
Απόστολος Κουρουπάκης
Η δρ Ελλάδα Ευαγγέλου και η δρ Δέσπω Πασιά μιλάνε στην «Κ» για το θεατρικό αναλόγιο «Encounters / Συναντήσεις» που θα ανέβει στις 17 Ιανουαρίου στο Κυπριακό Μουσείο. Το αναλόγιο αποτελεί μια εισαγωγή στην ομώνυμη παραγωγή, μια παράσταση θεάτρου ντοκιμαντέρ, βασισμένη αποκλειστικά σε ιστορικά αρχεία και πηγές από τις οικογένειες των άμεσα εμπλεκομένων Κύπριων και Σουηδών στη Σουηδική Αρχαιολογική Αποστολή (Einar Gjerstad, John Lindros, Erik Sjöqvist και Alfred Westholm) που δραστηριοποιήθηκε στην Κύπρο τα έτη 1927-1931 και έφερε στο φως σημαντικές αρχαιολογικές πληροφορίες, ανασκάπτοντας περισσότερες από 20 τοποθεσίες οι, έθεσαν τις βάσεις για τη μελέτη της αρχαιολογίας στην Κύπρο. Το αναλόγιο εστιάζεται στο συναπάντημα Κυπρίων και Σουηδών πριν, κατά και μετά την ολοκλήρωση της Αποστολής.
–Η ιδέα να ασχοληθείτε με τη Σουηδική Αποστολή πώς προέκυψε;
–Από μια φωτογραφία και από μια πρόσκληση. Η φωτογραφία τραβήχτηκε από τον John Lindros, τον αρχιτέκτονα που συνόδευσε τους τρεις αρχαιολόγους της αποστολής Einar Gjerstad, Erik Sjöqvist and Alfred Westholm, στο καφενείο της Καλαβασού. Στο επίκεντρο είναι η Vivi, γυναίκα του Einar, και στα δεξιά της βλέπουμε τον Westholm. Και οι δύο είναι περιτριγυρισμένοι από άντρες και αγόρια που φαίνεται να έχουν μαζευτεί για τη φωτογράφηση. Η έλλειψη ντόπιων γυναικών και κοριτσιών από το κάδρο, μου δημιουργούσε πάντα απορία για το πώς θα αντιλαμβανόταν μια γυναίκα που ζούσε στην Καλαβασό το τέλος της δεκαετίας του ’30, τη Vivi. Η φωτογραφία ήταν η αφορμή για να σκεφτούμε ότι η παρουσία των Σουηδών ήταν ίσως με διάφορους τρόπους μια αναταραχή στη ζωή κάποιων ανθρώπων και ότι σκέψεις, συναισθήματα, συνθήκες, ιστορίες και ζωές ολόκληρες γύρω από την Αποστολή παρέμεναν ανεξερεύνητες. Η πρόσκληση του Δημοτικού Κέντρου Τεχνών και στις δύο μας το 2020 να σχεδιάσουμε ένα εργαστήριο, μας έδωσε την αφορμή να διερωτηθούμε τι θα μπορούσε να προκύψει αν ενώναμε τα ερευνητικά ενδιαφέροντα και τις πρακτικές μας. Έτσι, δημιουργήθηκε η ιδέα του πρότζεκ «Performing Collections Performing Archives: Creative afterlives of the findings, photographs and writings of the Swedish Cyprus Expedition | Θεατρικές Πρακτικές, Συλλογές και Αρχεία: Ευρήματα, φωτογραφίες και κείμενα της Σουηδικής Αρχαιολογικής Αποστολής στην Κύπρο».
Η ιδέα για να ασχοληθούν με τη Σουηδική Αποστολή και από αυτή να δημιουργηθεί ένα θεατρικό έργο και σειρά κύκλων συζητήσεων προέκυψε και από μια φωτογραφία που τραβήχτηκε στο καφενείο της Καλαβασού.
–Πώς μεταφράζεται ένα αρχαιολογικό έργο σε θεατρική εμπειρία και ποιος ο στόχος σας;
–Το εγχείρημα προϋποθέτει ότι ο/η καλλιτέχνης του θεάτρου θα αναθεωρήσει πολλούς από τους κλασικούς κανόνες της δυτικής θεατρικής τέχνης. Πρώτα είναι η σχέση με το κείμενο, που δεν είναι σταθερό αλλά δύναται να εμπλέκει πολλές φωνές, να ταξιδεύει στον (ιστορικό και θεατρικό) χρόνο και να πρέπει μάλλον να αποτελέσει αποτέλεσμα δραματουργικής επεξεργασίας, αφού δεν πρόκειται για ιστορικό ντοκουμέντο ή αρχαιολογικό σύγγραμμα, αλλά έχει τη βασική θεατρική ανάγκη, να επικοινωνήσει με το γενικότερο κοινό. Έτσι η συνάντηση της αρχαιολογίας με τη θεατρική πράξη αρχίζει με την απόφαση για τη μορφή του κειμένου. Είναι ακόμα καίριο να έχει υπόψιν του ο/η καλλιτέχνης του θεάτρου, ποιοι είναι οι γνώμονες της σχέσης αρχαιολογίας με την ιστορία, και κατ’ επέκταση με την ταυτότητα. Δεδομένου ότι η αρχαιολογία εκ των πραγμάτων ασχολείται με το παρελθόν, σε αυτή την περίπτωση υπάρχουν ήδη ερμηνείες της ως μέρος της ατομικής ή συλλογικής ταυτότητας. Στο θέατρο οι αναγνώσεις αυτές του παρελθόντος πρέπει να τυγχάνουν κριτικής μελέτης, και να υπάρχει επίγνωση των έτοιμων αφηγημάτων σε σχέση με το παρελθόν. Ακολουθούν πολλές άλλες αποφάσεις/αναθεωρήσεις, ανάμεσα στις πιο σημαντικές είναι ο χώρος παρουσίασης του έργου (μουσείο, αρχαιολογικός χώρος, ψηφιακή πραγματικότητα για παράδειγμα) ή αν θα υπάρχει αναπαράσταση του παρελθόντος ή όχι, έχοντας την επίγνωση της αδυναμίας μιας πιστής αναπαράστασης.
–Ποιος είναι ο στόχος σας με αυτή τη δουλειά;
–Στόχος μας σε σχέση με το υλικό της Σουηδικής Αποστολής είναι να συνεχίσουμε να ρίχνουμε φως σε διάφορες πτυχές της αποστολής, αφού μετά από τρία χρόνια ανακαλύπτουμε ακόμα ιστορίες, υλικό, φωνές, μυστικά. Ο καμβάς μας, το σκηνικό μας, είναι το Κυπριακό Μουσείο (Λευκωσία) και το Αρχαιολογικό Μουσείο της Μεσογείου και της Εγγύς Ανατολής (Στοκχόλμη), όπου ο διάλογος γίνεται πλουσιότερος σε σχέση με το υλικό που παρουσιάζεται. Είναι τόσες οι πτυχές, που στοχεύουμε να συνεχίζουμε να βάζουμε το λιθαράκι μας στον διάλογο που βλέπει το παρόν μέσα από την κριτική ενασχόληση με το παρελθόν.
–Λέτε πως η κριτική ενασχόληση με το έργο της Σουηδικής Αποστολής και η θεώρησή του παραμένει εξαιρετικά περιορισμένη, γιατί το ισχυρίζεστε αυτό; Τι θα έπρεπε να είχε γίνει και δεν έγινε;
–Η δήλωσή μας δεν αναφέρεται απαραίτητα σε κάτι που θεωρούμε ότι θα έπρεπε να είχε γίνει και δεν έγινε. Αναλύσεις και συζητήσεις αυτού του είδους μπορούν να συμβούν στη δημόσια σφαίρα μόνο όταν ωριμάσουν οι κοινωνικές συνθήκες. Η κριτική θεώρηση έχει δύο τουλάχιστον πτυχές. Η Σουηδική Αποστολή εκτός από βαθιά επιστημονική ήταν και μια οικονομική, κοινωνική και πολιτισμική διαδικασία η οποία έλαβε χώρα σε ένα πολύπλοκο αποικιοκρατικό πλαίσιο. Ο Λουκής Πιερίδης, πρόξενος της Σουηδίας, μέλος του Νομοθετικού Συμβουλίου και του Συμβουλίου του Κυπριακού Μουσείου, είχε πρωτοστατήσει για την υλοποίησή της, αλλά και για την αλλαγή του Περί Αρχαιοτήτων νόμου ώστε να είναι η πρώτη που θα μπορούσε να μεταφέρει εκτός Κύπρου τα μισά ευρήματα. Είχε επίσης προσωπική επικοινωνία με τον διάδοχο του σουηδικού θρόνου Γουσταύο Αδόλφο, επίσης πρωτοστάτη στην υλοποίηση της Αποστολής. Τα Κυπριακά αντικείμενα μαζί με Αιγυπτιακά αποτέλεσαν τις πρώτες συλλογές του «Αρχαιολογικού Μουσείου της Μεσογείου και της Εγγύς Ανατολής» στη Σουηδία. Βλέπουμε δηλαδή, ότι η Αποστολή στηρίχτηκε σε ένα εκτεταμένο δίκτυο θεσμών και διεθνών σχέσεων, οι οποίες περιλάμβαναν και τη Βρετανική Αυτοκρατορία μιας και η Κύπρος ήταν αποικία. Συνεπώς, η αρχαιολογική πρακτική των αρχών του 20ού αιώνα στηρίζεται θεσμικά σε σχέσεις ισχύος και προνομίου. Αυτό καθόλου δεν μειώνει, ούτε αναιρεί το γεγονός ότι η Σουηδική Αποστολή επιτέλεσε ένα έργο ασύγκριτης επιστημονικής εμβέλειας. Ο όγκος μελετών, η επιστημονική τεκμηρίωση, το εύρος των εργασιών παραμένουν υποδειγματικά. Αν αναλογιστούμε ότι μόλις 50 χρόνια πριν από την κάθοδό της ο Λουίτζι Πάλμα Ντι Τσεσνόλα πραγματοποιούσε εξαγωγές τεράστιων όγκων αρχαιοτήτων από την Κύπρο χωρίς την παραμικρή τεκμηρίωση ή αδειοδότηση, καταλαβαίνουμε ότι η προσέγγιση της Σουηδών ήταν συνειδητή απόφαση.
–Θα μπορούσαμε να πούμε πως η επιστροφή μέρους των αντικειμένων, έστω και αν ο διαμοιρασμός έγινε με τρόπο νομιμοφανή, θα αποτελούσε μια «αρχαιολογική απο-αποικιοποίηση»; Οι Σουηδοί έλαβαν περίπου το 65% των αντικειμένων.
–Η ιστορία των σύγχρονων μουσείων έχει τις ρίζες της σε ενέργειες αφαίρεσης, συχνά σε βίαιες αποικιοκρατικές συνθήκες και με βία, πολιτισμικών ή φυσικών αγαθών. Εδώ και λίγα χρόνια η έννοια της απο-αποικιοποίησης επανεξετάζεται με και δημόσιες κινητοποιήσεις. Οι επιστροφές αντικειμένων αποτελούν μια πολύ ισχυρή πράξη «από-αποικιοποίησης». Ταυτόχρονα, το πλαίσιο διευρύνεται ώστε να περιλάβει έννοιες όπως η φροντίδα και η αποκατάσταση. Γίνεται κατανοητό ότι με τις αφαιρέσεις πολιτισμικών ή φυσικών αγαθών δεν χάνονται μόνο τα υλικά αντικείμενα και αγαθά, αλλά εν δυνάμει μνήμες, γνώσεις, σχέσεις, εμπειρίες που θα αποκτούσαμε αν οι μετακινήσεις αυτές δεν είχαν συμβεί. Στην προκειμένη περίπτωση δεν έχουμε μια βίαιη αφαίρεση. Ούτε κλοπή, αφού η μετακίνηση των αρχαιοτήτων έγινε νόμιμα και μάλιστα με εξαιρετική επιστημονική τεκμηρίωση. Παρ’ όλα αυτά θα πρέπει να ψάξουμε και τι άλλο αφαιρέθηκε από τη ζωή των Κυπρίων με τη μεταφορά των αντικειμένων έξω από τον χώρο τους, εκτός από τα ίδια αυτά τα υλικά αντικείμενα. Έχω την αντίληψη ότι η συζήτηση αυτή ή βρίσκεται σε πολύ αρχικό στάδιο ή δεν έχει αρχίσει ακόμα στην Κύπρο. Οι δράσεις του πρότζεκτ μας φέρνουν στο προσκήνιο κάποιες από αυτές τις «άλλες» πτυχές της απώλειας εμπειριών, μνήμης, γνώσεων και σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων και μπορούν, όπως και άλλες καλλιτεχνικές πρακτικές, να ανοίξουν αυτές τις συζητήσεις στη δημόσια σφαίρα.
–Ποιες είναι οι κρυμμένες και άγνωστες φωνές γύρω από την αποστολή των Σουηδών;
–Συνεχίζοντας από την προηγούμενη ερώτηση, ανατρέχοντας στις αποικιοκρατικές και πολιτισμικές σπουδές, διαπιστώνουμε ότι σε συνθήκες αποικιοκρατίας συνήθως υπάρχουν και διαφορές ισχύος ή προνομίων που αφορούν την καθημερινή επαφή των ανθρώπων. Αν θέλουμε να έχουμε μια βαθύτερη κατανόηση της παρουσίας της Αποστολής, είναι απαραίτητο να διερωτηθούμε και ποια ήταν η εμπειρία των ανθρώπων που ήρθαν σε επαφή με αυτή. Τα ιστορικά τεκμήρια συνήθως περιλαμβάνουν τις φωνές εκείνων που βρίσκονται στην πιο προνομιακή θέση (κοινωνική, οικονομική ή άλλη). Το γεγονός ότι δεν έχουμε διαθέσιμες μαρτυρίες από τον μεγάλο αριθμό εργατών παιδιών, γυναικών και αντρών, ή τη Vivi, καταδεικνύει το εύρος των φωνών που έχουν περάσει στην αφάνεια. Μια κριτική θεώρηση της αρχαιολογίας του 19ου και 20ού αιώνα περιλαμβάνει και τη μελέτη τέτοιων αφανών ιστορικών υποκειμένων. Οι άγνωστες ή χαμένες φωνές των εργατριών και εργατών ήταν στο επίκεντρο του πρώτου μέρους του πρότζεκτ που υλοποιήθηκε μεταξύ 2023 και 2024. Στη δημιουργική ομάδα της πρώτης φάσης συμμετείχαν εκτός από εμάς η Έλενα Αγαθοκλέους (που συνεχίζει και στη δεύτερη φάση), η Μαρία Βαρνακκίδου και ο Διομήδης Κουφτερός. Μέσα από συνομιλίες με τις λειτουργούς του Τμήματος Αρχαιοτήτων Ευθυμία Άλφα και Άννα Σατράκη και εργαλεία από τις παραστατικές τέχνες με τα οποία η ομάδα επεξεργάστηκε τα κείμενα και τις φωτογραφίες της Αποστολής, δημιουργήθηκε ένα κείμενο θεάτρου επινόησης. Το κείμενο παρουσιάστηκε πρώτα ως Θεατρικό Αναλόγιο τον Απρίλιο το 2024 στον κήπο του Κυπριακού Μουσείου και ακολούθως ως μια περιπατητική παράσταση στους εσωτερικούς χώρους του Μουσείου στις 18 Μαΐου του 2024 στα πλαίσια των εορτασμών της Διεθνούς Μέρας Μουσείων, κάτω από τον τίτλο «[Α]πίθανες Ιστӧρίες».
–Μέσα από την έρευνά σας ποια άλλα άγνωστα ή λιγότερο γνωστά μικρογεγονότα αποκαλύφτηκαν;
–Είναι ενδιαφέρον πόσο μικρό χρονικό διάστημα είναι τα 100 αυτά χρόνια που πέρασαν από το 1927, ενώ στην πραγματικότητα έχουν αλλάξει τόσο την Κύπρο όσο και τη Σουηδία πάρα πολύ. Οι κιτρινισμένες επιστολές στα αρχεία, οι αναμνήσεις των παιδιών των αρχαιολόγων, οι φωτογραφίες με το μελάνι ακόμα έντονο να αναγράφουν ‘1931’, διατηρούν μια ουσιαστική επαφή με το σήμερα, και πληροφορούν το πώς αντιλαμβανόμαστε τα πράγματα. Αυτό οδήγησε στο να βασίσουμε την θεατρική παράσταση «Encounters» / «Συναντήσεις» στην αναζήτηση σημαντικών «στιγμών» συνάντησης μεταξύ Κύπριων και Σουηδών κατά τη διάρκεια, και μετά τη Σουηδική Αποστολή. Στις συναντήσεις αυτές, βρήκαμε ιδιαίτερα έντονο το εύρος της επιρροής του Ττοουλή Σουηδού, του Κύπριου εργάτη που πήγε από οδηγός των Σουηδών, σε μετανάστη στη Σουηδία μετά το 1931 για μια ολόκληρη ζωή προσφοράς ως συντηρητής στο Μουσείο. Μια μορφή με ρίζες στην Κύπρο και τη Σουηδία, που άγγιξε τις ζωές τόσο των αρχαιολόγων, του ίδιου του τότε διαδόχου του θρόνου της Σουηδίας που ενέκρινε τη μετάβασή του στη Σουηδία, αλλά και νεαρών αρχαιολόγων στη Στοκχόλμη που έμαθαν να αγαπούν την ιστορία και την αρχαιολογία από αυτόν. Για να μπορούμε να μιλήσουμε για αυτές τις στιγμές, βασίσαμε ολόκληρη την παράσταση μας σε αρχειακό υλικό και υλικό από συνεντεύξεις με τους/τις εμπλεκομένους/ες στην ιστορία, έτσι ώστε να δώσουμε μια σαφή εντύπωση της εποχής και την υφή της επικοινωνίας, παρά τη δική μας ερμηνεία της. Για παράδειγμα είναι πολύ όμορφο να διαβάζεις σε επιστολή του Διαδόχου του θρόνου της Σουηδίας, την εγκαρδιότητα προς τον Λουκή Πιερίδη, που τους ένωνε βαθιά αγάπη για την αρχαιολογία.
Πληροφορίες
Θεατρικό Αναλόγιο Παραγωγής «Συναντήσεις», 17 Ιανουαρίου, Κυπριακό Μουσείο. Η παράσταση θα ανεβεί στο μουσείο Medelhavsmuseet, στη Στοκχόλμη τον Μάρτιο του 2026. Η παραγωγή πραγματοποιείται σε συνεργασία με το Τμήμα Αρχαιοτήτων.



























