ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 

Στροβιλίζοντας νότες και ακόρντα

Οι Τρίο Τεκκέ μιλάνε στην «Κ» για τον νέο τους δίσκο «Strovilos» και τα νέα μονοπάτια που ακολουθούν

Του Απόστολου Κουρουπάκη

Του Απόστολου Κουρουπάκη

kouroupakisa@kathimerini.com.cy

«Strovilos» είναι ο τέταρτος δίσκος της κυπριακής μπάντας Τρίο Τεκκέ (Αντώνης Αντωνίου [φωνή, τζουράς, ηλεκτρονικά], Λευτέρης Μουμτζής [κιθάρα, φωνή, synths] και ο Αγγλοχιλιανός Colin Somervell [μπάσο], ο οποίος κυκλοφορεί από τη βρετανική δισκογραφική Riverboat Records, θυγατρική της κολοσσού World Music Network. Μια συνεργασία που έμελλε να γίνει, αφού το 2011 ένα κομμάτι του γκρουπ από τον δίσκο «Samas» εντάχθηκε σε μια συλλογή της World Music Network με το όνομα «The Rough Guide to Undiscovered World Music». Ο καιρός συγκατατέθηκε και τελικά, ο νέος δίσκος των Τρίο Τεκκέ κυκλοφόρησε από τη Riverboat Records. Ο δίσκος, όπως λένε στην «Κ» οι μουσικοί της μπάντας, είναι αποτέλεσμα μιας στροβιλώδους διαδικασίας, εξ ου και το όνομα. Στη νέα τους δουλειά κατασταλάζουν μέσα στα καινούργια ηχητικά μονοπάτια που ακολούθησαν με τον προηγούμενο δίσκο τους «Zivo» και μοιάζουν έτοιμοι να περπατήσουν σε αυτά πιο αποφασιστικοί από ποτέ.

Ακούστε το κομμάτι «Η φουρτούνα της αυγής» του δίσκου».


–Μια ερώτηση που πάντα με ενδιαφέρει… η ονομασία του δίσκου, γιατί «Strovilos»;
–Ο τίτλος βέβαια προέρχεται από το ομώνυμο κομμάτι που περιλαμβάνεται στον δίσκο. Στρόβιλος είναι μια λέξη με διάφορες έννοιες για μας. Μόνο και μόνο αν πάρουμε τον τρόπο πώς εξελίχτηκε η διαδικασία υλοποίησης αυτού του δίσκου τα τελευταία τρία χρόνια που τον δουλεύουμε on and off, για μας παρομοιάζεται με στρόβιλο. Ηχογραφήσεις στο Λονδίνο, στη Λευκωσία, στην Αθήνα, ταξίδια, συναυλίες και ενδιάμεσα ηχογραφήσεις, ηχογραφήσεις να στέλλονται μπρος πίσω από τα διάφορα στούντιο για να προστεθούν άλλα κανάλια και ήχοι. Ένας χαμός. Εν τέλει Στρόβιλος είναι και το κομμάτι στον δίσκο που αφιερώνουμε στον αγαπημένο μας φίλο Γιάγκο Γιάγκου, ο οποίος έφυγε από τη ζωή πρόωρα πριν από τρία χρόνια και είναι εμπνευσμένο από αυτόν και τον τρόπο που έζησε τη ζωή του.

–Ο τέταρτος δίσκος έχει μια διαφορετική ενέργεια από τους προηγούμενους, ισχύει;
–Είναι ο δίσκος που κάπως κατασταλάζουμε μέσα στα καινούργια ηχητικά μονοπάτια που ακολουθήσαμε με τον προηγούμενο δίσκο «Zivo» (2017) και τη συνεργασία με τον ντράμερ Dave De Rose. Δηλαδή, όταν αρχίσαμε να φανταζόμαστε ηχογραφημένα τα κομμάτια του «Zivo» όλα ήταν καινούργια και άγνωστα, ενώ στη συνέχεια ριχτήκαμε όπως όπως μέσα σε ένα αυτοσχέδιο στούντιο στο Λονδίνο για 5 μέρες για να τον αποτυπώσουμε, αυθόρμητα. Σε αυτή τη δεύτερη προσπάθεια είχαμε ήδη μάθει πώς δουλεύουν κάποια πράγματα. Είχαμε δοκιμάσει αυτή την προσέγγιση αρκετά σε πολυάριθμες συναυλίες. Συνηθίσαμε δηλαδή να παίζουμε με τα ηλεκτρικά όργανα πια, με τα τύμπανα και με την καινούργια αυτή αίσθηση της μουσικής σε σχέση με τον ακουστικό τρόπο που παίζαμε από το 2005.

–Ο εμπλουτισμός της ηχητικής παλέτας σας πώς προέκυψε;
–Αυτό προέκυψε κάπως αυθόρμητα χωρίς ιδιαίτερο πλάνο. Δηλαδή αρχίσαμε να ηχογραφούμε στο στούντιο στο Λονδίνο και ακούγοντας πού μας πήγαινε ο ήχος και με το ευτύχημα ότι στο στούντιο που γράφαμε υπήρχαν διάφορα όργανα για να πειραματιστούμε αρχίσαμε να προσθέτουμε ήχους. Τα πλήκτρα για παράδειγμα ήταν κάτι που δεν είχαμε χρησιμοποιήσει σε κανένα προηγούμενο δίσκο.

–Τα synthesizers, organ, farfisa, δένουν με τον τζουρά και τη λογική του ρεμπέτικου/λαϊκού;
–Κατά κάποιον τρόπο, επειδή ακριβώς δένουν με τον ήχο, του λαϊκού τουλάχιστον, κάπως έτσι εισχώρησε αρχικά το organ, με στυλ farfisa ήχο, γιατί ήταν ένας ήχος τον οποίο βρίσκεις σε πάρα πολλά λαϊκά τραγούδια της δεκαετίας του ’70, αρχικά. Και λόγω του ότι κάποια κομμάτια του δίσκου γέρνουν αρκετά προς το λαϊκό, μας πήγε εκεί και κάπως υποσυνείδητα. Βοήθησε βέβαια και το γεγονός ότι στα στούντιο που γράφαμε υπήρχαν και τέτοια όργανα για να μας εμπνεύσουν. Αργότερα, επιστρέφοντας για εγγραφές στην Κύπρο αρχίσαμε να δοκιμάζουμε και διάφορα synthesizers και ηλεκτρονικά, όλα, λοιπόν, κάπως έδεσαν όμορφα κάτω από μία γενικότερη ομπρέλα που μπορούμε να ονομάσουμε «ψυχεδέλεια».


Εξελισσόμαστε ως άνθρωποι και ως μουσικοί

–Μήπως πιέζετε αρκετά τα όρια του ρεμπέτικου και του λαϊκού, προς κάτι περισσότερο υβριδικό; Μπορούμε το 2020 να μιλάμε για ρεμπέτικη μουσική κουλτούρα;
–To ρεμπέτικο είναι η αρχή για αυτή τη μουσική. Είναι η ρίζα. Όπως ήτανε κάποτε και για τη λαϊκή ελληνική μουσική που το ακολούθησε. Έτσι και για μας το ρεμπέτικο είναι η ρίζα του γκρουπ μας. Αλλά και όπως ένα φυτό μεγαλώνοντας ελίσσεται μέσα από ό,τι το περιτριγυρίζει, έτσι και εμείς και η μουσική μας αλλάζουμε ανάλογα με αυτά που μας περιβάλλουν και μας επηρεάζουν. Δεν πιστεύουμε ότι φεύγουμε πολύ μακριά πάρα μόνο εξελισσόμαστε ως άνθρωποι και ως μουσικοί, κρατώντας ταυτόχρονα μια παράδοση και ένα τρόπο έκφρασης ζωντανά. Εξάλλου για να έχει πλέον νόημα το ρεμπέτικο ή λαϊκό πρέπει κατά την άποψή μας να προσαρμοστεί στην σημερινή εποχή, αφού μιλάμε για καινούργια, αυθεντικά τραγούδια και όχι επανεκτελέσεις. Δηλαδή δεν κάνει και πολύ νόημα σήμερα να γράφεις μουσική και στίχους ακριβώς όπως τότε που άνθισαν αυτά τα είδη, γιατί ακριβώς θα είναι αποτυχημένα στο να αντικατοπτρίζουν τη σημερινή κουλτούρα της κοινωνίας.

–Λέτε ότι μπαίνετε σε νέα μονοπάτια, ποια είναι αυτά;
–Με τα νέα μονοπάτια εννοούμε την εξέλιξη του ήχου και της μουσικής μας, αλλά και πιθανότατα και του τρόπου που θα παρουσιάζουμε αυτή τη μουσική ζωντανά. Δηλαδή πλέον συζητάμε την πιθανότητα να βγαίνουμε στη σκηνή σαν 5 μουσικοί, με τζουρά, κιθάρα, μπάσο, τύμπανα και πλήκτρα, για ένα πιο ολοκληρωμένο και εξελιγμένο ήχο. Είναι πολλά που συζητάμε που βέβαια έμειναν στη μέση τώρα γιατί οι ευκαιρίες για ζωντανές εμφανίσεις ξαφνικά πάγωσαν. Επίσης, θα θέλαμε να ξανασυστηθούμε πιο ζεστά και στο ελληνικό κοινό, το οποίο νιώθουμε ότι μετά από την τετράχρονη περίοδο όπου τα πράγματα ήταν κάπως στάσιμα για μας, χάσαμε κάπως την επαφή. Και φυσικά να ξανασυστηθούμε με τον καινούργιο μας πλέον ήχο και τραγούδια, γιατί τότε το γκρουπ είχε γίνει γνωστό κυρίως λόγω των διασκευών του ρεμπέτικων τραγουδιών.

–Μιλήστε μου για τις τρεις ενδιαφέρουσες συνεργασίες στον δίσκο; Τις επιδιώκετε πάντως.
–Ήταν τραγούδια στον δίσκο τα οποία δεν μας έβγαινε να τα πούμε εμείς. Και για πρώτη φορά είπαμε να το τολμήσουμε και να ζητήσουμε σε κάποιους άλλους να τα τραγουδήσουν. Αγαπημένες φωνές και αγαπημένους φίλους. Και πραγματικά μόνο και μόνο η θετικότητά τους προς την πρότασή μας ήταν συγκινητική. Ο Δημήτρης Μυστακίδης είναι σίγουρα ένας μάστορας και διδάσκαλος του ρεμπέτικου τα τελευταία 20 χρόνια και κάποιος από τον οποίο και εμείς μάθαμε αρκετά σε σχέση με αυτή τη μουσική. Ο Φώτης Σιώτας, πρωτοποριακός βιολιστής αλλά και μια ιδιαίτερη, ζεστή φωνή που έχει τραγουδήσει κλασικά τραγούδια, όπως το «Αερικό» του Θανάση Παπακωνσταντίνου ανάμεσα σε άλλα, και ο οποίος έχει κυκλοφορήσει και αυτός ένα εξαιρετικό λαϊκό δίσκο πέρσι με τον τίτλο «Τα Δεύτερα». Ο Κύπριος τραγουδιστής Γιάννης Διονυσίου, που παρόλο το νεαρό της ηλικίας του, η φωνή του ακούγεται ήδη λες και έχει μεστώσει στον χρόνο σαν παλιό κρασί. Και οι τρεις τους έδωσαν φοβερές ερμηνείες και ανύψωσαν τα κομμάτια σε ένα άλλο επίπεδο και τους ευγνωμονούμε για αυτό.


Καιρός για διεκδίκηση



–Πιστεύετε ότι το τρίο τεκκέ, αλλά και οι άλλοι καλλιτέχνες της Κύπρου έχουν την αποδοχή που αξίζουν στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση της χώρας;
–Πιστεύουμε ότι θα μπορούσε να γίνεται πολύ καλύτερη δουλειά σε αυτό τον τομέα. Υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι έχουν το ενδιαφέρον και το μεράκι και το παλεύουν κάπως ανεξάρτητα, αλλά γενικότερα δεν υπάρχει κάποια πρόνοια για προβολή της ντόπιας μουσικής, η οποία πλέον δεν μπορεί πλέον να είναι αμελητέα ή να μπαίνει σε δεύτερη μοίρα. Υπάρχει παραγωγή πια στον τόπο και το επίπεδο είναι αρκετά ψηλό και χρειάζεται να ακουστεί. Δυστυχώς, έχουμε μάθει σαν κύπριοι μουσικοί να μην ελπίζουμε ή να παλεύουμε ιδιαίτερα για κάτι καλύτερο από αυτό που μας προσφέρεται αλλά ίσως είναι καιρός να αρχίσουμε να το κάνουμε.

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS

Μουσική: Τελευταία Ενημέρωση

X