Kathimerini.gr
Ο Καζαντζίδης αγαπούσε και εκτιμούσε ξεχωριστά τη Μαρινέλλα. Ακόμα και πριν φύγει απ’ τη ζωή μιλούσε με τα καλύτερα λόγια για εκείνη. Ισως κάπου τον στεναχωρούσε που εκείνη προτίμησε το τραγούδι και τις υποχρεώσεις του απ’ την απλή οικογενειακή ζωή που της πρόσφερε όταν αποφάσισε να εγκαταλείψει τις ζωντανές παραστάσεις αλλά αναγνώριζε πως ήταν «γεννημένη αρτίστα», οπότε η επιλογή της ήταν μονόδρομος.
Και η Μαρινέλλα με τη σειρά της εκφραζόταν με ανάλογο τρόπο για τον Καζαντζίδη και τις αρετές του. Μόνο στις αρχές της δεκαετίας του ’70 με νωπό το χωρισμό τους έκανε κάποια μικροπαραπονάκια για εκείνον, δίχως όμως να αμφισβητήσει στιγμή την ακεραιότητα και το ηθικό του ανάστημα.
Να σημειώσουμε πως όταν ο Καζαντζίδης συναντά τη Μαρινέλλα το 1957 στη Σαλονίκη, εκείνος είναι ήδη καταξιωμένος ερμηνευτής με πολύ περισσότερα από 100 τραγούδια στο ενεργητικό του και με δυνατές επιτυχίες.
Μου έλεγε λοιπόν, μεταξύ πολλών άλλων, ο Καζαντζίδης για τη Μαρινέλλα:
«Το πρώτο μας “ραντεβού” με την Μαρινέλλα ήταν σε μια βάρκα»
«Το πρώτο μας “ραντεβού” με την Μαρινέλλα ήταν σε μια βάρκα… Ναι, είναι αλήθεια. Το ίδιο βράδυ που γνωριστήκαμε, το πρωί μετά, χωρίς καν να πάμε για ύπνο, πήγαμε για ψάρεμα. Πρώτα απ’ όλα μου άρεσε η Μαρινέλλα σαν τραγουδίστρια. Είχε κάτι το διαφορετικό από τις άλλες που είχα δει μέχρι τότε. Μαζί με το τραγούδι έκανε κάτι χορευτικά και γενικά είχε μια θεατρικότητα. Νομίζω ότι είχε κάνει και κάποιες περιοδείες με γνωστούς θιάσους στην επαρχία και στα νησιά, όπου έλεγε τραγούδια της Βέμπο. Την παρακολούθησα κι εγώ σε μια παράσταση που έδωσε, αν θυμάμαι καλά, στο στρατιωτικό θέατρο. Τραγουδούσε πολύ όμορφα και σιγά – σιγά μαζί μου προσαρμόστηκε στο λαϊκό στοιχείο. Η φωνή της ταίριαξε απόλυτα με την δική μου, κόλλησε πάνω μου όσο καμιά άλλη φωνή. Στην αρχή ήμουν λίγο επιφυλακτικός μαζί της, μετά τον χωρισμό μου με την Γκρέυ… Ένα άλλο κοινό στοιχείο που είχαμε ήταν ότι μας άρεσε πολύ ο κινηματογράφος. Και πρέπει να ξέρεις ότι με την Μαρινέλλα χωρίσαμε σαν φίλοι κι έχουμε παραμείνει φίλοι, με καλά και αγνά αισθήματα ο ένας για τον άλλο».*
Και συνεχίζει ο Καζαντζίδης για τη Μαρινέλλα, αυτή τη φορά στο Βασίλη Βασιλικό:
«Όταν έκλεισε το Λουξεμβούργο, κατέβηκα στου Ξυπολητάκου στην Αθήνα, με τη Μαρινέλλα. Κάναμε ένα πολύ ωραίο συγκρότημα με Λαύκα, με Καλδάρα, με τον Βασίλη τον Βασιλειάδη ακορντεόν, με Γιώργο Τσιμπίδη μπουζούκι. Μιλάμε για συγκρότημα αξιώσεων και ο κόσμος πάρα πολύς. Εκεί έρχεται πολύ συχνά η Μάρθα Καραγιάννη με τον Χατζηχρήστο, που την είχε φιλενάδα του. Έρχεται πολύ συχνά ο Γιώργος Οικονομίδης με την Μάριον Σίβα που την είχε βρει στη Δράμα και την κατέβασε στην Αθήνα. Πολύς θεατρόκοσμος. Οι καλλιτέχνες φέρνουνε και τον δικό τους κόσμο. Ο Λαύκας είχε τις δικές του παρέες, είχε Μενίδι, αρβανιτιά. Ο Καλδάρας προσωπικότητα. Το μαγαζί κάθε βράδυ γεμάτο. Η Μαρινέλλα κερδίζει έδαφος συνεχώς, ανεβαίνει. Στην αρχή τα είχε λίγο χαμένα, γιατί ήταν αλλιώς μαθημένη στη Θεσσαλονίκη. Ήταν πιο εγκάρδιος ο κόσμος. Εδώ είδε ψυχρούς τους ανθρώπους. Πελάτες που έρχονταν να κάνουν το κέφι τους, να πληρώσουν. Η Μαρινέλλα είχε τάσεις για κίνηση. Ήταν μαθημένη από το θέατρο όπου τραγούδαγε. Της έλεγα να κάθεται φρόνιμα. «Ο κόσμος που έρχεται στο μαγαζί», της έλεγα, «και το είδος των τραγουδιών που λέμε δεν επιτρέπουν κουνήματα πολλά». Τότε που είχε βγάλει ο Χιώτης το «Αφού το θες τούτη τη βραδιά», κάποια μέρα με ρώτησε: «Μπορώ να πω αυτό το τραγούδι;». Της λέω: «Πες το». Κι όταν το είπε και είδαμε πως έχει και άλλα προσόντα, κάτι άλλαξε μέσα μας και τη δεχθήκαμε σαν διαφορετική. Προς το καλό, βέβαια, πάντα. Όσο κι αν εμένα δε μου άρεσε το κούνημα, γιατί το θεωρούσα πρόκληση, σα να ζήταγε εραστή από κάτω. Στη συνέχεια, μαστόρεψε πολύ. Μετά τη Μαρινέλλα βγήκανε πάμπολλες τραγουδίστριες που κάναν διάφορες κινήσεις… Γιατί είναι πραγματική αρτίστα. Έχει ψυχή μέσα της. Αυτή η κοπέλα γεννήθηκε για το τραγούδι και για το χορό».**
Κλείνω παραθέτοντας δύο από τις τρεις πρώτες ηχογραφήσεις, σε στίχους και μουσική του Γιώργου Μητσάκη που φωνογράφησαν ως ντουέτο ο Καζαντζίδης με τη Μαρινέλλα το Νοέμβρη του 1957. Πρόκειται για μεγάλα και διαχρονικά σουξέ.
Ο τρόπος που ενώνουν τις φωνές τους Καζαντζίδης και Μαρινέλλα είναι πρωτοποριακός και απαράμιλλος, μη αντιγράψιμος. Στο «Η πρώτη αγάπη σου είμαι εγώ», τραγουδούν μαζί απ’ την αρχή έως και το τέλος του τραγουδιού λειαίνοντας και λυγίζοντας ακόμα και τις πιο σκληρές, άπονες και σιδερένιες καρδιές.
Στο «Νίτσα Ελενίτσα» η Μαρινέλλα συνοδεύει με μοναδικά φωνητικά τερτίπια, πρωτόγνωρα για το λαϊκό τραγούδι εκείνων των καιρών τον Καζαντζίδη, βγαίνοντας ψηλά και πάνω από την ερμηνεία του Στέλιου, με έρρινες και αέρινες πινελιές. Το δε φινάλε του τραγουδιού με το γλυκό πάντρεμα και σβήσιμο των φωνών τους είναι αφοπλιστικά γοητευτικό. Δεν σεκοντάρει απλώς ο ένας τον άλλον. Μέσα από την διαδικασία της συνεύρεσής τους στο μικρόφωνο, λειτουργούν καθένας τους εντελώς διαφορετικά, πέρα από τα όρια και πλαίσια του ρόλου τους, διαμορφώνοντας ένα νέο φωνητικό πρότυπο, για τη σύζευξη που καλούμε ντουέτο.
Μην παραγνωρίζουμε το γεγονός, ότι είναι νέοι, ωραίοι, καθιερωμένοι, με δίψα για ζωή και επιτυχίες σε επαγγελματικό και προσωπικό επίπεδο, και βέβαια ερωτευμένοι. Όλα αυτά απογειώνουν τα τεχνικά γνωρίσματά τους, που δεδομένα κινούνται σε δυσθεώρητα ύψη.




























