Του ΔΟΝΑΤΟΥ Φ. ΔΗΜΟΥ
Στη μνήμη της Βαρβάρας Δρίμτζια Μαραγγού, με αγάπη, σεβασμό και ευγνωμοσύνη.
Μια γυναίκα που γνώρισε την τραγωδία και τις στερήσεις αλλά δεν έχασε ποτέ την αρχοντιά της. Που γνώρισε τον πόνο αλλά δεν έπαψε να προσφέρει αγάπη.
Υπάρχουν άνθρωποι που η ζωή τους ξεπερνά τα όρια της προσωπικής τους διαδρομής. Άνθρωποι που γίνονται η ζωντανή έκφραση μιας ολόκληρης γενιάς, ενός τόπου, μιας εποχής. Η Βαρβάρα Δρίμτζια Μαραγγού, που έφυγε πρόσφατα από τη ζωή, έχοντας διανύσει σχεδόν έναν αιώνα ζωής, υπήρξε μια από αυτούς τους ανθρώπους.
Η ζωή της δεν ήταν απλώς η ιστορία μιας γυναίκας από την Ήπειρο, από την Παραμυθιά Θεσπρωτίας. Ήταν η ιστορία της γενιάς των Ελληνίδων που γεννήθηκαν στον Μεσοπόλεμο, μεγάλωσαν μέσα στη φτώχια, γνώρισαν την κατοχή, τον πόλεμο, τις στερήσεις και την ξενιτιά, όμως πάνω στους ώμους τους κράτησαν όρθιες οικογένειες, κοινότητες και αξίες.
Η Βαρβάρα Δρίμτζια Μαραγγού γεννήθηκε στις 19 Σεπτεμβρίου 1926 στην ιστορική Παραμυθιά. Ήταν κόρη του Χαράλαμπου Δρίμτζια και της Ελένης Ζορκάδη, με καταγωγή από το Ελευθεροχώρι και ήταν το μεγαλύτερο από τα εφτά παιδιά της οικογένειας. Ο πατέρας της ήταν ράφτης στο επάγγελμα, άνθρωπος γνωστός για το ήθος, την εργατικότητα και την αγάπη του για την πατρίδα. Υπηρέτησε ως έφεδρος αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και υπήρξε για την οικογένειά του πρότυπο τιμής και ευθύνης. Από εκείνον η Βαρβάρα Δρίμτζια κληρονόμησε τις αρχές που τη συνόδευαν σε όλη της τη ζωή. Την εντιμότητα, τον σεβασμό προς τον άνθρωπο, την αγάπη για την οικογένεια και την πεποίθηση ότι η πρόοδος κατακτιέται μόνο με κόπο και αξιοπρέπεια.
Μεγάλωσε σε μια Ήπειρο σκληρή, αλλά περήφανη. Σε μια εποχή όπου η παιδική ηλικία δεν είχε τη μορφή που γνωρίζουμε σήμερα. Τα παιδιά μάθαιναν από νωρίς τη δουλειά, την ευθύνη και την αξία του μόχθου. Η ζωή στο σκληρό ανάγλυφο της περιοχής ήταν καθημερινός αγώνας απέναντι στη φτώχεια, στις καιρικές δυσκολίες και στην έλλειψη βασικών αγαθών.
Η Βαρβάρα ∆ρίμτζια παρόλες τις δυσκολίες δεν εγκατέλειψε ποτέ ένα μεγάλο όνειρο. Με αδιάκοπο αγώνα κατάφερε να σπουδάσει και τις τρεις κόρες της, αποδεικνύοντας έμπρακτα την πίστη της στη μόρφωση και στην πρόοδο.
Οι δοκιμασίες
Η μοίρα όμως της επιφύλασσε από νωρίς δοκιμασίες. Στις 29 Σεπτεμβρίου 1943, την τραγικότερη ημέρα στη σύγχρονη ιστορία της Παραμυθιάς, η δεκαεπτάχρονη τότε Βαρβάρα έχασε τον πατέρα της. Ο Χαράλαμπος Δρίμτζιας εκτελέστηκε μαζί με άλλους σαράντα οκτώ επιφανείς πατριώτες από τις γερμανικές δυνάμεις κατοχής και τους συνεργάτες τους, τους Τσάμηδες μουσουλμάνους της περιοχής, ως αντίποινα για τη δράση της ελληνικής αντίστασης.
Το πλήγμα ήταν για την ίδια συντριπτικό. Έχασε τον πατέρα της, τον τροφοδότη της οικογένειας αλλά και τον άνθρωπο που εξέφραζε την αγάπη του προς αυτή. Και όμως, η ζωή δεν σταμάτησε να τη δοκιμάζει.
Λίγους μήνες αργότερα, το χειμώνα του 1944, η μητέρα της Ελένη αναγκάστηκε να μεταβεί πεζή στην Πάργα για να εργαστεί στην εποχική συγκομιδή της ελιάς, ώστε να εξασφαλίσει για αμοιβή ένα ασκί ελαιόλαδο για την επιβίωση της οικογένειας. Η Βαρβάρα Δρίμτζια στην απουσία της μητέρας ανέλαβε την ευθύνη των έξι μικρότερων αδελφών. Τότε αρρώστησε βαριά και μέσα σε εκείνες τις δύσκολες συνθήκες πέθανε ο μικρότερος αδελφός της, ο Πέτρος, πριν ακόμα συμπληρώσει τον πρώτο χρόνο της ζωής του. Τον θάψανε, χωρίς την παρουσία της μητέρας που έλειπε, στη ρίζα μιας ελιάς, έξω από την εκκλησία του Αγίου Νικόλα.
Εμαθαν να δημιουργούν
Η ορφάνια, η φτώχεια, η απώλεια και η ευθύνη ήρθαν πολύ νωρίς στη ζωή της. Όμως η Βαρβάρα Δρίμτζια ανήκε σε εκείνη τη γενιά των γυναικών της Ηπείρου που δεν έμαθαν να παραδίνονται. Έμαθαν να συνεχίζουν. Να αντέχουν. Να δημιουργούν μέσα από τις δυσκολίες.
Το 1947 παντρεύτηκε τον Γιώργο Μαραγγό, το γένος Μάστορα, από το Τσαγγάρι Σουλίου. Ήταν τα δύσκολα μεταπολεμικά χρόνια, όταν η Ελλάδα προσπαθούσε να επουλώσει τις πληγές της Κατοχής και του Εμφυλίου. Μαζί δημιούργησαν μια οικογένεια. Ήταν φτωχοί αλλά στηρίζονταν στην εργασία, στην εντιμότητα και στην αλληλεγγύη. Απέκτησαν τέσσερα παιδία. Την Αγγελική, την Άννα, τη Μαργαρίτα και τον αγαπημένο της γιο Χρήστο. Ο σύζυγος εργάστηκε ως ξυλουργός, οικοδόμος, ανθρακωρύχος στην Ελβετία και εργάτης στη Γερμανία, ακολουθώντας τον δρόμο χιλιάδων Ελλήνων μεταναστών της εποχής που αναζήτησαν εργασία στο εξωτερικό για να στηρίξουν τις οικογένειές τους. Εκείνη δούλεψε στα χωράφια, έκανε μεροκάματα όπου υπήρχε ανάγκη και αγωνίστηκε ακούραστα για να έχουν τα παιδιά της τα αναγκαία. Και όταν τελείωνε η δουλειά της ημέρας η εργασία συνεχίζονταν στο σπίτι. Καθισμένη μπροστά στον αργαλειό της ύφαινε μέχρι αργά το βράδυ, δημιουργώντας υφαντά και εργόχειρα για να συμπληρώσει το οικογενειακό της εισόδημα.
Όμως ο σύζυγος έφυγε πρόωρα από τη ζωή το 1975 και η Βαρβάρα Δρίμτζια βρέθηκε ξανά αντιμέτωπη με μια σκληρή πραγματικότητα. Έμεινε μόνη, να υποστηρίξει τα παιδιά της και να κρατήσει ζωντανή την οικογένεια. Από εκείνη τη στιγμή έγινε ταυτόχρονα και μητέρα και πατέρας. Η ξεκούραση ήταν πολυτέλεια. Η ευθύνη ήταν η καθημερινότητα. Κι όμως, μέσα σε αυτές τις δυσκολίες δεν εγκατέλειψε ποτέ ένα μεγάλο όνειρο. Με αδιάκοπο αγώνα κατάφερε να σπουδάσει και τις τρεις κόρες της, αποδεικνύοντας έμπρακτα την πίστη της στη μόρφωση και στην πρόοδο.
Χαρακτηριστική ήταν η αντίληψη της για την ανατροφή των παιδιών. Όταν επισκέπτονταν το σχολείο τους, η πρώτη ερώτηση της ήταν «Είναι καλά παιδιά;». Και μόνο μετά ενδιαφέρονταν για τις σχολικές επιδόσεις τους. Για εκείνη ο χαρακτήρας προηγούνταν πάντοτε της επιτυχίας.
Η ίδια κουβαλούσε ως πολύτιμη παρακαταθήκη τις συμβουλές του πατέρα της, τις οποίες μετέφερε στα παιδιά, στα εγγόνια και τα δισέγγονά της. «Να κάνετε παρέα με καλύτερους από εσάς για να προκόψετε» συνήθιζε να λέει. Συχνά θυμόταν μια συμβουλή που ο πατέρας έλεγε στη μητέρα της. «Να μιλάς καλά στα παιδιά, γιατί όπως τους μιλάς θα σου μιλήσουν».
Μέσα σε αυτές τις απλές φράσεις συμπυκνωνόταν μια ολόκληρη φιλοσοφία ζωής, βασισμένη στον σεβασμό, στην ευγένεια και στην καλλιέργεια χαρακτήρα. Η αξιοπρέπεια ήταν το θεμέλιο της ζωής της. Δεν την ενδιέφεραν τα πλούτη ούτε οι κοινωνικές επιδείξεις. Πίστευε βαθιά πως η αξία του ανθρώπου βρίσκεται στην τιμιότητα, στον λόγο του και στον τρόπο που φέρονταν στους άλλους.
Δεν μιλούσε πολύ για τις δυσκολίες της. Τις κουβαλούσε με σιωπηλή δύναμη. Όσοι τη γνώρισαν θυμούνται την επιβλητική ηρεμία της παρουσίας της. Το πρόσωπό της ήταν σμιλεμένο από το μόχθο και τις δυσκολίες. Ένα πρόσωπο που κουβαλούσε τις μνήμες ενός ολόκληρου αιώνα χωρίς να χρειάζεται να τις αφηγηθεί. Το βλέμμα της στοχαστικό και δωρικό, μιλούσε χωρίς περιττές λέξεις. Και τα γαλάζια της μάτια δεν σε κοιτούσαν απλώς. Έμοιαζαν να διαβάζουν την ψυχή σου. Η παρουσία της εξέπεμπε εκείνη τη σπάνια αυθεντικότητα μια γενιάς που έμαθε περισσότερο να αντέχει παρά να παραπονιέται, περισσότερο να πράττει παρά να μιλά.
Στήριγμα ζωής
Για τα παιδιά της υπήρξε στήριγμα ζωής. Στα δύσκολα χρόνια δίπλα της στάθηκε η μεγάλη της κόρη, η Αγγελική. Μαζί μοιράστηκαν ευθύνες, αγωνίες και βάρη, αποδεικνύοντας πως στις ελληνικές οικογένειες η δύναμη περνά συχνά από τη μητέρα στην κόρη, και από γενιά σε γενιά. Στα χρόνια που ακολούθησαν η ανταμοιβή της ήταν να βλέπει τα παιδιά της να προκόβουν. Η Βαρβάρα Δρίμτζια έζησε όλη της τη ζωή μαζί με την οικογένεια του γιού της Χρήστου ο οποίος στάθηκε στο πλευρό της με αγάπη, σεβασμό και αφοσίωση, φροντίζοντάς τη μέχρι το τέλος της ζωής της.
Για τα εγγόνια της υπήρξε κάτι περισσότερο. Υπήρξε η θαλπωρή του σπιτιού. Η ανοιχτή αγκαλιά. Η φωνή που καθησύχαζε. Το πρόσωπο που ήταν πάντα εκεί. Με απεριόριστη τρυφερότητα και απλότητα μοίραζε αγάπη χωρίς όρους και χωρίς διακρίσεις. Χαρακτηριστική της αγάπης και της έγνοιας της ήταν μια φράση που είπε όταν την ρώτησαν πώς αποφάσισε στα ογδόντα πέντε της χρόνια να ταξιδέψει από την Παραμυθιά στην Κύπρο για τη βάφτιση της δισέγγονης, της Δάφνης. «Πάω να δω πού στρώνει και πού κοιμάται το αγγόνι μου» απάντησε με τη φυσικότητα και τον ηπειρώτικο λόγο που τη χαρακτήριζε. Αργότερα την ίδια τρυφερότητα και την ίδια απλόχερη αγάπη χάρισε και στα δεκατέσσερα δισέγγονά της.
Η προσφορά της προς τον συνάνθρωπο δεν σταμάτησε ποτέ να αποτελεί μέρος της ζωής της. Η Βαρβάρα Δρίμτζια Μαραγγού ακόμα και στα ενενήντα, με τα χέρια της που δεν έπαψαν να δημιουργούν κατασκεύαζε χειροποίητα εργόχειρα τα οποία τα πρόσφερε δωρεάν στο Σύλλογο Γονιών Παιδιών με νεοπλασματική ασθένεια «Η Φλόγα» ώστε να διατίθενται για την οικονομική ενίσχυση των παιδιών με καρκίνο. Ήταν μια προσφορά αθόρυβη, χωρίς δημοσιότητα και χωρίς προσδοκία ανταπόδοσης. Για πολλά χρόνια υπήρξε δραστήριο μέλος και αντιπρόεδρος του ΚΑΠΗ Παραμυθιάς. Συμμετείχε ενεργά στις δράσεις και παρέμεινε κοινωνικά παρούσα ακόμη και σε προχωρημένη ηλικία. Ίσως μια από τις πιο συγκινητικές στιγμές που αφήνει πίσω της είναι εκείνη όπου βρίσκεται καθισμένη στο κέντρο ενός κύκλου παιδιών του τοπικού νηπιαγωγείου, κατά τη διάρκεια επίσκεψης τους στο ΚΑΠΗ. Με τα παιδιά τριγύρω να την κοιτούν και να ακούν με προσοχή, αφηγούνταν ιστορίες, παραμύθια και μνήμες μιας άλλης εποχής. Ήταν σα να έβλεπες την ιστορία του τόπου να συνομιλεί με το μέλλον του.
Η Βαρβάρα Δρίμτζια Μαραγγού έζησε σχεδόν ένα αιώνα. Έναν αιώνα που περιλάμβανε την Κατοχή, τον Εμφύλιο, τη φτώχεια, τη μετανάστευση, την ανοικοδόμηση της χώρας και τη μετάβαση στη σύγχρονη Ελλάδα. Από το λυχνάρι μέχρι το κινητό τηλέφωνο. Από το μουλάρι στο αυτοκίνητα. Από το χειρόγραφο γράμμα στην ψηφιακή εποχή. Κι όμως μέσα σε όλες αυτές τις αλλαγές διατήρησε σταθερό τον εσωτερικό της κώδικα. Κάθε Κυριακή εκκλησιαζόταν και όταν τη ρωτούσαν γιατί πηγαίνει κάθε Κυριακή εκείνη απαντούσε «γιατί εκεί ηρεμώ». Με τη σοφία που χαρίζει η ζωή συνήθιζε να λέει «Τι χρειάζεται ο άνθρωπος; Υγεία, αγάπη και το καθημερινό. Τα πλούτη εδώ θα μείνουν».
Ίσως σε αυτή τη φράση κρύβεται όλη η διαδρομή της. Μια γυναίκα που γνώρισε την τραγωδία και τις στερήσεις αλλά δεν έχασε ποτέ την αρχοντιά της. Που γνώρισε τον πόνο αλλά δεν έπαψε να προσφέρει αγάπη. Που γνώρισε τις δυσκολίες αλλά δεν εγκατέλειψε ποτέ την αξιοπρέπεια της.
Η Βαρβάρα Δρίμτζια Μαραγγού δεν άφησε πίσω της πλούτη ούτε αξιώματα. Άφησε κάτι πολύ πιο πολύτιμο από κάθε υλική κληρονομιά. Έναν αιώνα παραδείγματος. Έναν αιώνα αξιοπρέπειας. Έναν αιώνα αγάπης. Και τη βεβαιότητα ότι ακόμα και μέσα στις μεγαλύτερες δοκιμασίες, ο άνθρωπος μπορεί να παραμείνει δημιουργικός, όταν δεν εγκαταλείπει τις αρχές του. Άφησε πίσω ένα παράδειγμα, καλοσύνης, δύναμης, εργατικότητας, οικογενειακής αφοσίωσης και ανιδιοτέλειας που θα συνοδεύει τις επόμενες γενιές.
Από το παιδί που γνώρισε την ορφάνια και τη στέρηση, στη μητέρα που αγωνίστηκε να μορφώσει τα παιδιά της, στη γιαγιά που διέσχιζε θάλασσες για να βεβαιωθεί ότι το εγγόνι της ήταν καλά, η διαδρομή της υπήρξε μια αδιάκοπη πράξη ζωής, αγάπης και ευθύνης.
Αυτή ήταν η γυναίκα, Βαρβάρα Δρίμτζια Μαραγγού και αυτό ήταν το αποτύπωμα της στον χρόνο. Αιωνία της η μνήμη.




























