ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 

Ζώντας με τις μουσικές του Ενιο Μορικόνε

Ο Ενιο Μορικόνε, έχοντας συνθέσει γύρω στα 500 σάουντρακ μέσα σε περίπου έξι δεκαετίες

Newsroom Κ, Αθήνα

ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΧΑΡΩΝΙΤΗ*

Το 1985 υπηρετούσα τη θητεία μου στη Μυτιλήνη. Για να έχω επαφή με όσα συνέβαιναν στη μουσική διάβαζα κάθε μήνα τον «Ηχο» – στον οποίο έγραφα ήδη από το καλοκαίρι του 1978, όταν ήμουν φοιτητής. Στον «Ηχο» ήταν λοιπόν που διάβασα μια κριτική παρουσίαση του αείμνηστου φίλου και συνάδελφου Νίκου Τριανταφυλλίδη για τον δίσκο «The Big Gundown – John Zorn Plays the Music of Ennio Morricone». Ηθελα τον δίσκο και ήταν τέτοια η άμεση ανάγκη που μου γεννήθηκε να πάρω άδεια, ώστε την άλλη μέρα βρισκόμουν στην Αθήνα και τριγύριζα στα κεντρικά δισκάδικα για να τον βρω! (Εκείνη την εποχή τέτοιοι δίσκοι κυκλοφορούσαν ως περιορισμένης εισαγωγής και υπήρχε πιθανότητα να έχει ήδη εξαφανιστεί από την αγορά). Φυσικά τον βρήκα και έτρεξα στο σπίτι να τον ακούσω με την ίδια αδημονία που με χαρακτήριζε όταν ήμουν έφηβος σε ανάλογες περιπτώσεις. Και ακούγοντας, μέσα από τις extreme πρακτικές του Zoρν, ενός μουσικού με αποδομητικές συνήθειες αλλά με πίστη στη μελωδία και τις συνθετικές ποιότητες του Moρικόνε, έρχονταν στον νου μου όσα είχα δει τα προηγούμενα 10-15 χρόνια στις ταινίες «The Big Gundown» του Σέρτζιο Σολίμα, «Peur sur la ville» και «Le casse» του Ανρί Βερνέιγ, «Battle of Algiers» του Τζίλο Ποντεκόρβο,

«Giu la testa» του Σέρτζιο Λεόνε, «La classe operaia va in paradiso» του Ελιο Πέτρι...

Με το που τελείωσε η ακρόαση, ήξερα ότι έπρεπε να μαζέψω όσους δίσκους του Moρικόνε είχα ώς τότε και να τους βάλω σε μία σειρά μαζί με όσες αναμνήσεις είχα μαζέψει όλα αυτά τα χρόνια, από το καλοκαίρι του 1969, όταν πρωτοείδα σε σινεμά της γειτονιάς μου την ταινία «The Good, the Bad and the Ugly» – εκεί ήταν που ένιωσα πρώτη φορά να με μαγνητίζει και το όνομα «Eνιο Μορικόνε» και η μουσική του. Συνειδητοποίησα ότι οι μουσικές του δεν με είχαν εγκαταλείψει ούτε στιγμή όλα αυτά τα χρόνια και ότι είχαν διαμορφώσει το γούστο και την αισθητική μου παράλληλα με οτιδήποτε άλλο αγαπούσα, από το ροκ και τη μοντέρνα τζαζ ώς το no wave που ανοιγόταν μπροστά μας στη μεταμοντέρνα δεκαετία του ’80.

Στις πρώτες τάξεις του γυμνασίου, μάζευα το χαρτζιλίκι που μου έδιναν οι γονείς μου και αγόραζα όλα τα σαρανταπενταράκια με τις μουσικές από τα γουέστερν του Σέρτζιο Λεόνε ή του Τεσάρι. Η μουσική του Moρικόνε με γοήτευε και αυτό πίστευα ότι θα έκανε και στους άλλους – όμως μάλλον γινόμουν ελαφρώς αντιπαθής στα πάρτι όταν αντί για το «Hey Jude» ή το «Ob-la-di Ob-la-da» έβαζα στο πικάπ το «Angel Face» ή το «La resa dei conti»! Ωσπου το πήρα απόφαση πως οι μουσικές του θα ήταν μάλλον μια προσωπική μου υπόθεση, εντελώς διαχωρισμένη από οτιδήποτε καθόριζε τη νεανική μας κουλτούρα στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’70.

Είχα την ευτυχία να ζω σε πραγματικό χρόνο την εξέλιξη της μουσικής του Eνιο Mορικόνε και ό,τι άκουγα στη σκοτεινή αίθουσα συνέβαλε σε μια συνεχή διεύρυνση της προσωπικής μου αισθητικής και αντίληψης σε σχέση με τη μουσική. Τα σάουντρακ ταινιών όπως «Sacco e Vanzetti» ή «Metello» έμπαιναν και στην ποπ καθημερινότητά μας καθώς ακούγαμε να τραγουδούν στη γλώσσα μας ο Πασχάλης το «Ευχές για σας» («Here’s to You») και η Ελπίδα το «Εγώ κι εσύ» («Io e te») ενώ λίγο αργότερα, στη φοιτητική μου ζωή και σε κάθε μου κινηματογραφική εμπειρία, χανόμουν στους κόσμους του ευρωπαϊκού σινεμά, του ιταλικού giallo ή του γαλλικού αστυνομικού ή του ευρύτερα κοινωνικοπολιτικού των seventies μέσα από τις μουσικές του Moρικόνε. Είχα ξεκαθαρίσει ότι οι μουσικές του θα ήσαν πάντα πλάι και θα λειτουργούσαν ανεξάρτητα από τις ροκ, μπλουζ, τζαζ ή οτιδήποτε κύριες μουσικές επιλογές μου.

Στη δεκαετία του ’70

Στη δεκαετία του ’70 μπορούσε να παρατηρήσει κανείς το εξής περίεργο: ενώ ο Moρικόνε ήταν πολυγραφότατος, ήταν σχετικά δύσκολο να βρεις τα σάουντρακ των ταινιών στα οποία έγραφε τη μουσική γιατί πολύ λίγα από αυτά έβγαιναν σε ολοκληρωμένα άλμπουμ – τις περισσότερες φορές στην αγορά έβγαινε ένα σινγκλ με δύο κομμάτια από την ταινία και μάλλον μέσα από άλμπουμ / συλλογές (που κι αυτά ήταν δυσεύρετα στη χώρα μας) μπορούσες να έχεις απτή μια πιο πλήρη εικόνα του. Σίγουρα όμως είχε διαφανεί πως ήταν ένας συνθέτης με απεριόριστη γκάμα και ένας μουσικός που μπορούσε να δουλέψει από την ποπ ώς την αβάν γκαρντ, από την προκλασική ώς το σύγχρονο ροκ, από τη λαϊκή ώς την ηλεκτρονική.

Ενα σημαντικό άλμπουμ σύγχρονης μουσικής του Moρικόνε που μας αφορά ως Ελληνες αλλά παραμένει άγνωστο, είναι το «Non Devi Dimenticare - da vi scrivo da un carcere in Grecia» με ποίηση του Αλέξανδρου Παναγούλη από την εποχή που ήταν κρατούμενος της χούντας. Μέσα από τις μουσικές του, ακούμε να απαγγέλλουν η Aντριάνα Αστι, ο Παζολίνι, ο Τζιαν Μαρία Βολοντέ και ο ίδιος ο Παναγούλης. Ο δίσκος κυκλοφόρησε το 1979, όταν πια και ο Παναγούλης αλλά και ο Παζολίνι δεν ζούσαν – αρχικά όμως πρέπει να προοριζόταν για κυκλοφορία το 1974-75.

Ο Ενιο Μορικόνε, σπουδαία προσωπικότητα της σύγχρονης μουσικής, συνέθεσε γύρω στα 500 σάουντρακ μέσα σε περίπου έξι δεκαετίες.

Δημιουργικές συνεργασίες με σκηνοθέτες και ισχυρές φιλίες

Ο Ενιο Μορικόνε, έχοντας συνθέσει γύρω στα 500 σάουντρακ μέσα σε περίπου έξι δεκαετίες, έχει συνεργαστεί με πληθώρα σκηνοθετών, με πολλούς από τους οποίους είχε αναπτύξει ισχυρούς δεσμούς φιλίας. Φυσικά, η αρχή έγινε με τον Σέρτζιο Λεόνε με τον οποίο ήταν και συμμαθητές στην τρίτη δημοτικού – πράγμα που του το θύμισε ο Mορικόνε στην πρώτη τους συνάντηση, πριν ακόμα καταλήξουν στο ότι θα έγραφε τη μουσική στο «Per un pugno di dollari». Η συνεργασία τους ήταν τόσο δημιουργική που καθόρισε την τέχνη και των δύο σε μέγιστο βαθμό. Το ίδιο έχει συμβεί και τις τελευταίες δεκαετίες με τον Τζουζέπε Τορνατόρε. Η σχέση τους υπήρξε επίσης άκρως δημιουργική και σε κάποιες περιπτώσεις, όπως στις ταινίες «Una pura formalita» και «La sconosciuta», φαίνεται η μουσική του Mορικόνε να έχει γραφτεί μόνο και μόνο για να μπει αντιστικτικά στη δράση.

Ο Eνιο όμως είχε και ισχυρές φιλίες με ηθοποιούς. Κλασικό παράδειγμα ο Ζαν-Πολ Μπελμοντό, με τον οποίο είχαν συνεργαστεί πολλές φορές. Πιο γνωστή είναι μάλλον η περίπτωση της ταινίας «Le professionnel» του Ζορζ Λότνερ με την πασίγνωστη επιτυχία «Chi mai». Λοιπόν, το κομμάτι αυτό ανήκε στο σάουντρακ μιας άλλης ταινίας που γυρίστηκε 10 χρόνια πιο πριν, το 1971. Ηταν η «Maddalena», ένα περίεργο φιλμ σε σκηνοθεσία του Πολωνού Γέρζι Καβαλέροβιτς με πρωταγωνίστρια τη Λίζα Γκαστόνι. Η ταινία δεν είχε καμιά τύχη – όχι όμως και το σάουντρακ που είναι ένα από τα πιο δυνατά του Μορικόνε. Το «Chi mai» από τη «Maddalena» έγινε μεγάλη επιτυχία καθώς χρησιμοποιήθηκε ως το βασικό θέμα της τηλεοπτικής σειράς του BBC «The Life and Times of Lloyd George». Ο Μπελμοντό ζήτησε από τον Mορικόνε να χρησιμοποιήσει αυτό το κομμάτι στο σάουντρακ και αυτός όχι μόνο δεν του χάλασε το χατίρι αλλά συνέθεσε όλη τη μουσική με τέτοιο τρόπο που να κορυφώνεται στη δραματική σκηνή του τέλους με το «Chi mai».

Ο Eνιο μάλλον δεν ένιωθε καλά όταν συνεργαζόταν με Αμερικανούς – παλιά είχαν επιχειρήσει να του τη φέρουν στα οικονομικά και έκτοτε δεν τους είχε εμπιστοσύνη. Παρά ταύτα, δούλεψε θαυμάσια με τον Τέρενς Μάλικ στο «The Days of Heaven», με τον Ρόλαντ Τζοφ στο «The Mission», με τον Μπράιαν ντε Πάλμα κατ’ επανάληψιν («Casualties of War», «The Untouchables», «Mission to Mars») κ.ά. Ηταν αρνητικός και σε όποια πρόταση του έκαναν να εγκαταλείψει τη Ρώμη και να εγκατασταθεί στο Χόλιγουντ – αλλά αυτό είχε να κάνει μάλλον με τον χαρακτήρα του. Σε όλη του τη ζωή ο Mορικόνε ακολουθούσε μια σταθερή καθημερινή ρουτίνα που περιελάμβανε πρωινό ξύπνημα, αδιάκοπη σύνθεση στο γραφείο του ώς το μεσημέρι, ηχογραφήσεις στο στούντιο ώς το απόγευμα και ήσυχη οικογενειακή ζωή πλάι στην αγαπημένη του Mαρία και τα παιδιά του. Ως την τελευταία στιγμή της ζωής του.

* Ο κ. Γιώργος Χαρωνίτης είναι δημοσιογράφος και μουσικοκριτικός στο περιοδικό «Αθηνόραμα».

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS

Μουσική: Τελευταία Ενημέρωση