Γράφει ο Θοδωρής Λέννας
Δεν είναι απλή υπόθεση να προσεγγίσει κανείς τον Νίκο Καλογερόπουλο, που έφυγε από τη ζωή την Κυριακή 9 Αυγούστου, εκτός της εποχής του. Ισως επειδή η κινηματογραφική του φιγούρα στη δεκαετία του 1980 υπήρξε κάτι παραπάνω από απλώς επιδραστική.
Από την άλλη, ο ρόλος του Σωκράτη σε μια ταινία άμεσα συνυφασμένη με τις ιδεολογικές ανησυχίες-λυτρώσεις της εποχής της, όπως το «Μάθε παιδί μου γράμματα» (1981) του Θόδωρου Μαραγκού, διατηρεί ολόφρεσκη και πανίσχυρη την αυθεντικότητά του. Ο Σωκράτης του Καλογερόπουλου υπήρξε ο παρίας, ο προβληματικός, το «μαύρο πρόβατο» που ντρόπιαζε τον συντηρητικό εθνικόφρονα πατέρα, Βασίλη Διαμαντόπουλο. Ενας ήρωας «απροσάρμοστος» που μέσα στην αγαρμποσύνη (όπως στην αξέχαστη σκηνή χορού με το «Rasputin» των Boney M.) και την ταυτοτική του σύγχυση, απαιτεί –κραυγάζοντας με στεντόρεια πια φωνή– την «αλήθεια ρε» στο εμβληματικό φινάλε.
Ο Καλογερόπουλος δεν φιλοτέχνησε την εικόνα του επιμελώς ατίθασου επαναστάτη της μεγάλης οθόνης, αλλά δοκιμάστηκε με ρόλους που στη ρίζα τους ήταν αποκλεισμένοι – ή στις παρυφές του αποκλεισμού. Σε αυτό το μεταίχμιο κινείται ακόμη και ο «Παπαδόπουλος Ιωάννης τυφεκιοφόρος πεζικού 80ή ΕΣΣΟ» στη θρυλική «Λούφα και παραλλαγή» (1984) του Νίκου Περάκη. Στο βλέμμα του οικογενειάρχη φαντάρου Παπαδόπουλου –που δεν είχε καμία σχέση με τον «συνταγματάρχη»– συναντάται η διακριτική, αλλά ανά στιγμές αγωνιώδης, σιωπή του ήρωα για τις ιδεολογικές καταβολές του. Τελικά, στο τέλος ο Καλογερόπουλος θα το εκστομίσει: «Σας βαρέθηκα όλους. Κι εσάς και το πουλί σας», πριν βυθιστεί στην απόγνωση ενός αριστερού που βλέπει τις σταθερές γύρω του να τον πνίγουν στο «Ονειρο αριστερής νύχτας» το 1987.
Νωρίτερα, στο πιο δημοφιλές «Ρεμπέτικο» (1983) του Κώστα Φέρρη –το οποίο ο ίδιος αγάπησε λίγο παραπάνω– ο Καλογερόπουλος «σκλήρυνε» στον φακό ως κινηματογραφική εκδοχή-αντανάκλαση του Τσιτσάνη. Στη διαδρομή του στην τηλεόραση, όμως, θα προσέγγιζε με μια πολύτιμη –ειδικά για την εποχή– τρυφερότητα τον «Μπε» στη «Μεθυσμένη πολιτεία» και τον Μάιμο στο «Κάμπινγκ». Στο πνευματώδες, αλλά οριοθετημένο θεματικά στις ανησυχίες της αυγής του ελληνικού μιλένιουμ, «Ενας κι Ενας» του Νίκου Ζαπατίνα, θα ξαναγινόταν «δραπέτης» και «φυγάς», ενώ στα χρόνια της οικονομικής κρίσης θα αφηγείτο τη δική του «Οδύσσεια» με φόντο τη λατρεμένη του Μεσσηνία.
Οι «Ιππείς της Πύλου» (2011) είναι από τις ιδιόμορφες εκείνες κινηματογραφικές ιστορίες που αναπτύσσουν κοινό ορκισμένων θαυμαστών χρόνια μετά την πρεμιέρα τους. Ο Καλογερόπουλος απαγγέλλει εδώ τη δική του από καρδιάς, υπαρξιακή και αριστοφανική περιπέτεια, αδιαφορώντας για τη φόρμα. Το πολυσχιδές υποκριτικό ταλέντο του άλλωστε το είχε αποδείξει πολλάκις – ακόμα και πριν από την απογείωση της «Λούφας», στο «Αρπα Colla» επίσης του Περάκη. Και αν οι «Ιππείς» –στην εποχή όπου η καλλιτεχνική ατζέντα ανυψώνει και καταδικάζει μετριότητες, κυριολεκτικά με όρους «άρπα κόλλα»– κρίθηκαν «ατελείς» ή «ξεπερασμένοι», μια δεύτερη ανάγνωσή τους σήμερα επιβεβαιώνει ότι ο κινηματογραφικός Νίκος Καλογερόπουλος, παρότι τέκνο της εποχής του, δεν πρόδωσε το πνεύμα του καλλιτέχνη που αναζητούσε την «αλήθεια»· με την ίδια εξεγερμένη αυθάδεια του Σωκράτη στο «Μάθε παιδί μου γράμματα».



























