ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 

«Αν μια ιστορία αξίζει να ακουστεί, ανεβάζεις το έργο. Τόσο απλά»

Ο Παναγιώτης Λάρκου σκηνοθετεί την παράσταση «Η γιαγιά»

Του Απόστολου Κουρουπάκη

Του Απόστολου Κουρουπάκη

kouroupakisa@kathimerini.com.cy

Η ΕΘΑΛ επιστρέφει στη θεατρική πραγματικότητα με το έργο του Ντίνου Σπυρόπουλου «Η γιαγιά» σε σκηνοθεσία Παναγιώτη Λάρκου. Η αλήθεια είναι ότι δεν γνώριζα πολλά για το έργο, και χρειάστηκε ο Παναγιώτης να με πληροφορήσει επισταμένως… Το έργο διασκευάστηκε και μεταφέρθηκε στην κυπριακή διάλεκτο, κάτι που όπως μου λέει ο Παναγιώτης τον ιντρίγκαρε… Όσον αφορά το έργο και αν αυτό αφορά την κυπριακή πραγματικότητα ο Παναγιώτης Λάρκου μού λέει πως η αντιπροσωπευτικότητα δεν είναι πραγματικό δίλημμα, «Αν μια ιστορία αξίζει να ακουστεί, ανεβάζεις το έργο. Τόσο απλά». Θα ήθελα να σημειώσω ότι αυτή η μεταφορά στην κυπριακή διάλεκτο άνοιξε μεταξύ μας μια μεγάλη και γόνιμη συζήτηση, που όμως θα σας την πούμε άλλη φορά, για την ώρα απλώς λέω ότι στον Παναγιώτη το έργο στην ανάγνωση του Παναγιώτη είχε όλα τα φόντα να μεταφερθεί στα κυπριακά, αλλά και να διασκευαστεί ώστε να έρθει ακόμη πιο κοντά στα καθ’ ημάς, και όπως λέει χαρακτηριστικά «Πολύ μου ταίριαξε με τον κυπριακό πυρήνα μου. Ένιωσα πως η διάλεκτος θα το φώτιζε. Θα το έκανε πιο χαμογελαστό».

–Παναγιώτη, η παράσταση έπρεπε να είχε κάνει πρεμιέρα, ποιες είναι οι αλλαγές που έγιναν λόγω του covid-19;

–Από τον Μάρτιο που θα αρχίζαμε, είμαστε τρεις μήνες σοφότεροι και γηραιότεροι, κάποια κιλά βαρύτεροι και αναγκαστήκαμε να αλλάξουμε κάποιες ατάκες που έλεγαν για «καλοριφέρ», τις κάναμε «κλιματιστικό»… Και προσαρμόσαμε παράλληλα ένα έργο που γράφτηκε για κλειστή αίθουσα, σε ανοιχτού θεάτρου υποκριτική γραμμή. Αυτό θεωρώ ήταν το πιο απαιτητικό κομμάτι της αλλαγής.

–Είναι η γιαγιά ένα κείμενο που ιντριγκάρει τον σκηνοθέτη; Δίνει σκηνοθετικές ευκαιρίες;

–Ω ναι! Ω ναι! Έχω στα χέρια μου ένα κείμενο που πια το νιώθω απόλυτα δικό μου. Η σκηνική πρόκληση ενός άντρα που υποδύεται τη γυναίκα με κράτησε ξύπνιο αρκετές νύχτες. Είμαι χαρούμενος όμως. Τα καταφέραμε. Οι ηθοποιοί μου δηλαδή τα κατάφεραν. Εγώ την περισσότερη ώρα κάθομαι και τους χαζεύω. Ο Ντίνος Σπυρόπουλος μού έκανε την τιμή να δώσει την άδεια του για να μεταφέρω το έργο στην κυπριακή διάλεκτο και να το διασκευάσω. Πόσο περισσότερη ίντριγκα να ζητήσω;

–Πιστεύεις ότι το έργο αυτό είναι μια σύγχρονη κωμική ηθογραφία ή κάτι πέραν από αυτό;

–Το έργο είναι ακριβώς αυτό και είναι και πολύ περήφανο που είναι ακριβώς αυτό. Δεν προσποιείται κάτι άλλο. Είναι μια Κωμωδία με «Κ» κεφαλαίο και πολύ μου αρέσει που μας φιλοξενείτε εδώ στην «Καθημερινή» που είναι έχει επίσης «Κ» κεφαλαίο.

–Θα γίνει διασκευή στην κυπριακή, όπως είχε ανακοινωθεί; Σε τι αποσκοπεί μια τέτοια διασκευή;

–Η διασκευή έχει ήδη γίνει όπως έγραψα πιο πάνω. Η διασκευή ήρθε να δικαιώσει τη μυρωδιά που είχε το πρωτότυπο. Έχει μια αναρχία η γιαγιά. Ένα «σίκκιμε σιoρ». Όταν το διάβασα πρώτη φορά η πρώτη σκέψη που μου ήρθε στο νου ήταν «ρε, τούτοι χάνει ο πάττιχος τους». Η δεύτερη ήταν «δκιάορκα σου, εμπλέξαμεν με τους πελλούς». Πολύ μου ταίριαξε με τον κυπριακό πυρήνα μου. Ένιωσα πως η διάλεκτος θα το φώτιζε. Θα το έκανε πιο χαμογελαστό.

–Αντιπροσωπεύει την κυπριακή πραγματικότητα;

–Θέλω να ελπίζω πως όχι. Τουλάχιστον εγώ δεν έχω ακούσει για περιστατικά στην Κύπρο που συγγενείς να μην έχουν δηλώσει το θάνατο των ηλικιωμένων γονιών τους για να συνεχίσουν να εισπράττουν τη σύνταξή τους. Δεν το προτείνω. Μην το δοκιμάσετε στο σπίτι. Έχω και την υποψία πως είναι παράνομο. Από εκεί και πέρα δεν νομίζω πως η αντιπροσωπευτικότητα είναι πραγματικό δίλημμα. Αν μια ιστορία αξίζει να ακουστεί, ανεβάζεις το έργο. Τόσο απλά.

–Οι δύο ήρωες της παράστασης είναι θύτες ή θύματα; Είναι πρωταγωνιστές της κοινωνίας ή παρακολουθήματα της εξουσίας;

–Είναι δυο «εγκληματικά» στοιχεία. Αν τους ρωτήσεις θα σου πουν πως η κοινωνία τους έκανε θύματα και τους έσπρωξε στο έγκλημα. Και μάλλον θα έχουν και δίκιο. Αλλά πρωταγωνιστές δεν είναι σε καμία περίπτωση. Κομπάρσοι είναι οι καημένοι. Και ερασιτέχνες. Αλλά δεν χάνουν το κέφι τους. Αισιοδοξούν. Γι’ αυτό τους συμπαθώ.

–Για ποια γιαγιά μιλάμε τελικά;

–Μιλάμε για τη γιαγιά τη δική μου και τη γιαγιά τη δική σου. Για όλες τις γιαγιάδες που μας μπούκωναν κεφτέδες, που αν είχαμε κρυολόγημα μάς έβαζαν αγιασμό. Που αν είχαμε ερωτική απογοήτευση μάς κάπνιζαν. Που μας φόραγαν ζακέτες τον Ιούλιο. Που μαγείρευαν καλύτερα από τη μάνα μας. Αφιερώνω αυτή την παράσταση σε όλες τις γιαγιάδες που συνεχίζουν να μετρούν τις συνταγές τους με ποτήρια.

Δεν θεωρούμαστε αναγκαίοι

–Πώς βλέπεις τα θεατρικά πράγματα στη μετά covid εποχή;

–Δεν έχω καλό προαίσθημα. Είναι όλος ο κλάδος στα όρια της αντοχής του. Και όχι μόνο της οικονομικής. Από αυτό ήμασταν τουλάχιστον προπονημένοι. Η ηθική αντοχή μας είναι που παραπατάει. Ζητήσαμε κι εμείς αυτονόητα, όπως και όλοι οι άλλοι εργαζόμενοι, μια στήριξη. Και δεν την πήραμε ποτέ. Αυτό το περίφημο επίδομα μέχρι και σήμερα δεν το έχουμε πάρει. Έχουμε εισπράξει όμως κάμποση χολή. Και φωνές του στυλ «μα ίνταν που θέλουν τζαι τούτοι σιορ;».
Συγγνώμη, αγαπητοί συμπατριώτες, αλλά αν εσείς ζείτε τη ζωή και εξασκείτε το επάγγελμα που διάλεξαν για εσάς οι γονείς σας, δεν φταίμε εμείς γι’ αυτό. Μη μας το χρεώνετε. Φαντάζομαι στον «Τιτανικό» δεν σας χάλασε που η ορχήστρα, αντί να πλακώσει τους επιβάτες στο ξύλο για μια θέση στις σωστικές λέμβους, έκατσε στη θέση της και έκανε τη δουλειά της. Δουλειά κάνουμε, και έχουμε και νοίκι να πληρώσουμε. Και δεν θέλουμε ελεημοσύνη. Αφήστε μας να κάνουμε τη δουλειά μας. Κάποιοι μας έχουν ανάγκη. Είναι και άλλοι που δεν χωράνε στις λέμβους. Ήμασταν οι πρώτοι που κλείσαμε και οι τελευταίοι που θα ανοίξουμε. Το κράτος μας ξεκαθάρισε πως δεν θεωρούμαστε αναγκαίοι. Ή έστω χρήσιμοι. Νιώθω πως οι συμπολίτες μου είναι πρόθυμοι να μας ανταλλάξουν –όλους εμάς τους αχαΐρευτους καλλιτέχνες– με ένα αεροπλάνο γεμάτο Βρετανούς τουρίστες που θα λιάζονται στον Πρωταρά. Και ας μην είναι καν μεγάλο αεροπλάνο.

Πληροφορίες

«Η γιαγιά», από την ΕΘΑΛ. Πρεμιέρα: 26 Ιουλίου 2020 | Γ΄ Δημοτικό Σχολείο Ύψωνα | 9: 00 μ.μ. Aκολουθεί παγκύπρια περιοδεία

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS

Θέατρο-Χορός: Τελευταία Ενημέρωση