοθεσία του Σπύρου Ευαγγελάτου, στο πλευρό του Δημήτρη Παπαμιχαήλ, την παραδέχθηκα. Δεν άφηνε τις σιγουριές της, αλλά υπήρχαν στιγμές κορυφώσεων και απαιτήσεων.
Το ίδιο, σε λιγότερη όμως «ένταση», αισθάνθηκα βλέποντάς την και στα «40 Καράτια» (Λίγο πιο νωρίς, λίγο πιο αργά) την επόμενη χρονιά, σε σκηνοθεσία του Διαγόρα Χρονόπουλου.
Οσον αφορά το τραγούδι, τραγουδίστρια δεν ήταν, αλλά είχε τον… τρόπο της. Ερμήνευε πειστικότατα και ορισμένες φορές με αξιώσεις. Δεν είναι τυχαίο ότι πολυτραγούδησε, και μάλιστα με τεράστια επιτυχία.
Αν ρίξουμε μια προσεκτική ματιά στα ονόματα των στιχουργών των τραγουδιών που απέδωσε, ίσως και να εκπλαγούμε: Νίκος Γκάτσος, Βαγγέλης Γκούφας, Δημήτρης Χριστοδούλου, Αλέκος Σακελλάριος, Πυθαγόρας, Κώστας Πρετεντέρης, Λευτέρης Παπαδόπουλος, Λίνα Νικολακοπούλου κ.ά. Το ίδιο ισχύει και για αυτά των συνθετών: Μάνος Χατζιδάκις, Μίκης Θεοδωράκης, Σταύρος Ξαρχάκος, Γιάννης Μαρκόπουλος, Γιώργος Κατσαρός, Μίμης Πλέσσας, Νίκος Μαμαγκάκης, Κώστας Καπνίσης, Δήμος Μούτσης, Μάνος Λοΐζος, Θάνος Μικρούτσικος, Γιώργος Χατζηνάσιος, Σταμάτης Κραουνάκης, Γιώργος Ζαμπέτας και όχι μόνο.
Ο τελευταίος μάς ταξιδεύει με το δικό του ξεχωριστό τρόπο στο μακρινό 1967:
«Μου είχε δώσει στίχους ο Διονύσης Τζεφρώνης, αυτοί οι στίχοι λένε: “Σταλιά σταλιά κι αχόρταγα τα πίνω τα φιλιά σου/κουρνιάζω σαν αδύνατο πουλί στην αγκαλιά σου”. Προσπαθούσα στο σπίτι να το φτιάξω, τίποτα, δεν μπορούσα…
Και λέω (είχα κάτι εισιτήρια φρη – ουάν) να πάω να αλλάξω αέρα, να ηρεμήσω, να ξεχαστώ, και πάω στο Λονδίνο.
Κατέβηκα απ’ το αεροπλάνο, μπήκα σε ένα ταξί για να με πάει στο ξενοδοχείο… Στον δρόμο καθώς πηγαίναμε με το ταξί για το χοτέλ, κάτι είχε αυτό κι έκανε ένα θόρυβο, ντούπι – ντάπα, ντούπι νταπ, ντούπι – ντάπα, ντούπι νταπ. Ακούγοντας αυτούς τους ήχους εγώ τρελαίνομαι, βγάζω το μπουζούκι από τη θήκη και αρχίζω να συνοδεύω τον θόρυβο που έκανε το αμάξι. Αυτό ήταν! Αμάν, βάζω τις φωνές και τα γέλια, το βρήκα το μοτίβο! Αυτό είναι το τραγούδι, πέτυχα την εισαγωγή, τελείωσε το τραγούδι… Τι σου συμβαίνει, μου λέει ο ταξιτζής, νάθινγκ, νάθινγκ… γκόου, γκόου, του λέω… Είχε πάθει ζημιά και του είχε χαλάσει το μασπιέ…
Πάω στο χοτέλι και, με το που κάθομαι, στήνω και το μαγνητόφωνο και γράφω την εισαγωγή και μετά σιγά σιγά κάθομαι και γράφω και τ’ άλλα. Πάντα κουβάλαγα μαζί μου το μπουζούκι και το μαγνητόφωνο. Στο Λονδίνο το έφτιαξα το “Σταλιά – Σταλιά”. Εκεί στο Λονδίνο γεννήθηκε, το 1967…
Μες στο ’67, ο Κώστας Καραγιάννης κάνει ταινία για τη Βουγιουκλάκη. Και με φωνάζει ο Καραγιάννης, γουστάριζε κι η Βουγιουκλάκη για να γράψω. Θα κάνανε “Το κορίτσι του Λούνα Παρκ”, θα έπαιζε και ο Παπαμιχαήλ.
Εγώ έχω σιάξει ήδη το τραγούδι στο Λονδίνο, έχω γυρίσει και κάθομαι στο στούντιο και γράφουμε για την Αλίκη… Εκείνη τη μέρα είχε έρθει εκεί κι ο Σπύρος ο Ράλλης, της εταιρείας μου, μαζί με τη Μαρινέλλα, δεν ξέρω τι δουλειά είχανε να κάνουνε, και καθόντουσαν μέσα και ακούγανε τι παίζαμε εμείς. Ητανε κι ο Καραγιάννης παρών. Οπότε το έχουμε τελειώσει το τραγούδι, έχουμε γράψει τα όργανα, και είναι μόνο να το τραγουδήσει η Βουγιουκλάκη.
Και μπαίνει μέσα η Βουγιουκλάκη με την αυλή της, με τους αυλικούς της! Μπαίνοντας μέσα, “γεια σας”, λέει. “Γεια σου, Αλικάκι”, της λέω, “σου ’χω εδώ ένα πράμα, μέλι, θα τρελαθείς αν πεις αυτό το τραγούδι, το καλύτερο τραγούδι που έχω γράψει ποτέ μου!”. “Για να τ’ ακούσω”, λέει, “για να τ’ ακούσω!”. Και της το παίζω. Και γυρνάει και τι μου λέει… Τι μου λέει! “Αυτό θα το πω εγώ; Αυτό να το δώσεις να το πει ο Καζαντζίδης”.
Κοκκάλωσα, κόντεψε να μου πέσει κάτω το μπουζουκάκι μου. Μου ’σπασε τον τσαμπουκά όλον, μου κόπηκε το αίμα, έπαθα συγκοπή. Μου έφυγαν τα νύχια, μου έφυγαν τα μάτια, μου έφυγαν τ’ αυτιά. Κουφάθηκα, τρελάθηκα, συφιλιάστηκα. Δεν μπόρεσα να πω μια λέξη, μια μικρή λεξούλα. Κανονικό άγαλμα. Εν τω μεταξύ, μέσα τα μικρόφωνα ήταν ανοιχτά και τα ακούσανε όλα όλοι τους. Παίρνει χαμπάρι ο Καραγιάννης τι έγινε και έρχεται και μου λέει, “έλα εδώ ρε, εγώ κάνω κουμάντο εδώ, κάνε ’συ τη δουλειά σου, γράψε ό,τι σου καυ@@σει, ό,τι γουστάρεις!”. Και ήρθε το αίμα μου στη θέση του.
Στο αναμεταξύ, κάνει η Βουγιουκλάκη αυτά που είχε να κάνει με τον Καραγιάννη και φεύγει. Εμείς τελειώναμε, ήμασταν έτοιμοι, τα μαζεύαμε, και έρχεται η Μαρινέλα από μέσα. Ερχεται και μου λέει στ’ αυτί, “μανίτσα να το πω εγώ αυτό το τραγούδι;”. Εγώ, επειδή την αγαπούσα, και επειδή είχαμε πολλά χρόνια παρτίδες μαζί, της λέω, “ό,τι γουστάρει η Κίτσα!”. Εμείς έτσι τη λέγαμε, με το χαϊδευτικό της. Το όνομά της το κανονικό είναι Κυριακή, και τη λέγαμε Κίτσα.
Αλλά η ώρα είχε πάει 3.30 και ήμουνα στο στούντιο από τις 9 το πρωί και το βράδυ δουλειά. Επρεπε να ξεκουραστώ. Και της λέω, “μπείτε μέσα και πες το όπως θέλεις εσύ, εγώ φεύγω, πάω σπίτι και όταν τελειώσετε πάρτε με τηλέφωνο να μου το βάλετε να το ακούσω κι εγώ. Καλή επιτυχία, γεια σας, γεια σου” κι έφυγα. Πήγα σπίτι, μέχρι να τσιμπήσω, δεν περνάει πολλή ώρα, χτυπάει τηλέφωνο και μου λέει “τελειώσαμε”. Μου το βάζουν να το ακούσω και πάγωσα. Μπράβο, ρε Μαρινέλλα, λέω, μπράβο! Πώς το είχε τραγουδήσει έτσι, πόσο γλυκά το είπε, τι ψυχούλα που έβαλε…» (¹)
Το τραγούδι είναι από εκείνα που σηματοδότησαν την αυτόνομη πορεία της Μαρινέλλας στο τραγούδι μετά τον χωρισμό της από τον Στέλιο Καζαντζίδη, στη ζωή και την τέχνη, το 1966.
Πηγές:
¹ Απόσπασμα από το βιβλίο της Ιωάννας Κλειάσιου: «Γιώργος Ζαμπέτας: Βίος και πολιτεία» (εκδόσεις Ντέφι, 1997)




























