Γράφει ο Αιμίλιος Χαρμπής
Τo 2010 ο Μαρκ Ζούκερμπεργκ ήταν ήδη ένας από τους πιο διάσημους και πλούσιους ανθρώπους στον κόσμο. Η πλατφόρμα του Facebook είχε μόλις ξεπεράσει τα 500 εκατ. χρήστες και ο κόσμος των κοινωνικών δικτύων είχε ξημερώσει για τα καλά. Επίσης, στο συλλογικό συνειδητό –και ειδικά ανάμεσα στις νεότερες, τεχνολογικά ενημερωμένες γενιές– ο ίδιος είχε περίπου τη θέση ήρωα, ενός σύγχρονου εφευρέτη, που έμπαινε δίπλα σε ιερά «τέρατα» σαν τον Μπιλ Γκέιτς και τον Στιβ Τζομπς. Το «The Social Network», σε σενάριο Ααρον Σόρκιν, η ταινία που κυκλοφόρησε εκείνη τη χρονιά με θέμα τον Ζούκερμπεργκ, παρά την όποια δραματοποίηση για καλλιτεχνικούς σκοπούς, απεικονίζει ακριβώς αυτό: μια τεχνολογική ιδιοφυΐα που άλλαξε τον κόσμο. Δεκαέξι χρόνια αργότερα, το «The Social Reckoning», ξανά σε σενάριο –και σκηνοθεσία– του Σόρκιν, φιλοτεχνεί ένα πολύ διαφορετικό πορτρέτο: μια ιστορία απληστίας, έμμεσων πολιτικών παιχνιδιών και εξοργιστικής αδιαφορίας για το κοινό καλό.
Η ταινία, που βλέπουμε εδώ και λίγες ημέρες στις αίθουσες, επικεντρώνεται κυρίως σε δύο άλλους πρωταγωνιστές: στη νεαρή μηχανικό του Facebook Φράνσις Χάουγκεν (Μάικι Μάντισον) που αποφασίζει να αποκαλύψει τα σκοτεινά μυστικά του κοινωνικού δικτύου και στον δημοσιογράφο της Wall Street Journal Τζεφ Χόρβιτς (Τζέρεμι Αλεν Γουάιτ) ο οποίος συνεργάστηκε μαζί της για να το πετύχουν. Οσο για τον Ζούκερμπεργκ, αυτός εμφανίζεται σχετικά λιγότερο, κυρίως στο πλαίσιο μιας «πρόβας» πριν από την κατάθεσή του ενώπιον του Κογκρέσου το 2021. Η φιγούρα του, ωστόσο, μοιάζει να αιωρείται διαρκώς πάνω από κάθε σκηνή της ταινίας· δεν είναι πια ο νεαρός θαυματοποιός με το πληκτρολόγιο, αλλά ο ψυχρός υπολογιστής, η εταιρεία του οποίου «είναι μεγαλύτερη από την αμερικανική κυβέρνηση», όπως επισημαίνει κυνικά ένας συνεργάτης του.
Ακόμη και η τρανταχτή διαφορά στην επιλογή πρωταγωνιστών ανάμεσα στην παλιά και στην καινούργια ταινία είναι ενδεικτική της μεταστροφής της εικόνας του πρωταγωνιστή: από το αθώο, χαρακτηριστικό του «σπασίκλα», πρόσωπο του Τζέσε Αϊζενμπεργκ, στον ανατριχιαστικά μειλίχιο Τζέρεμι Στρονγκ, ο οποίος εξελίσσεται σε έναν από τους πιο απολαυστικούς «κακούς» του σύγχρονου σινεμά. Πώς, όμως, φτάσαμε σε αυτή τη μεταστροφή;
Ο ανατριχιαστικά μειλίχιος Τζέρεμι Στρονγκ. H τρανταχτή διαφορά στην επιλογή πρωταγωνιστών ανάμεσα στο «The Social Network» και στο «The Social Reckoning» είναι ενδεικτική της μεταστροφής του ήρωα. (Φωτογραφία: Leah Gallo / Sony Pictures via A.P.)
«Η διαφορά ανάμεσα στις δύο ταινίες δεν συνιστά απλώς μια ιδεολογική μεταστροφή του Ααρον Σόρκιν, αλλά αντικατοπτρίζει την ιστορική ωρίμανση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Το “The Social Network” παρουσίασε κινηματογραφικά την ίδρυση του Facebook ως μια ιστορία νεοφυούς καινοτομίας, φιλοδοξίας, αλλά και προδοσίας. Ηταν ο μύθος της γέννησης ενός νέου σύμπαντος στο επικοινωνιακό πεδίο. Αντίθετα, το “The Social Reckoning” μεταφέρει το κέντρο βάρους της προσοχής του κοινού από την προσωπική ηθική του ιδρυτή στη θεσμική ισχύ μιας ώριμης πλατφόρμας», μας λέει ο επίκουρος καθηγητής Δημοσιογραφίας και Παραγωγής Ειδησεογραφικού Περιεχομένου στο Τμήμα Επικοινωνίας, Μέσων και Πολιτισμού του Παντείου, Αχιλλέας Καραδημητρίου.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η πρώτη ταινία αποτυπώνει την υπόσχεση της ανθρώπινης επικοινωνίας, ενώ η δεύτερη εξετάζει τι συμβαίνει όταν αυτές οι σχέσεις κωδικοποιούνται, ταξινομούνται αλγοριθμικά και εμπορευματοποιούνται. «Το Facebook δεν είναι πλέον ένα απλό, ουδέτερο “κανάλι” επικοινωνίας, αλλά ένας “ιδιωτικός ρυθμιστής της δημόσιας ορατότητας”, που διεισδύει στις δημοκρατικές διαδικασίες, φαινόμενο που περιγράφεται ακαδημαϊκά ως “πλατφορμοποίηση”. Επιπροσθέτως, η ανθρώπινη εμπειρία έχει πλέον μετατραπεί σε συμπεριφορικά δεδομένα με οικονομική αξία, μετατοπίζοντας την ευθύνη από τις προθέσεις των προσώπων στο ίδιο το επιχειρηματικό μοντέλο», σημειώνει σχετικά και καταλήγει: «Η μετάβαση από το “The Social Network” στο “The Social Reckoning” δεν είναι το πέρασμα από το “καλό” στο “κακό”. Είναι η μετάβαση από την αθωότητα της τεχνολογικής καινοτομίας στη σκληρή πραγματικότητα της αλγοριθμικής διακυβέρνησης. Το Facebook ξεκίνησε ως ένα τεχνολογικό μέσο που οργάνωνε την κοινωνικότητά μας και κατέληξε να είναι μια παγκόσμια πληροφοριακή υποδομή που λειτουργεί ως ιδιωτικός ρυθμιστής της δημόσιας σφαίρας».
Η επιστροφή του πολιτικού σινεμά
Το «The Social Reckoning» έρχεται να προστεθεί σε μια σειρά ταινιών που βγαίνουν εσχάτως από τα αμερικανικά στούντιο, έχοντας έντονα πολιτικό περιεχόμενο, ασκώντας κριτική ή σατιρίζοντας τα κακώς κείμενα και «προειδοποιώντας» για όσα μπορεί να έρθουν στο μέλλον. Φιλμ όπως το οσκαρικό «Μια μάχη μετά την άλλη» (2025) του Πολ Τόμας Αντερσον, το δυστοπικό «Εμφύλιος πόλεμος» (2024) του Αλεξ Γκάρλαντ ή ακόμη και το άνισο αλλά ενδιαφέρον «Eddington» (2025) του Αρι Αστερ σκιαγραφούν περισσότερο ή λιγότερο αποτελεσματικά τον βαθύ διχασμό που έχει εγκαθιδρυθεί στην αμερικανική –και κατ’ επέκταση στην παγκόσμια– κοινωνική σφαίρα. Αλλα, σαν το «The Apprentice» (2024) του Αλί Αμπασί και το πρόσφατο «Ντίγκερ» (2026) του Αλεχάντρο Γκ. Ινιαρίτου, εστιάζουν στον συγκεντρωτισμό της εξουσίας και του πλούτου (βλ. και Μαρκ Ζούκερμπεργκ), ο οποίος οξύνει όλο και περισσότερο τις ανισότητες.
«Κάτι που ήταν τόσο φωτεινό το 2010, πλέον εμφανίζει την άλλη του πλευρά και δεν είναι περίεργο που αποτυπώνεται κινηματογραφικά»
«Εμφανώς έχουν πυκνώσει οι πιο άμεσα πολιτικές ταινίες –διότι με μια έννοια πολιτικές είναι όλες οι ταινίες–, το οποίο δείχνει κάτι για την εποχή μας. Η αντίληψή μου πάντως είναι ότι στον κινηματογράφο, όπως και σε οποιαδήποτε μορφή τέχνης, ποτέ δεν έχουμε μια απλή, άμεση αντανάκλαση. Δεν έχουμε καν μια απλή αναπαράσταση. Πάντα το φιλμ αναδιαμορφώνει – συνδιαμορφώνει μια πραγματικότητα και επομένως και τον θεατή. Δεν μας επηρεάζει απλώς, αλλά μας συνδιαμορφώνει ως υποκείμενα. Γι’ αυτό ο κινηματογράφος έχει πολιτική χροιά. Διατηρεί μια ζωντανή σχέση με το πολιτισμικό περιβάλλον από το οποίο προέρχεται – και μάλιστα πολύ έντονη. Επειδή πρόκειται για ένα δυναμικό εντός της Ιστορίας, αφουγκράζεται με πολύ μεγάλη ευαισθησία κοινωνικές και ιστορικές τάσεις και συμμετέχει σε αυτές», μας λέει ερμηνεύοντας αυτή την τάση ο Γεράσιμος Κουζέλης, ομότιμος καθηγητής Επιστημολογίας και Κοινωνιολογίας της Γνώσης στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του ΕΚΠΑ.
Ο ίδιος θεωρεί πολύ ενδιαφέροντα τα σημερινά πολιτικά φιλμ, ανάμεσά τους και αρκετά αξιόλογα ντοκιμαντέρ, ενώ επισημαίνει ότι το σινεμά συχνά διαθέτει το αισθητήριο να προαναγγέλλει με τον τρόπο του τις εξελίξεις, φέρνοντας ως παράδειγμα τις ταινίες του Μεσοπολέμου (π.χ. τη «Μεγάλη Χίμαιρα» του Ζαν Ρενουάρ) και λέγοντας ότι «μερικές φορές οι μεγάλοι καλλιτέχνες είναι σαν να “μυρίζονται”, να προβλέπουν μια εξέλιξη. Δεν είναι πάντα επιτυχής η πρόβλεψη, αλλά είναι κάτι που συνδέουμε με την τέχνη, όταν αυτή κάνει καλά τη δουλειά της». Οσο για το «The Social Reckoning», το θεωρεί και αυτό μάλλον αναμενόμενο καθρέφτισμα των αλλαγών που έχουν επέλθει τα τελευταία χρόνια. «Βρισκόμαστε σε μια περίοδο που η μονοπρόσωπη συγκέντρωση όλων των δημοκρατικών εξουσιών είναι εξαιρετικά επικίνδυνη. Σε αυτή προσθέστε και τη συγκέντρωση του πλούτου, η οποία παρατηρείται για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας σε τέτοια κλίμακα. Η τεχνολογία είναι αλληλένδετη με αυτές τις εξελίξεις. Bλέπουμε, π.χ., πως μέσα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα ένα επίτευγμα όπως η ΑΙ, κινδυνεύει να πάρει ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Κάτι που ήταν τόσο φωτεινό το 2010 (σ.σ. ο Ζούκερμπεργκ και τα σόσιαλ μίντια) πλέον εμφανίζει την άλλη του πλευρά και δεν είναι περίεργο που αποτυπώνεται κινηματογραφικά».
Τα πολιτικά φιλμ και οι εξελίξεις των ημερών φέρνουν συχνά τους καλλιτέχνες (σκηνοθέτες, σεναριογράφοι, ηθοποιοί κ.ο.κ.) μπροστά σε ανάλογης υφής –δημοσιογραφικά και όχι μόνο– ερωτήματα, πέρα από εκείνα που απαντούν με το έργο τους. Κάποιοι δηλώνουν απροετοίμαστοι να ανταποκριθούν σε αυτά (όπως ο Αλεξάντερ Πέιν στο περυσινό Φεστιβάλ Βενετίας), άλλοι έχουν την άποψη ότι η πολιτική δεν πρέπει να συγχέεται με την τέχνη (Βιμ Βέντερς στην Μπερλινάλε), ενώ υπάρχουν και εκείνοι (Μαρκ Ράφαλο, Χαβιέ Μπαρδέμ, Γιώργος Λάνθιμος κ.ά.) που εκφράζουν ευθαρσώς την άποψή τους σε κάθε ευκαιρία, συμμετέχοντας και άμεσα σε κοινές κοινωνικές δράσεις.
«Για να μείνουμε στο σινεμά, το μοντάζ από μόνο του αποτελεί μια συναρμολόγηση του κόσμου. Οταν συναρμολογείς έναν κόσμο παρεμβαίνεις στη διαμόρφωση των πολιτικών και κοινωνικών σχέσεων, ακόμη κι αν κάνεις ένα φιλμ για οτιδήποτε εκτός πολιτικής, αναφέρει σχετικά ο κ. Κουζέλης, ο οποίος μάλιστα θεωρεί την τοποθέτηση των δημιουργών όχι μόνο αναμενόμενη αλλά και πολύτιμη: «Ζούμε εκ νέου σε μια εποχή ειδώλων. Θεωρώ ορθό να απαιτήσουμε από έναν μεγάλο καλλιτέχνη, του οποίου η θέση είναι κρίσιμη, μια τοποθέτηση για τις πολιτικές εξελίξεις, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έχει το αλάθητο».



























