ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 

«Ο Κοεμτζής δεν έσφαξε για μια παραγγελιά»

«Η τελευταία απολογία ενός πεθαμένου που ’σφαξε τρεις και οκτώ λάβωσε ακόμα» ένα έργο του Βαγγέλη Γέττου για τον Νίκο Κοεμτζή

Του Απόστολου Κουρουπάκη

Του Απόστολου Κουρουπάκη

kouroupakisa@kathimerini.com.cy

Η ιστορία του Νίκου Κοεμτζή, το έγκλημα που έγινε για μια… παραγγελιά, άφησαν το αποτύπωμά τους στην ελληνική κοινωνία. Αυτό τον απόηχο αφουγκράστηκε μάλλον και ο Βαγγέλης Γέττος και αποφάσισε, με κύρια πηγή του τη δικογραφία από τη δίκη του καταδικασθέντα τρεις φορές σε θάνατο και οκτώ σε ισόβια για τη δολοφονία τριών ανθρώπων (ανάμεσά τους δύο αστυνομικούς) και τον τραυματισμό επτά ακόμα. Ο Βαγγέλης Γέττος λέει ότι η υπόθεση Κοεμτζή τον απασχολεί ως μια διαχρονική αναφορά του τρόπου με τον οποίο μία κοινωνία προσεγγίζει ή/και κατασκευάζει τους όρους του εγκλήματος, της παρεκτροπής, της παρέκκλισης, γι’ αυτό και έγραψε τον μονόλογο «Η τελευταία απολογία ενός πεθαμένου που ’σφαξε τρεις και οκτώ λάβωσε ακόμα» σε σκηνοθεσία Λέανδρου Ταλιώτη. Στον ρόλο του Νίκου Κοεμτζή ο Αλέξανδρος Παρίσης, ο οποίος λέει ότι προσεγγίζει τον ρόλο με αίσθημα ευθύνης, «όταν έχεις να κάνεις με πρόσωπα που υπήρξαν, που έζησαν. Δεν κρατάς μόνο το όπλο της φαντασίας ενεργό».

   

Βαγγέληιατί θεώρησες χρήσιμο να γράψεις μια θεατρική ιστορία για τον Νίκο Κοεμτζή;
–Κατ’ αρχάς νιώθω ότι πρέπει να αναρωτηθούμε αν υπάρχει «χρησιμότητα» στο θέατρο και γενικότερα στην τέχνη. Αν και κανένα καλλιτεχνικό προϊόν δεν είναι ποτέ άχρηστο, γιατί προσθέτει κάτι σε ό,τι ήδη υπάρχει, ωστόσο υπάρχει μια τέχνη που είναι πραγματικά «χρήσιμη». Είναι η τέχνη που δεν νοσταλγεί και δεν ματαιοδοξεί. Αν χτυπήσεις αυτές τις δύο λερναίες ύδρες, μπορείς ίσως να καταφέρεις να μιλήσεις για το τώρα με όρους διαχρονικούς. Η υπόθεση Κοεμτζή με απασχολεί ως μια διαχρονική αναφορά του τρόπου με τον οποίο μία κοινωνία προσεγγίζει ή/και κατασκευάζει τους όρους του εγκλήματος, της παρεκτροπής, της παρέκκλισης. Ο Κοεμτζής είναι απελπισμένος. Σήμερα η απελπισία είναι ο κανόνας της ζωής ανά την υφήλιο. Γιατί νιώθουμε απελπισμένοι; Φταίει ο χαρακτήρας μας, τα βιώματά μας, η κοινωνία, οι «Άλλοι» του Σαρτρ, όλα αυτά μαζί; Σε επικαιρικό επίπεδο, είναι, θεωρώ, χρήσιμο να αναψηλαφήσουμε αυτό το ερώτημα μετά από έναν χρόνο αποκλεισμού μας από την κοινωνική συνθήκη. Σε διαχρονικό επίπεδο, η θέαση του κοινωνικού Εαυτού στον καθρέφτη είναι εκ των ων ουκ άνευ όρος για μια όσο το δυνατόν πιο ειρηνική συνύπαρξη.

 

Νομίζω, διόρθωσέ με αν κάνω λάθος, δίνεις μια πιο κοινωνιολογική ή και πολιτική διάσταση στο θεατρικό σου, ισχύει;
–Η ίδια η υπόθεση έχει κοινωνιολογικό και πολιτικό πρόσημο. Δεν χρειάστηκε εγώ να το αναζητήσω ή να το αναδείξω τεχνητά. Και αυτό είναι το συγκλονιστικό αυτής της ιστορίας: ένας περιθωριακός, υποκοσμιακός τύπος φτάνει στον τριπλό φόνο σαν σε ένα άλλο «Χρονικό Προαναγγελθέντων Θανάτων», για να παραφράσω τον Μάρκες. Μία πορεία που οδηγεί σχεδόν μαθηματικά στην πιο ακραία αντικοινωνική συμπεριφορά, τη στέρηση της ανθρώπινης ζωής. Ο Κοεμτζής δεν έσφαξε για μια παραγγελιά, όπως θέλει ο αστικός μύθος. Ο Κοεμτζής σκότωσε τρεις αστυνομικούς μέσα στη χούντα που τη στιγμή που ξεσπά το μακελειό επιδεικνύουν με τρόπο ταπεινωτικό την εξουσία τους. Σαν να άκουσε εκείνη την ώρα «δεν μας φτάνει που ατιμάσαμε τον αντάρτη πατέρα σου. Δεν μας αρκεί που σε κάναμε ό,τι θέλαμε τόσα χρόνια. Θέλουμε και τον αδελφό σου». Επειδή όμως στη φύση και στην Ιστορία κάθε δύναμη έχει και την αντίρροπή της, η υπόθεση Κοεμτζή –κάθε Κοεμτζή– μας υποχρεώνει να σκεφτούμε: εφόσον υπάρχει αντικοινωνική συμπεριφορά, υπάρχει και μια κοινωνική καταπίεση του ατόμου διαχυμένη στο παρελθόν στο παρόν και στο μέλλον του. Πρέπει δηλαδή να αναλογιστούμε το γεγονός ότι ανέκαθεν οι εξουσιαστικές κοινωνίες προόριζαν κάποιους για εγκληματίες. Θα έλεγα ότι η εξουσία έχει ανάγκη το έγκλημα.

 

Απλώς ποινικός ή λούμπεν προσωπικότητα…;
–Νομίζω ότι ο Κοεμτζής, μέσα από την τραγική πορεία της ζωής του, αλλά και τις αποφάσεις του, μετείχε πολλών ταυτοτήτων: και ποινικός, και λούμπεν, και άνθρωπος που μετάνιωσε πικρά, και άτομο που αγαπούσε με την ευρύτερη έννοια αλλά σπάνια του επετράπη να το εκφράσει. Αυτοί οι χαρακτήρες αναδεικνύουν την πολύπλοκη φύση του ανθρώπου. Μέσα μας ενυπάρχει το καλό και το κακό σε σχεδόν φυσική ισορροπία. Δύο είναι οι παράγοντες που επιτρέπουν στο ένα να υπερτερεί του άλλου: η κοινωνία και οι αποφάσεις μας. Και για το δεύτερο δεν είμαι απολύτως σίγουρος.

 

 

 Χαίρομαι που η επικοινωνία μας με τον Λέανδρο κατήργησε τους εύκολους δρόμους και βουτήξαμε στην πραγματική ζωή του χαρακτήρα, λέει ο ηθοποιός Αλέξανδρος Παρίσης.

 

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΡΙΣΗΣ

 

Βουτήξαμε στην πραγματική ζωή του χαρακτήρα

  

 Τι σημαίνει για έναν ηθοποιό να υποδύεται έναν αντιήρωα;
–Αυτό που μπορώ να σου πω είναι ότι υπάρχει ένα αίσθημα ευθύνης, όταν έχεις να κάνεις με πρόσωπα που υπήρξαν, που έζησαν. Δεν κρατάς μόνο το όπλο της φαντασίας ενεργό. Οφείλεις να μπεις στον κόσμο που έζησε ο άνθρωπος αυτός. Αντιήρωας. Δεν μου αρέσουν οι φωτεινές μαρκίζες που τόσο στεγνά και επίμονα κολλάνε σαν βδέλλες πάνω στις ζωές των ανθρώπων. Και μιας και ρωτάς ήρωας και αντιήρωας ένα τσιγάρο δρόμος είναι. Χαίρομαι, λοιπόν, που έχω την τύχη να παίζω έναν άνθρωπο με την ταμπέλα αντιήρωας.

 

 

Ποιες ήταν οι πρώτες αντιδράσεις σου, όταν γνώρισες τον Νίκο Κοεμτζή;
–Μου είχαν κολλήσει την ταμπέλα του σφάχτη. Σκότωσε για μια παραγγελιά. Έπαθε τέτοιο αμόκ που τους πήρε όλους ο δαίμονας. Το τέρας της Κυψέλης. Ο Κοεμτζής. Όταν έβγαινα σαν σπουδαστής δραματικής σχολής στο πρώτο έτος στο σταθμό του ηλεκτρικού στο Μοναστηράκι, ένιωθα πάντα ένα άγχος που θα περνούσα από μπροστά του. Σκεφτόμουν «είναι δυνατόν ένας φονιάς να είναι έξω». Κάποια μέρα που πέρασα από κοντά του μου φώναξε «μη βιάζεσαι» και συνέχισε «έχεις όλο το χρόνο», συνέχισα το βάδισμά μου χωρίς να είμαι σίγουρος ότι απευθύνθηκε σε μένα. Μόλις έφτασα σε απόσταση «ασφαλείας» γύρισα και τον κοίταξα, με είδε που τον είδα και σήκωσε ψηλά το χέρι του χαιρετώντας με. Κάποιες μέρες μετά πέρασα με πιο αργά βάδισμα από κοντά του και αφού με είδε μου είπε «τώρα μιλάς». Γέλασα και μειδίασε και εκείνος. Μέσα σε μια στιγμή μέσα μου έσβησαν όλες οι ταμπέλες που είχα φορτωθεί για εκείνον. Χαιρετιόμασταν κάθε φορά μετά και πάντα θα χρεώνω τον εαυτό μου που δεν αγόρασα το βιβλίο του.

  

Τι σε έκανε να δεχθείς αυτόν τον ρόλο;
–Ο Βαγγέλης με το υπέροχο κείμενο του και η Τρίτη συνάντηση μου με τον σκηνοθέτη Λέανδρο Ταλιώτη.

 

Ποιες ήταν οι δυσκολίες ή οι προκλήσεις με τις οποίες αναμετρήθηκες δουλεύοντας τον ρόλο;
–Οι άνθρωποι κάνουμε λάθη και πολλές φορές δεν αναλαμβάνουμε την ευθύνη των πράξεών μας. Άλλες φορές μάς κυριεύει ο φόβος και τις αναλαμβάνουμε σε λάθος timing και για κάποιο λόγο αποτυπώνεται ένα αποτέλεσμα, ότι τελικά δεν τις αναλάβαμε. Όταν παίζεις έναν χαρακτήρα που οι περισσότεροι γνωρίζουν σαν δολοφόνο ή σφαγέα μιας δεκαετίας ντελαμαγκέν όπως ήταν τα χρόνια της δεκαετίας του ’70, μπορείς πανεύκολα να κυλήσεις στον μάγκικο λόγο και σε κίνηση που προσδίδει αυτοπεποίθηση και ανοιχτωσιά. Χαίρομαι που η επικοινωνία μας με τον Λέανδρο κατήργησε τους εύκολους δρόμους και βουτήξαμε στην πραγματική ζωή του χαρακτήρα.

  

Ενσαρκώνεις τον Κοεμτζή που έχουμε στο μυαλό μας στο Μοναστηράκι ή τον Κοεμτζή της δικαστικής αίθουσας;
–Είδα πρόσφατα το ντοκιμαντέρ του Ασίφ Καπάντια με τίτλο «Ντιέγκο Μαραντόνα». Κάποια στιγμή υπάρχει μια αναφορά από έναν πολύ δικό του άνθρωπο που έλεγε: «Υπήρχε ο Μαραντόνα αλλά υπήρχε και ο Ντιέγκο». Λες και ήταν δύο. Ο καλός του εαυτός και ο κακός του. Ο κόσμος στις μέρες μας διψάει για τα κακά και σπάνια μένει στα καλά. Όλοι γνωρίζουν τον Κοεμτζή. Στην παράσταση θα γνωρίσουν τον Νίκο.

 

Πληροφορίες: «Η τελευταία απολογία ενός πεθαμένου που ’σφαξε τρεις και οκτώ λάβωσε ακόμα» του Βαγγελή Γέττου, σε σκηνοθεσία Λέανδρου Ταλιώτη. Παραστάσεις 23, 24, 29, 30 και 31 Μαΐου στις 8 μ.μ. στο Ίδρυμα ARTos στη Λευκωσία. 

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS

Θέατρο-Χορός: Τελευταία Ενημέρωση